Ελπίδα μέσα στο φόβο αλλά και κρίσιμα ερωτήματα για την επόμενη μέρα γέννησαν στις ΗΠΑ οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις εκατομμυρίων πολιτών μετά την ορκωμοσία Τραμπ.

Καθώς τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα πλημμύριζαν από τις πορείες των γυναικών αλλά και της νεολαίας η αστυνομία προχώρησε σε εκατοντάδες συλλήψεις και επιβολές βαρύτατων ποινών, δίνοντας μια πρόγευση της στάσης που θα κρατήσει η (στρατιωτικοποιημένη από τον Μπους και τον Ομπάμα) αστυνομία του Ντόναλντ Τραμπ.

Η μεγαλύτερη «επίθεση» στους διαδηλωτές όμως προήλθε από το παλαιό κατεστημένο του Δημοκρατικού κόμματος, το οποίο σε συνεργασία με τα μεγαλύτερα «φιλελεύθερα» μέσα ενημέρωσης επιχειρεί να εκτρέψει το υπό διαμόρφωση κίνημα από οποιαδήποτε ταξική διεκδίκηση. Τα επιχειρήματά τους περιορίστηκαν και αυτή την εβδομάδα στο υποτιθέμενο ρωσικό δάκτυλο που όπως λένε καθορίζει κάθε κίνηση του νέου Προέδρου, στις ψεύτικες ειδήσεις για τις οποίες κατηγορούν το επιτελείο του Τραμπ και σε δευτερευούσης σημασίας παραστρατήματα του Προέδρου.

Ουσιαστικά ασκούν κριτική στο νέο Πρόεδρο από ακραία δεξιές και εξίσου φιλοπόλεμες θέσεις έχοντας ως προμετωπίδα την CIA και συγκεκριμένα τμήματα των οικονομικών και πολιτικών ελίτ που δεν θα βγουν κερδισμένα από τη νέα πολιτική. Εκφράζουν τη θλίψη τους γιατί ο Τραμπ δυναμιτίζει τη δική τους αρχιτεκτονική στο διεθνές εμπόριο (που εκφραζόταν με διεθνείς συνθήκες όπως η TPP) και όχι γιατί η νέα τακτική θα γιγαντώσει τις ανισότητες προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.

Στην καλύτερη περίπτωση η προοδευτικότητά τους περιορίζεται και πάλι στην περίφημη πολιτική της ταυτότητας (που έφερε και την ήττα στις εκλογές) με την οποία δηλώνουν ότι υπερασπίζονται τις μειονότητες, αποφεύγοντας την ταξική σύγκρουση που έγινε ορατή με τις εκλογές. Δυστυχώς για αυτούς η πορεία των αμερικανικών χρηματιστηρίων, και κυρίως του δείκτη Ντόου Τζόουνς, που ξεπέρασε κάθε ιστορικό προηγούμενο, αποδεικνύουν ότι σημαντικά τμήματα του αμερικανικού κεφαλαίου πίνουν νερό στο όνομα του Ντόναλντ Τραμπ.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο (όχι των Δημοκρατικών αλλά των διαδηλωτών) οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών αλλά και η δυναμική που δημιουργήθηκε στην προεκλογική περίοδο από την πορεία του Μπέρνι Σάντερς, έχει τροφοδοτήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για την επόμενη μέρα στους κόλπους της αμερικανικής αριστεράς.

Το αντικείμενό της θα μπορούσε (ελαφρώς απλουστευτικά) να συνοψιστεί στο δίλημμα: Θα πρέπει οι δυνάμεις που ριζοσπαστικοποιήθηκαν το τελευταίο διάστημα και οι κοινωνικές ομάδες που θα ζητήσουν σύντομα διεξόδους από το καθεστώς Τραμπ, να διεκδικήσουν την εξουσία μέσα από ένα νέο πολιτικό σχηματισμό ή να προσπαθήσουν να αλλάξουν τις ισορροπίες στο εσωτερικό του Δημοκρατικού κόμματος;

Για όσους έχουν ενηλικιωθεί πολιτικά στην Ευρώπη το ερώτημα φαντάζει σαν ένα δίλημμα ανάμεσα στη ρήξη και την ενσωμάτωση. Για τις ΗΠΑ όμως η κατάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη. Η επιλογή της δημιουργίας ενός νέου κόμματος, η οποία φαίνεται προφανής επιλογή σε έναν εξωτερικό παρατηρητή, σκοντάφτει στο καφκικό πολιτικό τοπίο που κυριάρχησε στις ΗΠΑ από την περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της εποχής, βλέποντας τη δυναμική του λαϊκού κινήματος και την τάση δημιουργίας ενός Εργατικού Κόμματος, που θα συνδεόταν με τα συνδικάτα, πρόλαβε να θωρακίσει το δικομματικό σύστημα με σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων.

Έτσι, ενώ στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου η δημιουργία ενός κόμματος απαιτεί μερικές γραφειοκρατικές πράξεις – ή στη χειρότερη περίπτωση τη συγκέντρωση μερικών χιλιάδων υπογραφών – στις ΗΠΑ ένας υποψήφιος που θα ήθελε να κατέβει στις εκλογές με τρίτο κόμμα έπρεπε να περάσει έναν ασύλληπτο Γολγοθά. Σε ορισμένες πολιτείες καλούνταν σε διάστημα λίγων ημερών ή εβδομάδων να συγκεντρώσει υπογραφές από το 10% όσων ψήφισαν στις προηγούμενες εκλογές.

Είναι χαρακτηριστικό πως το 1931, όταν οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές παρουσίασαν μεγάλη άνοδο στην Φλόριντα, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι τα μόνο κόμματα που θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στην εκλογική διαδικασία ήταν όσα είχαν συγκεντρώσει 30% των ψήφων σε δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει εκτός διαδικασίας και το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, γεγονός που ανάγκασε το νομοθετικό σώμα της Φλόριντας να περιορίσει το απαιτούμενο ποσοστό – τόσο ώστε να μπουν μόνο οι Ρεπουμπλικάνοι.

Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε πέρυσι στην Αριζόνα. Όταν το νομοθετικό σώμα, που ελέγχεται από τους Ρεπουμπλικάνους, διαπίστωσε την άνοδο του Φιλελεύθερου Κόμματος (Libertarian), ψήφισε νόμο που ανάγκαζε κάθε υποψήφιο του κόμματος να συγκεντρώσει 3.023 υπογραφές, αντί για 134 που απαιτούνταν μέχρι τότε. Σε συνδυασμό με τις συνεχείς νομικές παρενοχλήσεις που μπορούν να προκαλούν οι γερουσιαστές των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικάνων (παρεμβαίνοντας και στις εσωτερικές διαδικασίες και τη δομή των μικρών κομμάτων) όσοι τόλμησαν να αμφισβητήσουν το δικομματικό σύστημα διαπίστωσαν ότι δαπανούσαν περισσότερο χρόνο και πόρους και πόρους σε δικαστήρια και στα έδρανα της γερουσίας, παρά στην καθημερινή πολιτική δραστηριότητα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότεροι κανονισμοί που ισχύουν σήμερα στις ΗΠΑ για την είσοδο τρίτου κόμματος στην πολιτική αρένα, θα κρίνονταν απαράδεκτοι από το Συμβούλιο της Ευρώπης, το οποίο στο παρελθόν έχει καταδικάσει ανάλογες πρακτικές που εφαρμόζονταν στη δικτατορία της Λευκορωσίας και στο Αζερμπαϊτζάν.

Η κατάσταση όμως είναι εξίσου τραγική και για όσους θα ήθελαν να επιβάλουν στο Δημοκρατικό κόμμα μια ριζοσπαστική ατζέντα. Ο μηχανισμός που στήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στο εσωτερικό του κόμματος εξασφαλίζει ότι μπορούν να αναρριχηθούν μόνο στελέχη με διασυνδέσεις και αμύθητες προσωπικές περιουσίες. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν επικοινωνούν με τη βάση του κόμματος παρά μόνο τη στιγμή που θα ζητήσουν την ψήφο της. Οι ψηφοφόροι δεν αποκτούν ποτέ το καθεστώς μέλους του κόμματος παρά μόνο του οικονομικού υποστηρικτή.

Η συγκεκριμένη αρχή, ότι ο πολιτικός στήνει πρώτα την καριέρα του και μετά αναζητά τους οπαδούς βρίσκεται στο DNA του Δημοκρατικού κόμματος από το 1830. Το μόνο που άλλαξε τις τελευταίες δεκαετίες είναι το ποσό που πρέπει να δαπανήσει για να φτάσει να συμμετέχει ενεργά στην προεκλογική διαδικασία. Αρκεί να σκεφτεί κανείς, ότι οι προεδρικές εκλογές του 1980 στοίχισαν συνολικά 161 εκατομμύρια δολάρια ενώ το 2016 το ποσό είχε φτάσει τα 6,9 δισεκατομμύρια, για να καταλάβει το μέγεθος του παιχνιδιού που παίζεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση.

Το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο λοιπόν κατόρθωσε να θωρακιστεί απόλυτα από κάθε λαϊκή παρέμβαση γεγονός που το καθιστά φαινομενικά άτρωτο – αλλά πρακτικά ευάλωτο σε μια ολοκληρωτική κατάρρευση.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα Πριν – 29/1/2017

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR