Η συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων σχετικά με το χρέος των ΗΠΑ μπορεί να ξεκλείδωσε προσωρινά το «λουκέτο» στη λειτουργία του δημόσιου τομέα και να ανέβαλε το ενδεχόμενο της αποκαλούμενης «χρεοκοπίας», παράλληλα όμως αποκάλυψε και ένα επικίνδυνο παιχνίδι που παίζεται τα τελευταία χρόνια και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Κυβερνήσεις επισείουν την απειλή της χρεοκοπίας προκειμένου να επιβάλλουν στον πληθυσμό πολιτικές που σε διαφορετική περίπτωση θα συναντούσαν ανυπέρβλητα εμπόδια.

Αν και το ενδεχόμενο αθέτησης πληρωμών από την πλευρά της οικονομικής υπερδύναμης θα είχε αναμφίβολα επιπτώσεις στη διεθνή αγορά, πίσω από την τρομολαγνία που επικράτησε σε αρκετά αμερικανικά μέσα ενημέρωσης κρύβεται και η προσπάθεια επιβολής σκληρών οικονομικών μέτρων που θα πλήξουν εκατομμύρια πολίτες. Για να στηριχθεί το σχέδιο της κυβέρνησης, σύμφωνα με το οποίο μια στάση πληρωμών ισοδυναμεί με ολοκληρωτική καταστροφή, τα media έπρεπε να αποκρύψουν επιμελώς το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν προχωρήσει πολλές φορές σε αθέτηση πληρωμών χωρίς να τους πέσει… ο ουρανός στο κεφάλι.

Μια χρεοκοπία παλιά όσο και οι ΗΠΑ

Η σημαντικότερη αθέτηση πληρωμών, η οποία μάλιστα αφορούσε και το εξωτερικό χρέος της Αμερικής ήρθε το 1790, όταν το αμερικανικό κράτος πραγματοποιούσε ακόμη τα νηπιακά του βήματα. Ο Τζορτζ Ουάσινγκτον με την Χρηματοδοτική Πράξη του 1790 μετέφερε στη νεοσύστατη ομοσπονδιακή κυβέρνηση όλα τα χρέη των πολιτειών. Αν και θεωρητικά η κίνηση αυτή εξασφάλιζε τα συμφέροντα των δανειστών, αφού οι περισσότερες πολιτείες αδυνατούσαν να αποπληρώσουν το χρέος από μόνες τους, στην πράξη ανέβαλε την αποπληρωμή των τόκων μέχρι το 1801 – γεγονός που αποτελεί αθέτηση πληρωμής.

Παρά το γεγονός ότι αρκετοί οικονομολόγοι άσκησαν κριτική στον Τζορτζ Ουάσινγκτον, γιατί με την κίνησή του επέτρεψε στους κερδοσκόπους της εποχής να αποκομίσουν εύκολα κέρδη, το τελικό αποτέλεσμα απέδειξε ότι μια νομισματική ένωση μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μόνο όταν υπάρχει μια ισχυρή κεντρική διοίκηση έτοιμη να συνδράμει τα αδύναμα μέλη της και κυρίως να βάλει τα συμφέροντα των δανειστών σε δεύτερη μοίρα.

Το 1933 ήρθε μια ακόμη αθέτηση πληρωμών στις εσωτερικές υποχρεώσεις της αμερικανικής κυβέρνησης από τον πρόεδρο Ρούσβελτ. Οι ΗΠΑ στήριζαν μέχρι τότε την έκδοση ομολόγων στα αποθέματα χρυσού που διέθεταν στα θησαυροφυλάκια τους, γεγονός που σήμαινε ότι οι δανειστές θα έπαιρναν την αξία της επένδυσής του σε χρυσό ανεξαρτήτως της υποτίμησης του αμερικανικού νομίσματος. Ο Ρούσβελτ όμως, με ειδική ρύθμιση του Κογκρέσου, αθέτησε αυτή την υπόσχεση δίνοντας στους δανειστές υποτιμημένα χαρτονομίσματα. Οι κάτοχοι ομολόγων προσέφυγαν στο ανώτατο δικαστήριο, και παρά το γεγονός ότι αρκετοί δικαστές διαφώνησαν ανοιχτά με την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης χαρακτηρίζοντάς την «ανήθικη», έκριναν ότι οι ΗΠΑ ως κυρίαρχο κράτος είχαν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν σε αυτή την έμμεση αθέτηση πληρωμών. Η λέξη κλειδί και σε αυτή την περίπτωση ήταν το «κυρίαρχο» αλλά και η διαπίστωση ότι η «ηθική», όπως γίνεται αντιληπτή στα προσωπικά χρέη μεταξύ πολιτών, δε έχει καμία εφαρμογή στην περίπτωση κρατών που οφείλουν να αποφασίσουν για τα συμφέροντα των πολιτών τους και όχι των δανειστών τους.

H μακρά παράδοση της αμερικανικής αθέτησης πληρωμών θα συνεχιστεί το 1979 όταν στο Κογκρέσο ξέσπασε και πάλι μια σφοδρή πολιτική κρίση σχετικά με το λεγόμενο πλαφόν του δημοσίου χρέους. Η αντιπαράθεση προκάλεσε καθυστέρηση στην κάλυψη των υποχρεώσεων του δημοσίου. Αν και το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό  γεγονός θεωρείται πρόβλημα τεχνικής φύσεως πληροί πλέον όλες τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί αθέτηση πληρωμών.

Το μεγάλο «κανόνι» του Νίξον

Οικονομολόγοι και ιστορικοί διαφωνούν ακόμη και σήμερα για το αν θα έπρεπε να χαρακτηρίσουν σαν αθέτηση πληρωμών μια σειρά γεγονότων στην αμερικανική ιστορία που σχετίζεται με την υποτίμηση του αμερικανικού νομίσματος σε σχέση με τα αποθέματα χρυσού της χώρας. Σύμφωνα, λόγου χάρη, με τον καθηγητή οικονομικών Τζέραλντ Επστάιν, η απόφαση του Νίξον να διακόψει την μετατρεψιμότητα του χρυσού σε δολάρια το 1971, αν και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί στάση πληρωμών, με την επιστημονική έννοια του όρου, αποτελεί μια τεράστια «αθέτηση υπόσχεσης» προς το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Μέχρι τότε οι κεντρικές τράπεζες όλου του κόσμου μπορούσαν να μετατρέψουν τα δολάρια που κατείχαν στα αποθεματικά τους σε χρυσό σε μια σταθερή ισοτιμία 35 δολαρίων την ουγγιά.

Διακόπτοντας τη δυνατότητα μετατροπής και υποτιμώντας το δολάριο η Ουάσινγκτον μετέφερε στις πλάτες ξένων κεντρικών τραπεζών ένα μέρος της αποτυχίας της να εγγυηθεί την αξία του δολαρίου σαν παγκόσμιου νομίσματος. Ουσιαστικά δηλαδή οι ΗΠΑ με μια μονομερή πράξη, που χαρακτηρίστηκε «πραξικοπηματική» από αρκετούς οικονομολόγους, τίναξαν στον αέρα την οικονομική αρχιτεκτονική που είχαν συμφωνήσει οι νικητές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στο Μπρέτον Γούντς. Παρά τις οργισμένες δηλώσεις αρκετών Ευρωπαίων ηγετών, όπως ο Ζισκαρ Ντ’ε Εστέν και ο Ούλοφ Πάλμε, οι ισχυρές χώρες της ΕΟΚ δεν κατάφεραν τότε να δημιουργήσουν ένα κοινό μέτωπο εναντίον των ΗΠΑ ώστε να αποτρέψουν την υποτίμηση του δολαρίου και αυτή την άτυπη αθέτηση πληρωμών.

Ακολουθώντας σήμερα το ίδιο μονοπάτι οικονομικής σκέψης η Κίνα φαίνεται πως έχει απόλυτο δίκιο λέγοντας ότι αφήνοντας την αξία του δολαρίου να κατρακυλήσει το τελευταίο διάστημα έχει ήδη προχωρήσει σε αθέτηση πληρωμών χωρίς να το ανακοινώνει δημοσίως.

Η χρεοκοπία των πολιτειών

Πέρα όμως από τις επίσημες ή ανεπίσημες «χρεοκοπίες» της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αρκετές πολιτείες έχουν κατά καιρούς βαρέσει ηχηρά «κανόνια».  Το 1841 η κατάσταση θύμιζε υπερβολικά το 2008 καθώς οι φούσκες στην αγορά ακινήτων συμπαρέσυραν τράπεζες αλλά και ολόκληρες κυβερνήσεις πολιτειών. Εννέα πολιτείες δήλωσαν αδυναμία πληρωμής των χρεών τους ενώ το 1873 η ιστορία επαναλήφθηκε με σχεδόν πανομοιότυπο τρόπο για άλλες 10 πολιτείες. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο αρκετές πολιτείες έθεσαν νομικούς περιορισμούς στο επιτρεπτό όριο δανεισμού και συσσώρευσης χρέους – ρυθμίσεις που θυμίζουν αρκετά τις συνταγματικές αλλαγές που επιβλήθηκαν σε χώρες όπως η Αργεντινή μετά τη χρεοκοπία.

Σε καμία από τις περιπτώσεις επίσημης ή ανεπίσης «χρεοκοπίας» οι ΗΠΑ δεν οδηγήθηκαν στην καταστροφή. Αντίθετα η πολιτική λιτότητας που επιβλήθηκε, αρκετές φορές με πρόσχημα την αποφυγή της αθέτησης πληρωμών, είχε τραγικές επιπτώσεις για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Με την τελευταία συμφωνία Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων οι περικοπές μέσα στα επόμενα οκτώ χρόνια αναμένεται να αγγίξουν το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Οκτώβριος 2013

Σχετικά θέματα:
ΗΠΑ: On the road… χωρίς γέφυρες
«Αμερικανικός φασισμός». Οι ΗΠΑ στα χέρια των εταιρειών

CLOSE
CLOSE