Γράφει ο Δημήτρης Μακκός
Ο Βρετανός συγγραφέας Τζορτζ Όργουελ αποφάσισε το 1948 να περιγράψει μια μελλοντική απολυταρχική δυστοπία, την οποία την τοποθέτησε στα 1984, εξού και το όνομα του βιβλίου του. Ο πρωταγωνιστής, Ουίνστον Σμιθ, ζει στην Βρετανία 30 χρόνια μετά από το ξέσπασμα ενός παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου. Στη χώρα έχει εγκαθιδρυθεί ένα ολοκληρωτικό καθεστώς με δήθεν απελευθερωτικό μανδύα και ηγέτη τον Μεγάλο Αδελφό ο οποίος παρακολουθεί κάθε πολίτη της χώρας. Η παρακολούθηση επιτυγχάνεται μέσω οθονών που χρησιμεύουν ως ένας συνδυασμός τηλεόρασης και κάμερας. Κάθε πολίτης έχει ένα τέτοιο μηχάνημα στο σπίτι του. Το μηχάνημα αυτό χρησιμεύει τόσο για προώθηση προπαγάνδας, όσο και για κατασκοπία των ανθρώπων για ενδεχόμενες ύποπτες κινήσεις τους ανά πάσα στιγμή.

Η δυστοπική αυτή αντίληψη του μέλλοντος θεωρήθηκε πολλές φορές υπερβολική ως προς τον φιλοσοφικό της συμβολισμό. Ήταν ευρύτατα αποδεκτό βέβαια πως ο Όργουελ ήταν ένα πνεύμα μπροστά από την εποχή του, ωστόσο κανείς δε θεωρούσε ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν φτάσει σε επίπεδο τόσο ευθείας παραβίασης της ιδιωτικότητας. Παρά ταύτα, το 2013, το σκάνδαλο του πρώην κατασκόπου της NSA (National Security Agency) Έντουαρντ Σνόουντεν έμελλε να αλλάξει άρδην την οπτική των πραγμάτων, όσον αφορά στο ιδιωτικό απόρρητο του καθενός από εμάς στον κυβερνοχώρο, καθώς και τις δυνατότητες παρακολούθησης από συσκευές που αγοράζουμε εμείς οι ίδιοι.

Στις 20 Δεκεμβρίου του 2012, ο δημοσιογράφος του Guardian, Γκλεν Γκρίνγουολντ, λαμβάνει ένα email από κάποιον άγνωστο με ψευδώνυμο. Το μήνυμα είναι σαφές και περιεκτικό: «Δίνω μεγάλη σημασία στην ασφάλεια των επικοινωνιών ανάμεσα σε άτομα. Κατεβάστε το πρόγραμμα κρυπτογράφησης PGP. Θα μπορούσα έτσι να επικοινωνήσω μαζί σας σχετικά με πληροφορίες που είμαι σίγουρος πως σας ενδιαφέρουν πολύ». Λίγους μήνες μετά, στις 6 Ιουνίου του 2013 ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα του 21ου αιώνα δημοσιεύεται στον Guardian.

Ο αποστολέας με το ψευδώνυμο, που στην πραγματικότητα ήταν ο Σνόουντεν, υπέκλεψε έγγραφα  που αποδείκνυαν πως όλες οι ηλεκτρονικές συσκευές  ανά πάσα στιγμή, οπουδήποτε στον κόσμο, ανεξαρτήτως νομικού πλαισίου, είναι προσβάσιμες από τους κατασκόπους της NSA. Αποκαλύπτεται πως εκατομμύρια Αμερικανοί και ξένοι πολίτες στο όνομα της ασφάλειας παρακολουθούνται συστηματικά στον κυβερνοχώρο με κάθε τρόπο: κλήσεις, προσωπικά μηνύματα, φωτογραφίες δημοσιοποιημένες ή μη, πρόσβαση στο μικρόφωνο και την κάμερα του υπολογιστή ή του κινητού μας, ακόμα και αν οι συσκευές είναι αποσυνδεδεμένες από το διαδίκτυο. Το τελευταίο επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ραδιοσυχνοτήτων.

Παράλληλα, η NSA στο όνομα της εθνικής ασφάλειας, κατασκοπεύει όχι μόνο πολιτικούς και διπλωμάτες από θεωρητικά εχθρικές χώρες αλλά ακόμα και ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων, ανάμεσά τους το κινητό της καγκελαρίου Μέρκελ, καθώς και ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες. Άλλωστε όπως έλεγε ο σύμβουλος για θέματα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, πράγματι η Αμερική κατασκοπεύει ολόκληρο τον κόσμο, τόσο τους φίλους της όσο και τους εχθρούς της.

Η υπόθεση Σνόουντεν προκάλεσε παγκόσμιους πολιτικούς και οικονομικούς τριγμούς και αποκάλυψε μια πραγματικότητα παρμένη απευθείας από τις δυστοπίες του Όργουελ. Στο πλαίσιο αυτό, για πρώτη φορά σε τέτοια μαζικότητα ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες στράφηκαν προς την μελέτη της ιστορίας και του τρόπου λειτουργίας της NSA. Φυσικά, μια τέτοια έρευνα έχει αντικειμενικά προβλήματα λόγω έλλειψης πληροφοριών ή ελεύθερης πρόσβασης στην ολότητα των ιστορικών αρχείων.

Η NSA ιδρύεται το 1952 και από τότε ανήκει στο υπουργείο Άμυνας της χώρας. Πρόκειται για μια υπηρεσία που στόχο έχει την υποκλοπή και συλλογή πληροφοριών με κάθε μέσο – ακόμα και παράνομο – εάν αυτό έχει να κάνει με τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα της ηλεκτρονικής κατασκοπείας σημάτων (Signal Intelligence-SigInt), που σημαίνει υποκλοπές συνομιλιών από οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μέσο.

Εν αντιθέσει με τη γνωστή σε όλους μας CIA, η NSA έμεινε στην απόλυτη αφάνεια για πολλά χρόνια. Την ίδρυσή της δεν τη γνώριζαν παρά μονάχα οι κατάσκοποι που εργάζονταν σ’ αυτήν, καθώς και οι εκάστοτε υψηλά ιστάμενοι στις αμερικανικές κυβερνήσεις. Ωστόσο, η NSA έπαιξε κομβικό ρόλο σε όλες τις μεγάλες κρίσεις υποκλέπτοντας μηνύματα ζωτικής σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα, τόσο κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου όσο και αργότερα στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.

Η NSA βγαίνει για πρώτη φορά από την απόλυτη μυστικότητα το 1960 όταν δύο κατάσκοποί της αυτομολούν στην Μόσχα και αποκαλύπτουν την ύπαρξή της. Παρόλα αυτά, σε πιο πρακτικό επίπεδο η κοινή γνώμη είναι σε μεγάλο βαθμό στο σκοτάδι σχετικά με τον σκοπό και την λειτουργία της. Το μότο της δεκαετίας του ’60 που περιγράφει την NSA ως No Such Agency αποδεικνύει πως η μυστικοπάθεια των δραστηριοτήτων της συνεχιζόταν ακάθεκτη παρά την αποκάλυψη της ύπαρξής της. Παράλληλα, η πρόοδος της τεχνολογίας σε συνεργασία με την αύξηση της χρηματοδότησης διευρύνει τις δυνατότητες. Τo πρόγραμμα παρακολούθησης Minaret που εκπονήθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 υπέκλεπτε συνομιλίες χιλιάδων Αμερικανών πολιτών που γίνονταν με άτομα από το εξωτερικό.

Την δεκαετία του ’70 ξεκινούν οι πρώτες κατηγορίες μέσων ενημέρωσης ενάντια στις παράνομες πρακτικές της NSA σχετικά με την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, με βάση την τέταρτη τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος (Έρευνα και κατάσχεση-1791). Η NSA έχει ήδη γίνει κράτος εν κράτει, χωρίς όμως κανένα άρθρο του συντάγματος να οριοθετεί τις ενέργειές της και το νομικό πλαίσιο στο οποίο οφείλει να κινείται.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι έρχεται με την ανάμειξή της στο σκάνδαλο Watergate και την παραίτηση του προέδρου Νίξον. Η υπηρεσία κατηγορήθηκε ανοιχτά πως έγινε όργανο του ρεπουμπλικανικού κόμματος για την κάλυψη του σκανδάλου με κάθε μέσο. Λίγο μετά την παραίτηση Νίξον, συστήνεται επιτροπή ελέγχου από τη Σύγκλητο. Στις 18 Φεβρουαρίου 1976, ο πρόεδρος Φορντ υπογράφει το διάταγμα 11905 με το οποίο για πρώτη φορά το Κογκρέσο κερδίζει το δικαίωμα να ελέγχει ως έναν βαθμό τις δραστηριότητες της NSA.

Πράγματι το νομικό πλαίσιο που έθεσε η διοίκηση Φορντ περιόρισε ως έναν βαθμό την ελευθερία κινήσεων της υπηρεσίας τα επόμενα χρόνια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κινούνταν πάντοτε σε νόμιμες πράξεις όσον αφορά στο προσωπικό απόρρητο. Στο μεταξύ, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έφερε μία σημαντική πtώση στην κρατική χρηματοδότηση της υπηρεσίας. Σημείο καμπής όμως αποτελεί το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001. Η διοίκηση Μπους, στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας δίνει ελευθερία κινήσεων στην NSA, είτε αυτή κινείται στη σφαίρα της νομιμότητας είτε όχι, εφόσον πρόκειται για έκτακτη κατάσταση. Η χρηματοδότηση ενισχύεται και η ηλεκτρονική εποχή δίνει απίστευτες δυνατότητες παρακολούθησης στην NSA.

Tο πρώτο σκάνδαλο για τις νέες υπερεξουσίες της υπηρεσίας προέκυψε το 2004 και δημοσιοποιήθηκε από τον δημοσιογράφο των New York Times, Τζέιμς Ρίσεν, παρά την άσκηση πιέσεων από πλευράς της κυβέρνησης Μπους. Η αποκάλυψη του Ρίσεν αναφερόταν στην ύπαρξη προγράμματος της NSA που αφορούσε τη μαζική συλλογή δεδομένων Αμερικανών πολιτών και εν τέλει του εξασφάλισε το βραβείο Πούλιτζερ. Δεν παρατηρήθηκε φυσικά η ίδια συμπάθεια από το αμερικανικό κράτος, το οποίο τον κατηγόρησε για διαρροή πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και κινήθηκε δικαστικά. Μάλιστα η ίδια η κυβέρνηση κατηγόρησε ατύπως τους New York Times ως δυνάμει υπεύθυνους εάν προκύψει μια νέα 11η Σεπτεμβρίου μετά τις αποκαλύψεις.

Η άνοδος στην εξουσία του προέδρου Ομπάμα έφερε αισιοδοξία όσον αφορά στον περιορισμό των υπερεξουσιών της NSA, κάτι όμως που διαψεύστηκε σύντομα. Σύμφωνα με τα έγγραφα που αποκάλυψε ο Σνόουντεν, από το 2012 το πρόγραμμα PRISM επιτρέπει στην NSA την πρόσβαση σχεδόν σε οποιοδήποτε ψηφιακό αποτύπωμα έχουμε αφήσει πίσω μας. Το πρόγραμμα PRISM ενίσχυσε ποσοτικά και ποιοτικά την συλλογή δεδομένων φτάνοντας σε ένα δίκτυο παρακολούθησης εκατομμυρίων ανθρώπων, υπόπτων ή μη, και μετέτρεψε την NSA στον Μεγάλο Αδελφό, που δυνάμει παρακολουθεί τους πάντες.

Η υπόθεση Σνόουντεν το 2013 κατέρριψε πλέον κάθε αμφιβολία της ανά πάσα στιγμή παραβίασης της ιδιωτικής μας ζωής από κρατικές υπηρεσίες όπως η ΝSA, ανεξαρτήτως υποψίας για συμμετοχή μας σε τρομοκρατικές ή άλλες αξιόποινες ενέργειες. Ο Σνόουντεν θυσίασε μια στρωμένη και εύπορη ζωή κατασκόπου στο βωμό της ηθικής, της διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του σεβασμού του κράτους προς το προσωπικό απόρρητο. Η γνώση της ανά πάσα στιγμή παραβίασης της ιδιωτικότητάς μας είναι σίγουρα καλύτερη και εξοργιστικότερη μαζί, σε σύγκριση με την άγνοια. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα αντιλαμβάνεται το 2013 ως μια κομβική στιγμή στην ιστορία των μυστικών υπηρεσιών και ως την αρχή της επιβεβαίωσης πως το 1984 δεν έμεινε μονάχα στην φαντασία του Όργουελ.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:
Edward Snowden, Permanent Record, New York, Metropolitan Books, 2019.
Claude Delesse, NSA: Histoire de la plus secrète des agences de renseignements, Paris, Tallandier, 2016.