Κείμενο / Φωτογραφία: Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Μάιος 2009

Δύο τεράστια πλαστικά «τουβλάκια», στην είσοδο της πόλης, προδίδουν ότι έχω φτάσει στον προορισμό μου. Χωρίς αυτά, το Μπιλούντ θα ήταν μια ακόμη απελπιστικά ανιαρή πόλη της Δανίας. Χάρη σε αυτά, είναι η πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας – της αυτοκρατορίας των Lego.

Οι «υπήκοοι» που συναντώ στο δρόμο έχουν σίγουρα κάποια σχέση με τον κολοσσό της βιομηχανίας παιχνιδιών: εάν δεν εργάζονται οι ίδιοι για τη αυτοκράτειρα Lego, σίγουρα θα έχουν αρκετούς γνωστούς και συγγενείς στην υπηρεσία της. Κάποιοι θα περνούν τις ώρες τους σχεδιάζοντας τα νέα υπερσύγχρονα ρομπότ της εταιρείας. Κάποιοι άλλοι απλώς θα μεταφέρουν κούτες με χιλιάδες πολύχρωμα τουβλάκια. Ορισμένοι είναι διευθυντικά στελέχη και πηγαινοέρχονται στην Κοπεγχάγη ή σε άλλες εσχατιές της αυτοκρατορίας. Ανάμεσά τους ζουν φύλακες που εργάζονται στη Legoland (ένα θεματικό πάρκο κατ’ εικόνα και ομοίωση της Disneyland) και λογιστές που μετρούν τα κέρδη και τις ζημιές της εταιρείας. Ακόμη και οι υπάλληλοι του αεροδρομίου του Μπιλούντ γνωρίζουν ότι οι θέσεις τους εξαρτώνται από την πορεία μιας εταιρείας που κατασκευάζει πλαστικά τουβλάκια. Τουλάχιστον 2.500 κάτοικοι του Μπιλούντ απασχολούνται σήμερα από την ίδια την εταιρεία και χιλιάδες άλλοι στηρίζονται έμμεσα στις δραστηριότητες.

Η ταυτότητα συμφερόντων όλων των κατοίκων με κάνει να αισθάνομαι ολότελα ξένος μέσα στην πόλη. Σαν ένα playmobil που ξέπεσε στο κουτί με τα Lego. «Και που να ερχόσασταν πριν από μερικά χρόνια» μου λέει η Σαρλότ Σιμίνσεν, διευθύντρια επικοινωνίας του ομίλου. Σχεδόν ένας στους δυο κατοίκους της πόλης (συμπεριλαμβανομένων βρεφών, παιδιών και συνταξιούχων) περνούσαν από το λογιστήριο της Lego για να πάρουν το μηνιάτικο.

Πριν από μισό αιώνα, όταν ο πατέρας της Lego, Όλε Κιρκ Κρίστιανσεν, εγκατέλειψε τα ξύλινα παιχνίδια που κατασκεύαζε για να παρουσιάσει τα πρώτα πλαστικά τουβλάκια κανένας δεν φανταζόταν ότι η επιχείρησή του θα κατάπινε τη ζωή ολόκληρης της πόλης. Σε αυτά τα 50 χρόνια η οικογένεια Κρίστιανσεν πούλησε τόσα τουβλάκια ώστε σήμερα αντιστοιχούν 62 από αυτά σε κάθε άνθρωπο του πλανήτη.

Για να καταλάβω καλύτερα πως μετριέται η επιτυχία ενός παιχνιδιού σε κυβικά μέτρα πλαστικού κινούμαι προς τη Legoland. Κοντά στην είσοδο με περιμένει ένας γιγαντιαίος πλαστικός Παρθενώνας. Πίσω του στέκει το Αμερικανικό Καπιτώλιο και σε μια άλλη γωνία ένα ολόκληρο βουνό από πλαστικά τουβλάκια σχηματίζει ένα αντίγραφο του όρους Ράσμορ, με τις προτομές τεσσάρων Αμερικανών προέδρων – για την κατασκευή όλων των μνημείων χρειάστηκαν 20 εκατομμύρια κομμάτια.

Υπό διαφορετικές συνθήκες η Legoland θα αποτελούσε μνημείο της επιτυχίας ενός Δανού ξυλουργού. Στην πραγματικότητα το συγκεκριμένο πάρκο ήταν ένα από τα φαραωνικά δημιουργήματα που λίγο έλειψε να οδηγήσουν της εταιρείας σε χρεοκοπία. «Εμείς δεν φοβόμαστε την κρίση, είχαμε κάνει πρόβα τζενεράλε πριν από μερικά χρόνια» μου λέει γελώντας η Σαρλότ Σιμίνσεν.

Το 2004-2005 η εταιρεία είχε βρεθεί ένα βήμα πριν από την πτώχευση. Η τοπική κοινότητα κλήθηκε να πληρώσει το κόστος των ανοιγμάτων που πραγματοποιούσαν για χρόνια τα διευθυντικά στελέχη. Η «εμπροσθοφυλακή» προχωρούσε σε ανεξερεύνητα εδάφη αδιαφορώντας για τη διατήρηση των γραμμών ανεφοδιασμού. Και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις το κόστος της αποτυχίας επωμίζονται οι στρατιώτες στα μετόπισθεν – στην περίπτωσή μας οι κάτοικοι του Μπιλούντ.

Η Lego ψαλίδισε χιλιάδες θέσεις εργασίας ενώ μετέφερε βιομηχανικές μονάδες στο Μεξικό και την Τσεχία. Τα εργοστάσια αποσυναρμολογήθηκαν σαν ένα τεράστιο παιχνίδι. Μόνο που τα «ανθρωπάκια» που εργάζονταν σε αυτά έπρεπε να μείνουν στο Μπιλούντ. Σε διαφορετική περίπτωση μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε μια ολόκληρη πόλη στα όρια της απόλυτης εξαθλίωσης, αν όχι σε μια αιματηρή εξέγερση. Οι ιδιαιτερότητες του Μπιλούντ καθιστούσαν κάθε απόφαση της Lego ένα επικίνδυνο πείραμα το οποίο παρακολουθούσαν οικονομολόγοι, κοινωνιολόγοι και πολιτικοί από ολόκληρο τον κόσμο.

Το Μπιλούντ όμως αντιμετώπισε στωικά τις χιλιάδες απολύσεις που απειλούσαν να διαρρήξουν τον κοινωνικό του ιστό. Για την Σιμίνσεν η στάση των κατοίκων οφείλεται στην «κατανόηση» που έδειξαν οι εργαζόμενοι και στην «αφοσίωση τους προς την εταιρεία». Οι περισσότεροι οικονομολόγοι όμως που ασχολήθηκαν με την περίπτωση του Μπιλούντ, και την οικονομία της Δανίας εν γένει, έχουν διαφορετική άποψη. Γι’ αυτούς, η διάσωση της πόλης οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι ολόκληρη η οικονομία της Δανίας λειτουργεί σαν ένα μεγάλο παιχνίδι Lego (οι ίδιοι προτιμούν τον αρκετά πιο βαρύγδουπο όρο flexicurity ή ελαστασφάλεια): Οι επιχειρήσεις δεν έχουν κανένα περιορισμό να επιβάλλουν απόλυτα ελαστικούς όρους εργασίας αλλά και να απομακρύνουν ολόκληρες βιομηχανικές μονάδες κατά το δοκούν.

Μπορούν δηλαδή να ανασυνθέτουν την επιχείρηση σαν ένα παιχνίδι με τουβλάκια. Την ασφάλεια των εργαζομένων, όμως, αναλαμβάνει ένα ισχυρότατο κράτος πρόνοιας και εξίσου ισχυρά συνδικάτα. Οι απολυμένοι συνεχίζουν να πληρώνονται για περίπου έξι μήνες ενώ το κράτος αναλαμβάνει τη δωρεάν μετεκπαίδευσή τους, ώστε να αναζητήσουν αμέσως άλλη εργασία.

Οικονομολόγοι στις ΗΠΑ ήταν τόσο ενθουσιασμένοι ώστε το περιοδικό Forbes έφτασε να προτείνει το μοντέλο της Δανίας στον πρόεδρο Ομπάμα ως την καλύτερη λύση για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η Ευρώπη, όμως, ήταν πιο επιφυλακτική. Οι εταιρείες, σημειώνουν αρκετοί οικονομολόγοι, μπορεί να παίζουν ελεύθερα με τα Lego τους αλλά όταν γίνεται κάποια ζημιά είναι οι γονείς (δηλαδή το κράτος και οι φορολογούμενοι) που πληρώνουν τα σπασμένα.

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR
No more articles