Σπύρος Σκαμνέλος
Πηγή:Rproject

Να επιζήσουμε από δω και στο εξής «με παξιμάδι και ελιά» μας κάλεσε προ ημερών ο συμπαθής τραγουδοποιός. Και, αν η ελιά παραπέμπει σε κείνο το αλήστου μνήμης σύνθημα της παλιάς καλής εθνικοφροσύνης («Ψωμί, ελιά και Κώτσο βασιλιά»), το παξιμάδι παραπέμπει προφανώς στην πασίγνωστη λαϊκή έκφραση, την οποία εύκολα μαντεύει ο αναγνώστης.

Υπάρ­χουν όμως και χει­ρό­τε­ρα: Γιατί, αν ο συ­μπα­θής τρα­γου­δο­ποιός μας επι­τρέ­πει του­λά­χι­στον να φυ­το­ζω­ού­με με πα­ξι­μά­δι και ελιά, ο δια­κε­κρι­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας έχει ήδη εκ­δώ­σει μιαν άλλη, βα­ρύ­τε­ρη ετυ­μη­γο­ρία: Οφεί­λου­με, ως λαός, να εξα­φα­νι­στού­με από προ­σώ­που γης.

«Ο ελ­λη­νι­κός λαός είναι ένα βδέ­λυγ­μα. Ο λαός αυτός είναι πλέον ικα­νός και πα­νέ­τοι­μος για το χει­ρό­τε­ρο. Για το χεί­ρι­στο. […] Ο ελ­λη­νι­κός λαός ανή­κει ορι­στι­κά στο μη πε­ραι­τέ­ρω του χεί­ρι­στου. Βρί­σκε­ται σε πλήρη δια­θε­σι­μό­τη­τα για να γεν­νά­ει μόνο τέ­ρα­τα», απο­φαί­νε­ται ο δια­κε­κρι­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας. Και συ­νε­χί­ζει: «Ο ελ­λη­νι­κός λαός είναι ένας λαός εσω­τε­ρι­κώς κα­τε­στραμ­μέ­νος, που όλη του η άλ­λο­τε, χα­μέ­νη σ’ ένα χα­μέ­νο πα­ρελ­θόν δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα επι­δί­δε­ται πλέον απο­κλει­στι­κά και μόνο σε κα­τα­στρο­φές. Είναι ένας λαός κα­τα­στρο­φι­κός, ένας λαός κα­τα­στρο­φέ­ας που, ως τέ­τοιος, αντι­στρέ­φει δια­στρο­φι­κά τον λόγο υπάρ­ξε­ως κάθε λαού: την κα­το­χύ­ρω­ση της συ­νέ­χειάς του».

Η ενοχή του λαού δεν τεκ­μη­ριώ­νε­ται. Θε­ω­ρεί­ται πρό­δη­λη, αυ­τα­πό­δει­κτη. Τόσο πρό­δη­λη και τόσο αυ­τα­πό­δει­κτη, ώστε κάθε τεκ­μη­ρί­ω­ση να πε­ριτ­τεύ­ει. Το μο­να­δι­κό πραγ­μα­το­λο­γι­κό πει­στή­ριο που προ­σκο­μί­ζε­ται είναι η υπο­τι­θέ­με­νη χυ­δαιό­τη­τα αυτού του λαού, όταν κα­λεί­ται να επι­λέ­ξει τους ηγέ­τες του. «Έτσι θριάμ­βευ­σε ο Χί­τλερ», απο­φαί­νε­ται από κα­θέ­δρας ο δια­κε­κρι­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας, χωρίς να πτο­εί­ται από ένα τόσο κραυ­γα­λέο άλμα στον ιστο­ρι­κό χώρο και χρόνο. Για τις πραγ­μα­τι­κές συν­θή­κες και τα πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά, που οδή­γη­σαν τον Χί­τλερ στην κα­γκε­λα­ρία, ούτε λόγος να γί­νε­ται βέ­βαια. Το μόνο που δεί­χνει να τον απα­σχο­λεί είναι «[μ]ια δη­μό­σια Νυ­ρεμ­βέρ­γη με τις αλα­λά­ζου­σες μάζες των πλα­τειών στρι­μωγ­μέ­νες τώρα στα εδώ­λια των σε­ση­μα­σμέ­νων», χωρίς καν να ορ­ρω­δεί προ του γε­γο­νό­τος ότι, σύμ­φω­να με τον ίδιο πά­ντο­τε, «θα πά­ρουν τα σκά­για αδια­κρί­τως όλους», δι­καί­ους και αδί­κους.

Ας μη σχο­λιά­σου­με ποιοι είναι κατά τον εκλε­κτό μας συγ­γρα­φέα οι δί­καιοι και ποιοι οι άδι­κοι. Ας στα­θού­με στο ότι, πίσω από ένα τέ­τοιο ξέ­σπα­σμα ιερής αγα­νά­κτη­σης, μετά βίας κρύ­βε­ται η δυ­σφο­ρία για το απο­τέ­λε­σμα των πρό­σφα­των εκλο­γών, χωρίς ωστό­σο να δια­φαί­νε­ται ποιο θα έπρε­πε να είναι το επι­θυ­μη­τό –κατά τον συγ­γρα­φέα μας πά­ντο­τε– απο­τέ­λε­σμα, αν και μπο­ρού­με να κά­νου­με κά­ποιες βά­σι­μες υπο­θέ­σεις, κρί­νο­ντας από το ότι το κεί­με­νο εστά­λη προς δη­μο­σί­ευ­ση σε κείνο το προ­πύρ­γιο ποιο­τι­κής δη­μο­σιο­γρα­φί­ας, που ονο­μά­ζε­ται Lifo.

Θα ήταν στ’ αλή­θεια εύ­κο­λο –όσο και δί­καιο– να προ­σπε­ρά­σου­με χωρίς κα­νέ­ναν σχο­λια­σμό και χωρίς δεύ­τε­ρη σκέψη το εν λόγω πό­νη­μα του δια­κε­κρι­μέ­νου συγ­γρα­φέα. Άλ­λω­στε, προς με­γά­λη του απο­γο­ή­τευ­ση, το πό­νη­μά του δε μπο­ρεί πλέον να λει­τουρ­γή­σει ούτε καν ως πρό­κλη­ση. Δεν είναι μόνο το ότι η ρη­το­ρι­κή περί του «ένο­χου λαού» απο­τε­λεί κοινό τόπο ήδη από την αρχή της κρί­σης κι ανα­πα­ρά­γε­ται εδώ και χρό­νια ad nauseam από τα κα­θε­στω­τι­κά μέσα και τους ορ­γα­νι­κούς δια­νο­ού­με­νους της μνη­μο­νια­κής απο­λο­γη­τι­κής. Το χει­ρό­τε­ρο για τον κ. Δη­μή­τρη Δη­μη­τριά­δη –γιατί αυτός είναι ο δια­κε­κρι­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας– είναι ότι, στην προ­σπά­θειά του να με­τα­χει­ρι­στεί έναν «προ­φη­τι­κό» τόνο, λη­σμό­νη­σε ότι και σ’ αυτό έρ­χε­ται δεύ­τε­ρος και κα­ταϊ­δρω­μέ­νος. Ο κ. Χρί­στος Γιαν­να­ράς δη­μο­σί­ευ­σε τις δικές του ιε­ρε­μιά­δες («Finis Graeciae») ήδη από το 1986, έχο­ντας μά­λι­στα απέ­να­ντι στον κ. Δη­μη­τριά­δη το προ­τέ­ρη­μα να είναι πε­ρι­γρα­φι­κό­τε­ρος («Φταί­ει ο συν­δι­κα­λι­σμός»), ρι­ζο­σπα­στι­κό­τε­ρος («Φταί­ει η Επα­νά­στα­ση του 1821»), αλλά και φαι­δρό­τε­ρος («Φταί­ει το μο­νο­το­νι­κό»).

Επι­λέ­γο­ντας να υιο­θε­τή­σει κάτι από το ύφος των με­γά­λων προ­φη­τών του αρ­χαί­ου Ισ­ρα­ήλ, ο κ. Δη­μη­τριά­δης –όπως και ο κ. Γιαν­να­ράς πριν απ’ αυτόν– στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα επι­διώ­κει να άρει τον εαυτό του πάνω από τον χυ­δαίο λαό και τα εξί­σου χυ­δαία ιστο­ρι­κά συμ­βε­βη­κό­τα και να μι­λή­σει από τη σκο­πιά του Από­λυ­του. Του δικού του Από­λυ­του, φυ­σι­κά. Μο­λο­νό­τι έχου­με κάθε δι­καί­ω­μα ν’ αφή­σου­με εντε­λώς ασχο­λί­α­στη την πε­ρι­φρό­νη­ση του κ. Δη­μη­τριά­δη προς τον χυ­δαίο λαό, θα είχε ωστό­σο κά­ποιο εν­δια­φέ­ρον να σχο­λιά­σου­με ποιος είναι ο τόπος από τον οποίο εκ­δί­δει (εν ονό­μα­τι του Απο­λύ­του, βε­βαί­ως) την κα­τα­δι­κα­στι­κή ετυ­μη­γο­ρία του.

Ο τόπος, πάνω στον οποίο στέ­κο­νται οι αρ­χαί­οι προ­φή­τες του ισ­ραη­λι­τι­κού λαού κι απ’ τον οποίο εκ­φω­νούν το κή­ρυγ­μά τους, είναι η από­λυ­τη υπερ­βα­τι­κό­τη­τα του Γιαχ­βέ και η από­λυ­τη αγιό­τη­τα του Νόμου. Είναι ο τρό­μος μπρο­στά το συ­γκλο­νι­στι­κό γε­γο­νός ότι ο ανει­κό­νι­στος και αδια­νό­η­τος Δη­μιουρ­γός του ου­ρα­νού και της γης επέ­λε­ξε ένα ετε­ρό­κλη­το συ­νον­θύ­λευ­μα νο­μα­δι­κών πλη­θυ­σμών και τους εκά­λε­σε κυ­ριαρ­χι­κά να γί­νουν ο Ισ­ρα­ήλ, ο πε­ριού­σιος λαός. «Θα είστε ο λαός μου, θα είμαι ο Θεός σας και θα τη­ρή­σε­τε τις εντο­λές μου». Αυτή είναι η Δια­θή­κη του Γιαχ­βέ προς τον Ισ­ρα­ήλ και αυτήν τη Δια­θή­κη επι­κα­λού­νται οι προ­φή­τες.

Ούτως εχό­ντων των πραγ­μά­των, οποιοσ­δή­πο­τε επι­λέ­γει να μι­μη­θεί τον τρόπο των προ­φη­τών, δε μπο­ρεί παρά να επι­κα­λεί­ται κι αυτός με τη σειρά του μια κά­ποια Δια­θή­κη. Η Δια­θή­κη που έχει στο μυαλό του ο κ. Δη­μη­τριά­δης είναι σαφής και ρητά κα­το­νο­μα­ζό­με­νη: «Να κα­το­χυ­ρώ­σε­τε τη συ­νέ­χειά σας». Μο­λο­νό­τι δε λέ­γε­ται ρητά, υπο­νο­εί­ται μετ’ επι­τά­σε­ως και πέραν πάσης αμ­φι­βο­λί­ας ότι η προς κα­το­χύ­ρω­ση συ­νέ­χεια δε μπο­ρεί παρά να ανα­φέ­ρε­ται στους Αρ­χαί­ους Έλ­λη­νες. «Να χτί­ζε­τε Παρ­θε­νώ­νες» λοι­πόν. Και, ακρι­βώς επει­δή δε χτί­ζου­με Παρ­θε­νώ­νες, ο δια­κε­κρι­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας ρί­χνει πάνω μας βαριά κα­τά­ρα ν’ απο­λε­σθού­με συλ­λή­βδην εν στό­μα­τι ρομ­φαί­ας, μη δεί­χνο­ντας καν την ευ­σπλα­χνία του Γιαχ­βέ, που ήταν πρό­θυ­μος να σώσει τα Σό­δο­μα, αν υπήρ­χαν εκεί πέντε δί­καιοι όλοι κι όλοι.

Έστω και ως μελ­λο­θά­να­τοι όμως, έχου­με του­λά­χι­στον το δι­καί­ω­μα να μά­θου­με ποιος είναι στην πε­ρί­πτω­σή μας ο Γιαχ­βέ, που μας εκά­λε­σε να γί­νου­με ο πε­ριού­σιος λαός και μας έδωσε την εντο­λή «Θα είστε οι Αρ­χαί­οι Έλ­λη­νες». Με άλλα λόγια, έχου­με δι­καί­ω­μα να μά­θου­με ποιο είναι το Από­λυ­το, εξ ονό­μα­τος του οποί­ου θέλει να ομι­λεί ο κ. Δη­μη­τριά­δης. Και η απά­ντη­ση είναι απλή. Την υπαι­νίσ­σε­ται και ο ίδιος ο συγ­γρα­φέ­ας μας, όταν –κά­νο­ντας μια αξιο­ση­μεί­ω­τη εξαί­ρε­ση– κα­τε­βαί­νει από τον υπε­ρου­ρά­νιο τόπο του και μι­λά­ει για δά­νεια και για χρέος.

Ο Γιαχ­βέ λοι­πόν του συγ­γρα­φέα μας δεν είναι παρά «η Ευ­ρώ­πη». Όχι πια η κα­λό­βο­λη Ευ­ρώ­πη του αφε­λούς ρο­μα­ντι­κού Fauriel, που ήθελε να βλέ­πει, εν έτει 1824, την αρ­βα­νί­τι­κη φου­στα­νέ­λα ως συ­νέ­χεια της αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής χλα­μύ­δας και τους κλε­φταρ­μα­τω­λούς ως επι­βί­ω­ση των ομη­ρι­κών ηρώων. Τώρα πια πρό­κει­ται για την (όχι και τόσο κα­λό­βο­λη) Ευ­ρώ­πη των διε­θνο­ποι­η­μέ­νων χρη­μα­τα­γο­ρών και των υπε­ρε­θνι­κών θε­σμών, την οποία εν­σαρ­κώ­νουν οι γκρί­ζοι γρα­φειο­κρά­τες της Φραν­κφούρ­της και των Βρυ­ξελ­λών. Μια Ευ­ρώ­πη που μοιά­ζει να έχει στη­θεί ως κα­ρι­κα­τού­ρα του Γιαχ­βέ: Απρό­σι­τη, ανει­κό­νι­στη, αδια­νό­η­τη. Και βε­βαί­ως κυ­ριαρ­χι­κή.

Αυτής της Ευ­ρώ­πης είναι προ­φή­της ο κ. Δη­μη­τριά­δης, όσο κι αν δε θέλει να το ομο­λο­γή­σει ούτε στον εαυτό του. Μια τέ­τοια Ευ­ρώ­πη όμως, ως κα­ρι­κα­τού­ρα του Γιαχ­βέ, δε μπο­ρεί παρά να βγά­ζει κα­ρι­κα­τού­ρες προ­φη­τών. Γιατί, όποιος έχει έστω και μια στοι­χειώ­δη εξοι­κεί­ω­ση με τα κεί­με­να της Πα­λαιάς Δια­θή­κης, γνω­ρί­ζει ότι ο Θεός των προ­φη­τών έχει την τάση να επι­δει­κνύ­ει μια σκαν­δα­λώ­δη μέ­ρι­μνα υπέρ των αδυ­νά­των. Υπέρ της χήρας, του ορ­φα­νού, του με­τοί­κου. Υπέρ όλων εκεί­νων, απ’ τους οποί­ους οι ισχυ­ροί αυτού του κό­σμου παίρ­νουν την ελιά και το πα­ξι­μά­δι. Θα τολ­μού­σα μά­λι­στα να πω ότι οι προ­φή­τες του αρ­χαί­ου Ισ­ρα­ήλ, αν είχαν ζήσει πριν από με­ρι­κές δε­κα­ε­τί­ες, θα είχαν κάνει το χα­τί­ρι του κ. Δη­μη­τριά­δη και θα ’χαν πράγ­μα­τι χτί­σει Παρ­θε­νώ­νες. Στη Μα­κρό­νη­σο.

*Σχό­λιο για το κεί­με­νο του Δ. Δη­μη­τριά­δη, με τίτλο «Το βδέ­λυγ­μα»

CLOSE
CLOSE