Το κείμενο δημοσιεύτηκε το 2001 στο περιοδικό ΜΕΤΡΟ. Το αναδημοσιεύουμε με αφορμή το θάνατο του δημοσιογράφου Ηλία Δημητρακόπουλου – του ανθρώπου που τα έβαλε με τον Κίσινγκερ και τη CIA και τους κέρδισε.

«Προσωπική εμπλοκή σε απόπειρα δολοφονίας αρχηγού κράτους αλλά και σε σχέδιο απαγωγής και δολοφονίας δημοσιογράφου». Σε οποιοδήποτε χώρα, η διατύπωση και μόνο αυτών των καταγγελιών που γίνεται στο βιβλίο «The Trial of Henry Kissinger» του Κρίστοφερ Χίτσενς, θα αρκούσε για να παραπεμφθεί ο πρώην «μάγος της διπλωματίας» στο δικαστήριο. Οχι όμως για την Ελλάδα και την Κύπρο! Τα σχέδια δολοφονίας του αρχιεπίσκοπου Μακάριου και του έλληνα δημοσιογράφου Ηλία Δημητρακόπουλου, στα οποία ο Κίσινγκερ φέρεται άμεσα αναμεμιγμένος, δεν αρκούν όπως φαίνεται για να κινηθεί η εναντίον του διαδικασία. Είναι λοιπόν τόσο παράλογο να ζητά κανείς την παραδειγματική τιμωρία του πρώην υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ; Κάθε άλλο! «Θα ήταν πάρα πολύ απλό να γίνει και να καταλήξει στη φυλακή ή σε κάποιο φρενοκομείο» δήλωνε πριν από μερικές εβδομάδες ο Νόαμ Τσόμσκι.

Ο κλοιός σφίγγει απειλητικά γύρω από τη σύγχρονη ενσάρκωση του Μακιαβέλι και ο ίδιος δείχνει να το γνωρίζει πολύ καλά. «Κινδυνεύουμε να αντικαταστήσουμε την τυραννία των κυβερνήσεων με αυτή των δικαστών και ξεχνάμε ότι η δικτατορία της ηθικής οδήγησε πολλές φορές στην ιερά εξέταση και το κυνήγι μαγισσών» έγραφε πριν από μερικές εβδομάδες στο Foreign Affairs μη μπορώντας, προφανώς, να κρύψει την ανησυχία του.

Ο άνθρωπος που πριν από μερικές δεκαετίες διοικούσε το πανίσχυρο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, φοβάται να βγει από τα σύνορα της χώρας του για να μην έχει την τύχη του δικτάτορα Αγκούστο Πινοσέτ ή του Μιλόσεβιτς. Ο πολιτικός που ως πρόεδρος της διαβόητης «επιτροπής 40» είχε υπό τον έλεγχό του και την τελευταία κίνηση των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών, δεν μπορεί να επισκεφτεί ούτε καν το Παρίσι αφού η γαλλική αστυνομία τον αναζητά για να καταθέσει στην υπόθεση εξαφάνισης πέντε Γάλλων πολιτών στην Χιλή. Εν τω μεταξύ, μέσα στην ίδια του τη χώρα, το περιοδικό Village Voice παροτρύνει τους αναγνώστες να τον συλλάβουν οι ίδιοι, ασκώντας το δικαίωμα της λεγόμενης «σύλληψης από πολίτες».

Το ΜΕΤΡΟ επιχειρεί, σήμερα, να θυμίσει τα γεγονότα που βαρύνουν τον Κίσινγκερ σε σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο και ζητά τη γνώμη διακεκριμένων επιστημόνων για τη δυνατότητα παραπομπής του «μάγου» σε διεθνές δικαστήριο.

Ο «προαγωγός» της Δημοκρατίας

Δεν χρειάζεται, φυσικά, να επιχειρηματολογήσει κανείς ιδιαίτερα για να αποδείξει ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε πλήρη γνώση του σχεδίου πραξικοπήματος εναντίον της Κύπρου (που θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην απόπειρα δολοφονίας του Μακάριου) αλλά και της μετέπειτα Τουρκικής εισβολής. Ο ίδιος ο Κίσινγκερ σημειώνει στο Βιβλίο του «Years of Renewal» ότι θεωρούσε δεδομένο πως «η επόμενη ενδοκοινοτική σύγκρουση στην Κύπρο θα προκαλούσε εισβολή των Τούρκων». Όσο για το ίδιο το πραξικόπημα στη Λευκωσία (που οργάνωσε το, ελεγχόμενο από τη CIA, καθεστώς των Αθηνών) δεν μπορεί να επικαλεστεί άγνοια αφού δυο μήνες πριν από την ανατροπή του Μακάριου είχε λάβει σχετικό υπόμνημα από τον Τόμας Μπογιάτ, υπεύθυνο του Στειτ Ντιπάρτμεντ για την Κύπρο.

Πως εξηγείται, όμως, ότι ενώ γνώριζαν και οι πέτρες για την απόπειρα πραξικοπήματος και την τουρκική εισβολή, ο δικτάτορας Ιωαννίδης εμπόδισε κάθε κίνηση που θα μπορούσε να ανακόψει τα σχέδια της Αγκυρας; Η σκιά του Κίσινγκερ πλανάται και πάλι στο χώρο. Όπως αποκάλυψε το περιοδικό Newsweek, o άνθρωπος που έπεισε τον Ιωαννίδη ότι η «Τουρκία μπλοφάρει» ήταν ο Πέτρος Κορομηλάς, «σταθμάρχης» της CIA στην Αθήνα. Υπάρχει περίπτωση ο μυστικοσύμβουλος της Ουάσινγκτον να δρούσε εν αγνοία του Κίσινγκερ, ο οποίος είχε τον τελικό λόγο σε κάθε αποστολή των μυστικών υπηρεσιών; Πολύ περισσότερο που, όπως αποκάλυψε αργότερα ο Τούρκος δημοσιογράφος Μεχμέτ Αλί Μπιράντ, ο Κίσινγκερ βρισκόταν σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τον (πρώην φοιτητή του) Μπουλέντ Ετσεβίτ ενώ γνώριζε και την τελευταία λεπτομέρεια των τουρκικών σχεδίων απόβασης.

Ούτε μπορεί να υπάρξει, φυσικά, οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο Κίσινγκερ επιθυμούσε την απομάκρυνση, με κάθε τρόπο, του προέδρου Μακάριου. «Αυτός ευθύνεται για την ένταση στην Κύπρο» έγραφε σε ένα από τα βιβλία του ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας αναφερόμενος στον άνθρωπο που ο ίδιος αποκαλούσε «Φιντέλ Κάστρο της Μεσογείου». Την αντιπάθειά του αυτή δεν την έκρυβε ούτε μπροστά στον Μακάριο. «Εχω ακούσει ότι είστε πολύ σκληρός διαπραγματευτής… σαν εβραίος» του είχε πει όταν τον συνάντησε κάποτε στην Κύπρο.

Αν και αρκετοί από τους βασικούς μάρτυρες που θα μπορούσαν να καταθέσουν σε βάρος του Κίσινγκερ δεν βρίσκονται πια στη ζωή (ο Αμερικανός πρέσβης στη Λευκωσία σκοτώθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες μετά την εισβολή ενώ ακόμη και ο αγωνιστής Αλέξανδρος Παναγούλης, που ερευνούσε τις διασυνδέσεις των πραξικοπηματιών με τη CIA, βρήκε μυστηριώδη θάνατο σε τροχαίο στη Βουλιαγμένη), δεν θα δυσκολευτούμε να συντάξουμε ένα πρώτο κατηγορητήριο. «Υπάρχει το απαιτούμενο έρεισμα για δυο βασικούς λόγους» εξηγεί στο ΜΕΤΡΟ ο καθηγητής Κώστας Γουλιάμος, διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών. «Καταρχάς, αναγνώρισε τους απριλιανούς δικτάτορες και μεταξύ αυτών τον Ιωαννίδη. Κατά δεύτερο, υπήρξε ο μόνος αξιωματούχος που ερωτοτροπούσε με την ιδέα αναγνώρισης του πραξικοπήματος και του καθεστώτος Σαμψών».

Ο Κίσινγκερ, όμως, εξηγεί ο κ.Γουλιάμος «είναι υπόλογος και απέναντι στους Αμερικάνους για δυο λόγους: Πρώτον γιατί παραβίασε την αρχή του Foreign Assistance Act (FAA) σύμφωνα με την οποία ένα κράτος (Τουρκία) είναι άμεσα ακατάλληλο για περαιτέρω βοήθεια από τις ΗΠΑ αν χρησιμοποιεί αμερικανικά όπλα για επιθετικούς σκοπούς εναντίον άλλης χώρας που λαμβάνει τη βοήθεια του FAA (Κύπρος). Κατά δεύτερο λόγο υπάρχει η διμερής συμφωνία του 1947 μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας η οποία απαγορεύει χρήση αμερικανικών όπλων εναντίων οποιαδήποτε χώρας χωρίς τη συναίνεση του (Αμερικανού) προέδρου. Γι αυτό ο Κίσνγκερ κατηγορήθηκε ότι αγνόησε τον πρόεδρο ασκώντας πραξικοπηματικά προσωπική πολιτική».

Το «ελληνικό Γουότεργκεϊτ»

Ηταν Μάρτιος του 1977 όταν ο Έλληνας δημοσιογράφος Ηλίας Δημητρακόπουλος, ψάχνοντας στα αρχεία του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ βρήκε μια καταχώρηση με τον τίτλο: ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ κ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ. «Ο άνθρωπος που σας μιλάει αυτή τη στιγμή έχει διαβάσει για το θάνατό του σε επίσημο αμερικανικό έγγραφο» μας έλεγε πριν από μερικές ημέρες ο κ. Δημητρακόπουλος όταν επικοινωνήσαμε μαζί του. Παρά τις συνεχείς δικαστικές προσπάθειές του, πάντως, ο ίδιος δεν κατάφερε ποτέ να διαβάσει το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο Κίσινγκερ είχε φροντίσει να το καταχωρίσει ως «προσωπικό και απόρρητο» μην επιτρέποντας την ανάγνωσή του παρά μόνο πέντε χρόνια μετά το θάνατό του.

Ο Δημητρακόπουλος είχε κάθε λόγω να αναζητά τα σχετικά αρχεία. Έχοντας καταγγείλει από το 1968 στο Κογκρέσο ότι η ελληνική χούντα και συγκεκριμένα η ΚΥΠ χρηματοδότησε με 549.000 δολάρια την προεκλογική εκστρατεία του Νίξον, είχε βάσιμες υποψίες (που αργότερα επιβεβαιώθηκαν από τα αρχεία της ΚΥΠ) ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο για την απαγωγή και την εξόντωσή του. Σύμφωνα μάλιστα με τον ίδιο, ένας από τους λόγους της διάρρηξης που πραγματοποιήθηκε στο κτίριο Γουότεργκεϊτ της Εθνική Επιτροπή του Δημοκρατικού Κόμματος ήταν να βρεθούν τα αποδεικτικά στοιχεία αυτής της υπόθεσης (στην οποία εμπλέκονταν ο ελληνοαμερικάνος μεγιστάνας Τόμ Πάπας).

Το ερώτημα είναι και πάλι σαφές: Γνώριζε ο Κίσινγκερ τα σχέδια «εξουδετέρωσης» του Δημητρακόπουλου; Αν και ο ίδιος δηλώνει πλήρη άγνοια, είχε λάβει ενημερωτικές επιστολές από τον τότε πρέσβη στην Αθήνα Χένρι Τάσκα ο οποίος ζητούσε την παρακολούθηση του δημοσιογράφου.

Σε ερώτηση μας αν σκοπεύει να καταθέσει αγωγή εναντίον του Κίσινγκερ ο κ. Δημητρακόπους απαντά ότι κάθε άλλο παρά αποκλείει το ενδεχόμενο. «Κατά περίεργο τρόπο είμαι, ίσως, ο μόνος (από όσους αναφέρονται στο βιβλίο του Χίτσενς ως θύματα του Κίσινγκερ) που θα μπορούσε να καταθέσει ενόρκως αφού ο πρόεδρος Αλιέντε σκοτώθηκε και ο στρατηγός Σνάιντερ (αρχηγός του Γενικού Επιτελείου της Χιλής) δολοφονήθηκε. Αυτοί όμως που θα έπρεπε να ήταν πρωταγωνιστές» συνέχισε ο κ Δημητρακόπουλος «είναι η ελληνική και κυπριακή δικαιοσύνη που λάμπουν δια της απουσίας τους».

Την άποψη αυτή φαίνεται να συμμερίζεται και ο κ. Γουλιάμος, σύμφωνα με τον οποίο «Αθήνα και Λευκωσία είναι δέσμιες της βραδύτητας και της διολίσθησης που ευνοούν την πολιτική της Άγκυρας. Το νομικό πλαίσιο, όμως, υπάρχει» συνεχίζει ο διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών «ιδιαίτερα για τους πολίτες, τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις-τις πραγματικές και όχι αυτές που ελέγχονται από το δημόσιο- αλλά και τα πολιτικά κόμματα».

Πιο πιθανό θεωρεί το ενδεχόμενο, να προχωρήσει δικαστικά κάποιος πολίτης και όχι το δημόσιο, και ο Θεόδωρος Κουλουμπής, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο πανεπιστήμιο Αθηνών σύμφωνα με τον οποίο «η δημιουργία των δυο ποινικών δικαστηρίων για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα αλλά και η παραπομπή του Πινοσέτ και του Μιλόσεβιτς καθιστούν σχετικά ευκολότερο ένα τέτοιο εγχείρημα». Από την πλευρά τους, στελέχη του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, που προτίμησαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους, δήλωσαν στο ΜΕΤΡΟ ότι «η ανυπαρξία σχετικής νομοθεσίας στη χώρα μας δυσχεραίνει μια τέτοια κίνηση αλλά κάθε Έλληνας πολίτης μπορεί να το εξετάσει με τη βοήθεια του δικηγόρου του».
Μήπως έφτασε η ώρα για την απονομή δικαιοσύνης;

Δολοφονικές «συμπτώσεις»

8 Σεπτεμβρίου 1973: Ο αμερικανός πρέσβης στο Σαντιάγκο, Ναθαναήλ Ντέιβις (γνωστός για την οργάνωση ταγμάτων θανάτου στη Γουατεμάλα) μεταβαίνει εσπευσμένα στην Ουάσινγκτον προκειμένου να συναντήσει τον Κίσινγκερ. Πέντε ώρες αφού επιστρέψει στη Χιλή εκδηλώνεται πραξικόπημα. Δώδεκα ώρες αργότερα, ο Σαλβαντόρ Αλιέντε βρίσκεται νεκρός μέσα στο γραφείο του στο προεδρικό μέγαρο.

Νοέμβριος 1974: Ο Κίσινγκερ επισκέπτεται την πρωτεύουσα του Μπαγκλαντές. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στελέχη της αμερικανικής πρεσβείας στην Ντάκα πραγματοποιούν μυστικές διαβουλεύσεις με παραστρατιωτικές ομάδες που προετοιμάζουν πραξικόπημα. Στις 14 Αυγούστου του 1975 ομάδες του στρατού δολοφονούν τον πρόεδρο της χώρας σείχη Μουτζιμπούρ Ραχμάν (τον οποίο ο Κίσινγκερ συνηθίζει να παρομοιάζει με τον Αλιέντε) μαζί με 40 μέλη της οικογένειάς.

7 Δεκεμβρίου 1975: Το προεδρικό αεροσκάφος Air Force One απογειώνεται από το αεροδρόμιο της Τζακάρτα στην Ινδονησία μεταφέροντας τον πρόεδρο Τζέραλντ Φόρντ και τον Χένρι Κίσινγκερ. Πριν περάσουν 24 ώρες ο στρατός της Ινδονησίας εισβάλει στο Ανατολικό Τιμόρ. Χρησιμοποιώντας οπλισμό που έχουν αγοράσει από τις ΗΠΑ, οι ένοπλες δυνάμεις της Ινδονησίας σκοτώνουν τουλάχιστον 200.000 ανθρώπους – περίπου έναν στους τρεις κατοίκους της πρώην πορτογαλικής αποικίας.

1973: Ο Χένρι Κίσσινγκερ βραβεύεται με το Νόμπελ ειρήνης.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό ΜΕΤΡΟ, 2001

CLOSE
CLOSE