O Μπέρνι Μάντοφ, ο άνθρωπος που κατηγορείτε για τη μεγαλύτερη οικονομική απάτη με μορφή «πυραμίδας» στην ανθρώπινη ιστορία, πρέπει να γέλασε με πικρία καθώς διάβαζε τους τίτλους των οικονομικών εφημερίδων των τελευταίων εβδομάδων.

Η JP Morgan, η τράπεζα μέσω της οποίας είχε πραγματοποιήσει τις μεγαλύτερες απάτες της καριέρας του, ήρθε σε συμφωνία με το αμερικανικό υπουργείο δικαιοσύνης πληρώνοντας περίπου 1.7 δισεκατομμύριο δολάρια προκειμένου να αποφύγει τις ποινικές διώξεις. Ο ίδιος ο ο Μάντοφ έχει θεωρητικά να περάσει στη φυλακή άλλα… 145 χρόνια. Οι καλύτεροι συνεργάτες του όμως, στο έγκλημα της χιλιετίας, κυκλοφορούν ελευθεροι.

Στην ουσία της η επιχείρηση του Μάντοφ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια κλασική «πυραμίδα», ένα «σχέδιο Πόνζι» όπως το αποκαλούν στις ΗΠΑ από το όνομα του Ιταλού μετανάστη Τσαρλς Πόνζι, ο οποίος έστησε μια από τις μεγαλύτερες πυραμίδες των αρχών του περασμένου αιώνα στις ΗΠΑ. Ο Μάντοφ υποσχόταν να επενδύσει τα κεφάλαια των πελατών του στην αμερικανική και την ευρωπαϊκή αγορά ενώ στην πραγματικότητα τα συγκέντρωνε σε τραπεζικούς λογαριασμούς από όπου προσέφερε υψηλές «αποδόσεις» στους προηγούμενους πελάτες του. Ένα δαιδαλώδες δίκτυο από επιχειρήσεις – βιτρίνα αναλάμβαναν να ξεπλύνουν τα κέρδη δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι τα χρήματα επενδύονται σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ύστερα από σχεδόν δυο δεκαετίες απάτης η πυραμίδα είχε περίπου 4.000 πελάτες που έπιναν νερό στο όνομα του Μπέρνι. «Τον θεό μπορείς, αν θέλεις, να τον αμφισβητήσεις, τον Μπέρνι όμως ποτέ» έλεγε ο Μάικλ Μπιένες, συνεργάτης αλλά και πελάτης του Μάντοφ.

Η JP Morgan ήταν η βασική τράπεζα που χρησιμοποιούσε ο Μάντοφ στις παράνομες δραστηριότητές του για τουλάχιστον είκοσι χρόνια και όπως δήλωσε και ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του στους Financial Times γνώριζε πολύ καλά τις δραστηριότητές του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η τράπεζα δεν έκρινε σκόπιμο να ενημέρώσει το επενδυτικό κοινό και τις αρμόδιες αρχές για τις παράνομες δραστηριότητες του Μάντοφ, η ίδια φρόντισε πολύ νωρίς να απομακρύνει από το χαρτοφυλάκιό της τα πιο επικύνδυνα επενδυτικά στοιχεία που σχετίζονταν με αυτόν.

Ο ίδιος ο διακανονισμός αποτελεί επισήμως αναγνώριση ότι ο επικεφαλής της JP Morgan ήταν ουσιαστικά συνένοχος στην πυραμίδα του Μάντοφ. Ενώ όμως ο δευτερος καταδικάστηκε σε 150 χρόνια κάθειρξης ο πρώτος κυκλοφορεί σήμερα ελευθερος. Σε μια χώρα όπου τουλάχιστον 2 εκατομμύρια πολίτες βρίσκονται στη φυλακή και εκατομμύρια άλλοι ζουν με περιοριστικούς όρους για μικροαπάτες και εγκλήματα, οι άνθρωποι που συνέβαλαν περισσότερο στην χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, κι βύθισαν την ανθρωπότητα στην αστάθεια, τη φτώχεια και τη δυστυχία δεν πέρασαν καν έξω από κάποια δικαστική αίθουσα.

Η διαπλοκή της JP Morgan στη συγκεκριμένη υπόθεση μπορεί να αποτελεί, σε συμβολικό επίπεδο, το σημαντικότερο περιστατικό, δεδομένου ότι η «πυραμίδα» του Μάντοφ έχει χαρακτηριστεί ως η μεγαλύτερη απάτη στην ιστορία, σε καμία περίπτωση όμως δεν αποτελεί εξαίρεση στις δραστηριότητες της συγκεκριμένης τράπεζας. Το 2011 η JP Morgan κατηγορήθηκε για κερδοσκοπία στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για ψευδείς δηλώσεις στην αμερικανική ρυθμιστική αρχή ενέργειας. Λίγο αργότερα κλήθηκε να πληρώσει 4.5 δισεκατομμύρια δολάρια για παράτυπες ενέργειας στην αγορά ομολόγων που ζημίωσαν ανεπανόρθωτα τα αμερικανικά συνταξιοδοτικά ταμεία ενώ μόλις πριν από μερικούς μήνες η ίδια τράπεζα κλήθηκε να πληρώσει 13 δισεκατομμύρια δολάρια ως πρόστιμο γιατί παραπλάνησε τους επενδυτές που την εμπιστεύτηκαν για να αγοράσουν τοξικά στοιχεία πριν από την κατάρρευση της αμερικανικής αγοράς ενυπόθηκων δανείων το 2007-2008. Αν και τα ποσά αυτά, στην ονομαστική τους τιμή, φαντάζουν κολοσσιαία για οποιαδήποτε οικονομία του πλανήτη στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρότερα καθώς ένας δαιδαλώδης μηχανισμός εξασφαλίζει σημαντικές εκπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση η JP Morgan δεν φαίνεται να έχει κανένα πρόβλημα να πληρώνει τα προστίμα προκειμένου να συνεχίζει ανενόχλητη τις δραστηριότητές της αφού όπως έχουν αποκαλύψει στελέχη της, έχει κρατήσει «στην άκρη» δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τις εξωδικαστικές τις συμφωνίες με το κράτος.

Προφανώς η συγκάληψη των εγκλημάτων των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων των ΗΠΑ αλλά και της Ευρώπης δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Από τη δημιουργία του σύγχρονου τραπεζικού συστήματος, στις οικονομίες της Δύσης, το κράτος λειτουργούσε στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων σαν προστάτης των τραπεζιτών και σαν εργαλείο διαιώνισης της εξουσίας τους. Άλλωστε οι χρηματιστηριακές κρίσεις του 1929 και του 2008, που αποκάλυψαν τα δομικά αδιέξοδα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος δεν θα είχα συμβεί εάν μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα δεν δρούσαν ανεξέλεγκτα, ακόμη και για τα δεδομένα της λεγόμενης οικονομίας Καζίνο.

Ενώ όμως τους προηγούμενους αιώνες και τις τελευταίες δεκαετίες η συγκάληψη των οικονομικών εγκλημάτων γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες κυβερνητικών και δικαστικών αιθουσιών, στα χρόνια της προεδρίας Μπούς και Ομπάμα το «ακαταδίωκτο» των τραπεζών άρχισε ουσιαστικά να θεσμοθετείται.

Από το 2008 μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει καμία καταδίκη μεγάλου στελέχους αμερικανικής τράπεζας παρά το γεγονός ότι έχουν φτάσει ενώπιον του αμερικανικού κογκρέσου και της δικαιοσύνης δεκάδες υποθέσεις, στις οποίες οι παράνομες δραστηριότητες των τραπεζών είναι κάτι περισσότερο από προφανείς. Την ίδια ώρα και συγκεκριμένα από το 2004 μέχρι το 2012 το αμερικανικό υπουργείο δικαιοσύνης προχώρησε σε 242 εξωδικαστικές συμφωνίες που εξασφάλιζαν ότι κανένας τραπεζίτης δεν θα χριαζότα να σταθεί μπροστά στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Ανάμεσα στις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις ήταν η συμφωνία με την HSBC η οποία είχε αποδεχθεί ότι συμμετείχε σε ξέπλυμα μαύρου χρήματος από εμπόρειο ναρκωτικών αξίας ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων!

Μπροστά σε αυτή την απόφαση του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου, να προσφέρει συγχωροχάρτι στους μεγάλους τραπζίτες, ακόμη και οι πιο «σκληροί» δημόσιοι κατήγοροι αναγκάστηκαν να υποταχθούν στις εντολές των ανωτέρων τους. Χαρακτριστικότερο όλων είναι φυσικά το παράδειγμα του εισσαγγελέα της Νέας Υόρκης, Πριτ Μπαράρα, ο οποίος είχε αναλάβει την υπόθεση της JP Morgan: ενώ μέχρι το καλοκαίρι του 2013 υποστήριζε ότι κανένας τραπεζίτης δεν είναι τόσο ισχυρός που να μην μπορεί να καταλήξει στη φυλακή, πριν από λίγες ημέρες μετατράπηκε στο βασικό συντελεστή της συμφωνίας του αμερικανικού κολοσσού με το υπουργείο δικαιοσύνης.

Καταστρατηγώντας κάθε έννοια δικαίου, μιας αστικής δημοκρατίας, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα παρουσίασε τους τελευταίους μήνες τη φράση too big to jail (πολύ μεγάλο για να φυλακιστεί) παραφράζοντας το περίφημο too big to fail (σε ελευθερη απόδοση: πολύ μεγάλο για να μην διασωθεί από το κράτος). Και για να μην υπάρχουν αμφιβολίες για τη νέα στάση που θα τηρεί στο εξής η αμερικανική δικαιοσύνη, ο αμερικανός υπουργός δικαιοσύνης Έρικ Χόλντερ δήλωσε ευθέως ότι «ορισμένες τράπεζες είναι πλέον πολύ μεγάλες για να ασκηθούν εναντίον τους ποινικές διώξεις». Σε περίπτωση που οι τράπεζες αυτές καταδικαστούν σε κάποιο δικαστήριο, ξεκαθάρισε ο Χόλντερ, «ενδέχεται να επηρρεαστεί η λειτουργία τους γεγονός που με τη σειρά του μπορεί να επιφέρει καταστροφικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία». Αν και ο Χόλντερ επιχείρησε λίγο αργότερα να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την πρωτοφανή δήλωσή του, το μήνυμα είχε σταλεί στους αποδέκτες του: Η αμερικανική δικαιοσύνη σταματά εκεί που ξεκινούν τα συμφέροντα των μεγάλων τραπεζών δημιουργώντας ένα νέο καθεστώς παρανομίας που απολάμβαναν οι αριστοκράτες και οι βασιλείς στα χρόνια της φεουδαρχίας.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Ιανουάριος 2014

CLOSE
CLOSE