This post is also available in: English

Η φιλελεύθερη Αμερική συνειδητοποιεί με φρίκη ότι σε αρκετούς τομείς οι ΗΠΑ του Τραμπ είναι ίδιες ή χειρότερες με τις πιο σκοτεινές ημέρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Μήπως όμως έτσι δεν ήταν πάντα;

«Zω στη Σοβιετική Ενωση του Τραμπ», έγραφε λίγα 24ωρα μετά την εκλογή του νέου Αμερικανού προέδρου ο ρωσικής καταγωγής Εβραίος συγγραφέας Γκάρι Στέινγκαρτ. «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην εποχή του Τραμπ είναι μια εικόνα του Λένινγκραντ από το 1979», συνέχιζε ο ίδιος αναφερόμενος στον υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους Εβραίους οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί του νέου προέδρου.

Ο Στέινγκαρτ, ο οποίος μετακόμισε με την οικογένειά του από την ΕΣΣΔ στις ΗΠΑ, ήταν από τους πρώτους που συνέδεσαν τον Τραμπ με την πρώην Σοβιετική Ενωση, αλλά δεν ήταν ο μόνος.

«Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σαν εμένα εγκατέλειψαν χώρες που ελέγχονταν από επικίνδυνους, απολυταρχικούς οπορτουνιστές σαν τον Ντόναλντ Τραμπ», έλεγε ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ την ίδια περίπου περίοδο. Όταν όμως ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ ανέλαβε και επισήμως τα καθήκοντά του, ακόμη και οι πιο σκληροί επικριτές της πρώην ΕΣΣΔ φάνηκε να «αναπολούν» ορισμένους από τους ηγέτες της Μόσχας.

Ο δημόσιος ραδιοφωνικός σταθμός PRI αναζήτησε πρόσφατα τη δισέγγονη του Νικίτα Χρουστσόφ, η οποία δήλωσε ότι πανικοβάλλεται όταν ακούει τον Τραμπ να χρησιμοποιεί τη φράση «εχθρός του λαού».

Όπως εξηγούσε η Νίνα Χρούστσεβα, αρχικά τη συγκεκριμένη φράση χρησιμοποιούσαν ο Τρότσκι και ο Λένιν, αλλά στα χρόνια του Στάλιν μετατράπηκε σε πολιτικό εργαλείο… που άνοιξε τον δρόμο για τα γκουλάγκ.

Η ίδια, μάλιστα, απορούσε πώς μπορεί να ακούγεται σήμερα από το πόντιουμ του Λευκού Οίκου αυτή η φράση, όταν ακόμη και ο προπάππος της είχε ζητήσει να μη χρησιμοποιείται στην ΕΣΣΔ μετά τον θάνατο του Στάλιν.

Ακόμη πιο σκληρός ο Ρώσος πανεπιστημιακός Μιχαήλ Λοσέλ έγραψε προ ημερών τις παρακάτω γραμμές στο περιοδικό «New Yorker»: «Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ, Αντρόποφ, Τσερνιένκο, Γκορμπατσόφ. Κανένας από αυτούς –ούτε ο ημιθανής Τσερνιένκο ούτε ο ασυνάρτητος και σχιζοφρενής Μπρέζνιεφ– δεν θα αυτοταπεινωνόταν τόσο βαθιά και ολοκληρωτικά όσο το έκανε με απόλυτη φυσικότητα ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, μπροστά σε δεκάδες εκατομμύρια τηλεθεατές, πραγματοποιώντας ένα 77λεπτο συναισθηματικό στριπτίζ, καμουφλαρισμένο πίσω από το διάφανο πέπλο μιας συνέντευξης Τύπου του Λευκού Οίκου».

Ορισμένοι, λοιπόν, από τους διασημότερους αντικαθεστωτικούς πρόσφυγες της πρώην ΕΣΣΔ συμφωνούν ότι οι σημερινές ΗΠΑ είναι σε πολλά σημεία ίδιες και χειρότερες από τη χώρα που άφησαν πίσω τους. Χρειαζόταν όμως να έρθει στην εξουσία ένας δισεκατομμυριούχος τηλεοπτικός αστέρας με πορτοκαλί μαλλιά, ώστε να ανακαλύψουν οι Αμερικανοί πολίτες και ο δυτικός κόσμος τις ομοιότητες των ΗΠΑ με ορισμένες από τις πιο σκοτεινές πτυχές της Σοβιετικής Ενωσης;

Γεννήθηκα σε μια δυστοπία – πρέπει τώρα να πεθάνω σε μια άλλη; Γκάρι Στέινγκαρτ (Αμερικανός συγγραφέας, γεννημένος στο Λένινγκραντ)

Πριν από λίγα χρόνια ο αναλυτής Ανταμ Γκόπνικ, γράφοντας στο περιοδικό «New Yorker», υπολόγισε ότι υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι υπό «σωφρονιστική επιτήρηση» στις ΗΠΑ από όσους υπήρχαν στο αρχιπέλαγος των γκουλάγκ του Στάλιν – για την ακρίβεια σήμερα ένας στους τέσσερις κρατούμενους παγκοσμίως βρίσκεται σε αμερικανική φυλακή.

Αναφερόμενος στις δυνατότητες ηλεκτρονικής παρακολούθησης Αμερικανών πολιτών από την NSA, ο πρώην αξιωματούχος της ανατολικογερμανικής Στάζι, Γούλφανγκ Σμιτ, δήλωνε ότι «για εμάς αυτό θα ήταν ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα». «Η KGB, η Στάζι και η Γκεστάπο θα το λάτρευαν» συνηγορούσε και ο Ουίλιαμ Μπίνεϊ, πρώην ανώτατο στέλεχος της NSA.

Αρκετές δεκαετίες νωρίτερα, ο Νόαμ Τσόμσκι εξηγούσε ότι η σύγκριση των ΗΠΑ με το τυραννικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης δεν μπορεί να είναι πλήρης εάν δεν αντιληφθούμε ότι η Ουάσιγκτον ασκούσε στις χώρες της Λατινικής Αμερικής τον ίδιο βαθμό ελέγχου που ασκούσε η Μόσχα στο Ανατολικό Μπλοκ.

«Στην Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και κάθε χώρο επιρροής της ΕΣΣΔ (οι αντιφρονούντες) περνούσαν πολύ δύσκολα», εξηγούσε ο Τσόμσκι, συμπληρώνοντας όμως ότι «δεν περίμεναν να έχουν τη μοίρα των Ιησουιτών διανοούμενων της λατινικής Αμερικής που τους τίναζαν τα μυαλά στον αέρα επίλεκτες στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες εκπαιδεύονταν και διοικούνταν από τις ΗΠΑ».

Αν σε όλα αυτά προσθέταμε και τα πολύ πιο πρόσφατα περιστατικά εκτελέσεων και βασανιστηρίων, που δεν πραγματοποιούνται πλέον δι’ αντιπροσώπων αλλά από το ίδιο το αμερικανικό κράτος, το κατηγορητήριο βαραίνει επικίνδυνα για τις ΗΠΑ.

Αν, όμως, εδώ και δεκαετίες (ή έστω στα χρόνια του Τραμπ) η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής αγγίζει ή ξεπερνά σε βαρβαρότητα τα κακώς κείμενα της πρώην ΕΣΣΔ, τι έχουν να αντιπαραβάλουν οι ΗΠΑ στη ζυγαριά του ανθρώπινου πολιτισμού; Μήπως το δωρεάν, καθολικό σύστημα υγείας και εκπαίδευσης; Την παροχή στέγης ή τη σχεδόν μηδενική ανεργία; Το να συγκεντρώνεις τα χειρότερα δεινά των δυο κόσμων δεν είναι κατόρθωμα, είναι κατάντια.

Αν τουλάχιστον είχαν φτάσει πρώτοι στο Διάστημα, να το συζητάγαμε…

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών, 4/3/2017

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR
No more articles