Η Έλεν Σπίρμαν περίμενε αρκετή ώρα στην ουρά σε ένα σουπερμάρκετ, κάπου στη Νεμπράσκα. Είχαν και σήμερα τη γνωστή προσφορά: Οκτώ κομμάτια κοτόπουλο για 3 δολάρια και 99 σεντς. Καθώς περίμενε κοίταζε τα υπόλοιπα προϊόντα στο τεράστιο καροτσάκι της: κουτιά από μπισκότα που θα έληγαν σε λίγες ημέρες και μερικά μπουκάλια με ένα μυστηριώδες μπλε υγρό – κάποιο υποκατάστατο της Κόκα Κόλα – που θύμιζε σαπουνάδα για υαλοκαθαριστήρες αυτοκινήτων.

Η Έλεν ανήκει στα προνομιούχα στρώματα ενός ξεχωριστού έθνους 35 εκατομμυρίων φτωχών που ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει αρκετά χρήματα ώστε να μην δικαιούται το συσσίτιο που προσφέρεται περιστασιακά σε 22 εκατομμύρια φτωχούς συμπολίτες της. Δεν έχει όμως αρκετά χρήματα για να προσφέρει τρία γεύματα την ημέρα στην οικογένειά της.

Για αυτό κάθε εβδομάδα αγοράζει προϊόντα, που σε άλλες χώρες θα κατέληγαν σε χωματερές: Ληγμένα μπισκότα, σπασμένα μακαρόνια και αυτή τη μπλε «κόκα κόλα» – όλα τα προϊόντα δηλαδή που δεν βρήκαν το δρόμο τους για τα ράφια των μεγάλων σούπερ μάρκετ ή που θα έπρεπε να έχουν φύγει εδώ και εβδομάδες από αυτά. Η Έλεν επιβιώνει στις ίδιες συνθήκες στις οποίες έζησαν κάποιοι συμπατριώτες της μετά το χρηματιστηριακό κραχ του 1929.

Η οικονομική κατάσταση της «μοναδικής υπερδύναμης» ήρθε στο προσκήνιο τον περασμένο μήνα καθώς πλήθαιναν οι φωνές που προειδοποιούσαν (ή πρότειναν) την κήρυξη στάσης πληρωμών για την αντιμετώπιση του κολοσσιαίου δημοσίου χρέους. Και μόνο το γεγονός ότι η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη συζητούσε ανοιχτά το ενδεχόμενο αθέτησης πληρωμής θα έπρεπε να προβληματίζει αρκετούς ευρωπαίους σχολιαστές και πολιτικούς που συνηθίζουν να χαρακτηρίζουν την συγκεκριμένη κίνηση σαν «τριτοκοσμική» λύση. Η ευκολία με την οποία ο πρόεδρος Ομπάμα άφηνε αρχικά ανοιχτό το ενδεχόμενο στάσης πληρωμών επιβεβαίωσε όσους, εδώ και μήνες, υποστήριζαν ότι και αυτή η λύση πρέπει να βρίσκετε πάντα στο τραπέζι ενός υπουργού Οικονομικών.

Ενώ όμως οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών θα συμβάλλουν σημαντικά στην κατανόηση των πραγματικών διεξόδων (και αδιεξόδων) που προσφέρονται σε μια κρίση δημοσίου χρέους, ελάχιστοι φάνηκε να ασχολούνται με τις πραγματικές επιπτώσεις της ίδιας της κρίσης στις ζωές των απλών ανθρώπων.

Η τριτοκοσμική υπερδύναμη

Μια κρίση δημόσιου χρέους δεν παράγει απλώς στατιστικά στοιχεία για τους οικονομολόγους. Παράγει επίσης πλούσιο υλικό για πολιτικούς επιστήμονες κοινωνιολόγους και ανθρωπολόγους. Μια κρίση δημόσιου χρέους όμως παράγει κυρίως φτώχεια και μιζέρια. Εάν η κυβέρνηση προχωρήσει στα σχέδιά της για περικοπές του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού κατά 3 τρισεκατομμύρια δολάρια η κατάσταση που θα δημιουργηθεί για εκατομμύρια πολίτες των ΗΠΑ θα θυμίζει απελπιστικά εικόνες της υποσαχάρειας Αφρικής. Με δεδομένο ότι οι Ρεπουμπλικάνοι θα συνεχίσουν να μποϊκοτάρουν κάθε προσπάθεια επιβολής νέων φόρων (οι οποίοι εάν εφαρμόζονταν με στοιχειωδώς δίκαιο τρόπο θα προσέφεραν αναδιανεμητικά οφέλη για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού) η κατάσταση θα επιδεινωθεί ραγδαία χωρίς μάλιστα να διαφαίνεται φως στην άκρη του τούνελ.

Σύμφωνα με στοιχεία που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας την περασμένη εβδομάδα σχεδόν ένα στα τέσσερα παιδιά στις ΗΠΑ ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Πρόκειται για την πιο φτωχή γενιά που έχει γνωρίσει η αμερικανική υπερδύναμη εδώ και τουλάχιστον επτά δεκαετίες. Να σημειωθεί ότι μια τετραμελής οικογένεια στις Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτηρίζεται με βάση τα επίσημα στοιχεία ως φτωχή εάν το ετήσιο εισόδημα των μελών της δεν ξεπερνά τα 22.000 δολάρια.

Ο Ντέρεκ είναι ένα από αυτά τα τέσσερα φτωχά παιδιά των ΗΠΑ. Πηγαίνει σχολείο στην περιοχή του Σέμινολ, στο Ορλάντο της Φλόριντα. Αυτό που τον διαφοροποιεί από τα περισσότερα παιδιά στην τάξη του είναι ότι το σχολικό δεν σταματάει πια στο σπίτι του αλλά έξω από το δωμάτιο ενός μοτέλ, όπου ζει με την οικογένειά του. Βρέθηκε εκεί πριν από αρκετούς μήνες όταν μια τράπεζα κατάσχεσε όλη την περιουσία τους. Αρκετές ακόμη οικογένειες αναγκάζονται να νοικιάζουν φτηνά δωμάτια μοτέλ με αποτέλεσμα πολλά σχολικά λεωφορεία να είναι πλέον υποχρεωμένα να αλλάξουν τα δρομολόγιά τους και να μαζεύουν παιδιά που ζουν στοιβαγμένα σε συνθήκες που θυμίζουν τη δεκαετία του ’30.

Η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη στις μεγαλουπόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών – στις βιτρίνες δηλαδή του αμερικανικού ονείρου. Πριν ακόμη ξεσπάσει η κρίση 1,5 εκατομμύριο νεοϋορκέζοι (δηλαδή περισσότεροι από έναν στους οκτώ κατοίκους της χώρας) δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν την τροφή της ημέρας καταφεύγοντας όλο και συχνότερα σε συσσίτια.

Ήταν προφανές ότι κάποιος έπρεπε να λάβει άμεσες αποφάσεις πριν η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού κατασπαράξει όλη την πόλη. Και οι μόνοι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν ήταν άνθρωποι που είχαν δουλέψει σε ανθρωπιστικές αποστολές σε… χώρες του τρίτου κόσμου. Ο δήμαρχος της πόλης Μάικλ Μπλούμπεργκ έστρεψε το βλέμμα του στη λεγόμενη πίσω αυλή της Αμερικής και αποφάσισε να αντιγράψει προγράμματα που είχαν εφαρμοστεί στις φαβέλες της Βραζιλίας, στα τροπικά δάση της Κολομβίας και τις παραγκουπόλεις της Νικαράγουας. Μεταξύ άλλων αποφασίστηκε ότι οι κάτοικοι της πόλης, που αντιμετώπιζαν άμεσο πρόβλημα επιβίωσης, θα λάμβαναν οικονομικά επιδόματα ανάλογα με τη συμμόρφωσή τους σε ορισμένους κανόνες συμπεριφοράς. Τα παιδιά της οικογένειας θα έπρεπε να γραφτούν στα σχολεία, να παρακολουθούν συστηματικά τα μαθήματά τους και να πραγματοποιούν ιατρικές εξετάσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Εκ πρώτης όψεως η ιδέα φάνταζε βγαλμένη από έναν όμορφο και ηθικό κόσμο. Σύντομα όμως προέκυψε σειρά προβλημάτων που είχαν παρατηρηθεί πολύ νωρίτερα στις υποανάπτυκτες χώρες που είχαν εφαρμόσει αντίστοιχα προγράμματα. Τι θα συνέβαινε λόγου χάρη εάν για την παροχή των επιδομάτων απαιτείται λευκό ποινικό μητρώο; Τα ποσοστά μαύρων και ισπανόφωνων που έχουν βρεθεί πίσω από τα κάγκελα της φυλακής ή τελούν υπό αστυνομική επιτήρηση είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο από των λευκών. Σχεδόν κάθε οικογένεια μαύρων στις ΗΠΑ έχει ένα μέλος της πίσω από τα κάγκελα ή σε καθεστώς αστυνομικής επιτήρησης.

Σε μια τέτοια περίπτωση η οικονομική βοήθεια αντικατοπτρίζει τους φυλετικούς διαχωρισμούς – ουσιαστικά θα ενισχύει την κοινωνία των γκέτο που έχουν στηθεί σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα των ΗΠΑ.

Η ουσία του ζητήματος όμως παραμένει ότι η Αμερική αντιγράφει προγράμματα αναπτυσσόμενων χωρών για να σώσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Παρόμοια κατάσταση είχε δημιουργηθεί στη Βρετανία μετά τη «βασιλεία» του νεοφιλελεύθερου μοντέλου της Μάργκαρετ Θάτσερ. Ανθρωπιστικές οργανώσεις που μέχρι τότε δραστηριοποιούνταν μόνο στην υποσαχάρεια Αφρική αναγκάστηκαν να ανοίξουν γραφεία και στο Λονδίνο. Αντίστοιχα όταν η Μόσχα του Γιέλτσιν βαπτίσθηκε στην κολυμβύθρα της παγκόσμιας οικονομίας, το προσδόκιμο ζωής των Ρώσων έπεσε στα 65 χρόνια. Υπάρχει όμως μια ειδοποιός διαφορά: Η Μόσχα αλλά ακόμη και το Λονδίνο αποτελούν πρωτεύουσες παρακμασμένων αυτοκρατοριών. Η Νέα Υόρκη, όμως είναι η Ρώμη αυτού που ο ιστορικός Πολ Κένεντι αποκαλεί τη «σύγχρονη αυτοκρατορία της εποχής μας».

Ο «σοσιαλισμός των πλουσίων»

Καθοριστικό ρόλο στη μεταφορά της κρίσης δημοσίου χρέους στο μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας παίζει εδώ και χρόνια το φορολογικό σύστημα το οποίο μπορεί να συγκριθεί σε αδικία και παραλογισμό μόνο με το… ελληνικό.

Όπως εξηγούσε ο αναλυτής Τζόναθαν Λούις τα τελευταία 50 χρόνια ο αριθμός των Αμερικανών που κερδίζουν περισσότερο από ένα εκατομμύριο δολάρια το χρόνο εκτινάχθηκε από τους 6.000 στους 360.000. Εάν αυτοί οι εκατομμυριούχοι πλήρωναν φόρους με τους ίδιους συντελεστές που επιβάλλονταν στους παππούδες και τους πατεράδες τους πριν από 50 χρόνια το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ θα μειωνόταν αυτομάτως κατά 230 δισεκατομμύρια δολάρια. Όπως σημείωνε ο Λούις εάν αυτά τα χρήματα χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας τα οφέλη για την εθνική οικονομία θα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακά. Παράλληλα εάν οι επιχειρήσεις πλήρωναν τα ίδια ποσοστά φόρων που καλούνταν να καταβάλουν πριν από μισό αιώνα, αυτομάτως θα εξοικονομούνταν άλλα 485 δισεκατομμύρια δολάρια. Και όλα αυτά εάν οι ΗΠΑ απλώς επανέφεραν το φορολογικό σύστημα της δεκαετίας του ’60 το οποίο κάθε άλλο παρά προοδευτικό ή αναδιανεμητικό για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα μπορεί να χαρακτηριστεί.

Αυτός ο αντεστραμμένος μηχανισμός αναδιανομής, γνωστός και σαν «σοσιαλισμός των πλουσίων» έχει προκαλέσει το μεγαλύτερο χάσμα πλουσίων και φτωχών που έχει γνωρίσει το αμερικανικό κράτος τον τελευταίο αιώνα.

Εάν σήμερα ζούσαν στις ΗΠΑ μόνο 100 άνθρωποι ο πλουσιότερος θα κέρδιζε όσα κερδίζουν αθροιστικά οι 40 φτωχότεροι συμπατριώτες του. Οι 20 πλουσιότεροι θα κατείχαν το 80% του συνολικού πλούτου της χώρας.

Ο γνωστός οικονομολόγος Πολ Σάμουελσον κατάφερε πριν από μερικά χρόνια να δώσει αυτή την εικόνα πολύ πιο παραστατικά. Ας πάρουμε, είπε, μερικά τουβλάκια λέγκο και ας αρχίσουμε να φτιάχνουμε μια πυραμίδα στην οποία κάθε στρώμα θα αντιστοιχεί σε ετήσιο εισόδημα 1.000 δολαρίων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένα άτομο που λαμβάνει 20.000 δολάρια το χρόνο θα βρίσκεται στο εικοστό επίπεδο. Η πυραμίδα που θα κατασκευάσουμε θα ξεπεράσει σε ύψος τον πύργο του Άιφελ. Το πρόβλημα, όπως εξηγεί ο Σάμουελσον, είναι ότι οι περισσότεροι κάτοικοι των ΗΠΑ ζουν μερικά εκατοστά από το έδαφος. Για την ακρίβεια το κατασκεύασμα του αμερικανού οικονομολόγου δεν θυμίζει πυραμίδα αλλά μια πινέζα πεσμένη στο πάτωμα. Τα τελευταία στοιχεία της αμερικανικής στατιστικής υπηρεσίας ήρθαν πρόσφατα να επιβεβαιώσουν το μοντέλο της πινέζας που είχε παρουσιάσει ο Σάμουελσον. Όπως έγινε γνωστό, ενώ το 90% των Αμερικανών πολιτών έχει κατά μέσο όρο ετήσιο εισόδημα 31.244 δολάρια ενώ το 1% ξεπερνά το 1.1 εκατομμύριο δολάρια. Από την κοινωνία των δύο τρίτων που υπόσχονταν ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της οικονομίας της αγοράς οι ΗΠΑ δημιούργησαν μέσα σε λίγα χρόνια την κοινωνία του 1%.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ, Ιούλιος 2011

Σχετικά θέματα:
Οι μυστικές «χρεοκοπίες» των ΗΠΑ
ΗΠΑ: Τους κορόιδεψαν σαν Έλληνες
Δημοσιονομικός γκρεμός και άλλα παραμύθια

CLOSE
CLOSE