Ανατροπή γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ευρώπη και την Ασία αλλά και χρυσές δουλειές για τη γερμανική πολεμική βιομηχανία αναμένει το Βερολίνο από την ανάπτυξη νατοϊκών δυνάμεων στην Ανατολική Ευρώπη.

Η βαρυσήμαντη συνέντευξη, που παραχώρησε πριν από μερικές ημέρες στην Frankfurter Allgemeine ο γενικός γραμματέας της βορειοατλαντικής συμμαχίας, ζητώντας αναδιάταξη των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη και άμεση αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, αντιμετωπίστηκε με ένα κύμα ενθουσιασμού από τον Γερμανικό Τύπο. Οι μεγαλύτερες γερμανικές εφημερίδες χτυπούν εδώ και εβδομάδες τα «τύμπανα του πολέμου», με αφορμή τις εξελίξεις στην Ουκρανία ενώ καταφεύγουν όλο και συχνότερα σε επιχειρήματα και χαρακτηρισμούς εναντίον της Ρωσίας που θυμίζουν τις χειρότερες στιγμές του αμερικάνικου μακαρθισμού.

Το Βερολίνο δεν φαίνεται να έχει προς το παρόν τον παραμικρό ενδοιασμό για την ενίσχυση του ρόλου του ΝΑΤΟ στην περιοχή, παρά το γεγονός ότι οι Γερμανοί αξιωματούχοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ενισχύσει πρωτίστως την γεωπολιτική ισχύ των ΗΠΑ, που παίζουν ηγετικό ρόλο στη συμμαχία.

Χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό ο επικεφαλής του τομέα άμυνας των σοσιαλδημοκρατών, Ράινερ Άρνολντ, αποκάλυψε την ενδόμυχη ελπίδα της πολεμικής βιομηχανίας της Γερμανίας να χρησιμοποιήσει την κρίση στην Ουκρανία για να ξεπουλήσει ορισμένα από τα πολεμικά συστήματα στα οποία θεωρεί ότι έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ο Αρνολντ αναφέρθηκε συγκεκριμένα στα μαχητικά ελικόπτερα τύπου Tiger, τα άρματα μάχης Puma και τα θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού Boxer. Πέρα όμως από τους άμεσα ωφελημένους βαρόνους της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας στο παιχνίδι φαίνεται ότι θα επιχειρήσουν να μπουν σύντομα και μεγάλες εταιρείες πληροφορικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ίδια συνέντευξή του ο Αρνολντ έκανε λόγο για την ανάγκη αποτροπής κυβερνοεπιθέσεων διεκδικώντας ένα κομμάτι της πίτας στην οποία κυριαρχούν οι αντίστοιχοι κλάδοι των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Η οικονομία στα όπλα

Το Βερολίνο φαίνεται πως αρχίζει έστω και με καθυστέρηση να συνειδητοποιεί ότι η λειτουργία της ευρωζώνης, που για τόσα χρόνια συσσωρεύει χρέη στην περιφέρεια και πλεονάσματα στη γερμανική οικονομία, θα πάψει να είναι επικερδής όταν καταρρεύσει ολοκληρωτικά η αγοραστική δύναμη των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Όπως ακριβώς συνέβη λοιπόν και πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η γερμανική οικονομική ελίτ – και συγκεκριμένα το τμήμα που εκπροσωπεί τις μεγάλες βιομηχανίες – γνωρίζει πολύ καλά ότι η στρατιτωτικοποίηση της γερμανικής αλλά και ολόκληρης της ευρωπαϊκής οικονομίας είναι η μόνη που μπορεί να προσφέρει άμεσα κέρδη μεταφέροντας χρήματα των φορολογούμενων στα ταμεία των ισχυρότερων βιομηχάνων της χώρας.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το τελικό πράσινο φως που έδωσαν οι Γερμανοί βιομήχανοι στον Χίτλερ για να ανέλθει στην εξουσία προϋπέθετε, μεταξύ άλλων, ότι θα έθετε τον κρατικό μηχανισμό στην υπηρεσία του ιδιωτικού τομέα για την έξοδο από την κρίση. Στις ΗΠΑ η αντίστοιχη παρέμβαση από τον Ρούσβελτ πήρε αρχικά τη μορφή ενός κευνσιανού μοντέλου και ενός στοιχειώδους κράτους πρόνοιας που έριχνε χρήματα στην αγορά. Αντίθετα στη Γερμανία η κρατική παρέμβαση ήρθε από την πρώτη στιγμή μέσα από τις τεράστιες πολεμικές παραγγελίες.

Στη σημερινή συγκυρία η γερμανική πολεμική βιομηχανία δεν έχει να ελπίζει μόνο στις παραγγελίες του γερμανικού στρατού αλλά και όλων των χωρών μελών της ΕΕ – και κυρίως των πιο (υπο)χρεωμένων που θα συρθούν να υπογράψουν νέα συμβόλαια αγοράς (σκάρτων;) οπλικών συστημάτων από τη Γερμανία. Ένά μετά το άλλο προβεβλημένα στελέχη χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών, που διατηρούν στενούς δεσμούς με την πολεμική βιομηχανία, αλλά και τα μεγαλύτερα ΜΜΕ της Γερμανίας καλούν τη γερμανική και όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ανακόψουν τη μείωση των πολεμικών εξοπλισμών, στην οποία του οδηγεί η οικονομική κρίση. Η Ντόιτσε Βέλε καλούσε το ΝΑΤΟ «να επανεξετάσει συνολικά τη στρατηγική του» σημειώνοντας με νόημα ότι η συμμαχία διαθέτει πλέον μόνο το ένα δέκατο των αρμάτων μάχης που διέθετε πριν από 25 χρόνια, όταν άρχισαν να καταρρέουν τα καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης. «Οι ΗΠΑ» συμπλήρωνε η εφημερίδα Die Zeit «αυξάνουν συνεχώς τις αμυντικές τους δαπάνες, οι οποίες πλέον αγγίζουν τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια, τη στιγμή που η Γερμανία επένδυσε μόνο 46 δισεκατομμύρια δολάρια το 2012 – περίπου δηλαδή 3% λιγότερα από όσα δαπανούσε το 2004». Μετρώντας προφανώς τις ανθρώπινες ζωές στην Ουκρανία σε κέρδη για την πολεμική βιομηχανία η εφημερίδα σημείωνε ότι η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία «δημιουργεί και πάλι ένα λόγο ύπαρξης για το ΝΑΤΟ αλλά και τους στρατηγούς του, οι οποίοι δεν χρειάζεται πλέον να ψάχνουν για «δουλειές» σε απομακρυσμένες πολεμικές ζώνες. Οι δουλειές επιστρέφουν στον τόπο τους» σημείωνε χαρακτηριστικά η εφημερίδα σε ένα φρικιαστικό σχόλιο το οποίο διατυπώνεται ακριβώς έναν αιώνα από το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Θέλοντας να επεξηγήσει τι ακριβώς σημαίνει ότι οι «δουλειές» επιστρέφουν στην Ευρώπη, ο χριστιανοδημοκράτης Έλμαρ Κολ, που αυτή την περίοδο προεδρεύει της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του ευρωκοινοβουλίου, τόνισε την ανάγκη ανάπτυξης μόνιμων στρατιωτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης. «Η ανάπτυξη μόνιμων δυνάμεων στις χώρες της Βαλτικής και την Πολωνία δεν μπορούν πλέον να αποτελούν ταμπού για το ΝΑΤΟ συμπλήρωνε και η γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine απηχώντας, όπως συνηθίζει, τις κυρίαρχες θέσεις της γερμανικής κεντροδεξιάς.

Ακόμη πιο επιθετική στις θέσεις της, η Ντόιτσε Βέλε δεν αρκέστηκε στην αναβίωση του ψυχροπολεμικου μετώπου με συμβατικά όπλα άλλα άνοιξε και επισήμως τη συζήτηση για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Σε μια βαρυσήμαντη ανάλυσή του ο αρθρογράφος της υπηρεσίας, Bernd Riegert, σημείωνε ότι «το ΝΑΤΟ δεν μπορεί πλέον να αρκεστεί στο πυρηνικό του οπλοστάσιο για να αντιμετωπίσει μια κρίση του μεγέθους της Ουκρανίας καθώς η αξιόπιστη πολιτική αποτροπής απαιτεί και την ύπαρξη ενός πυρηνικού οπλοστασίου». Και σε αυτή την περίπτωση η επιστροφή των πυρηνικών εξοπλισμών στην Ευρώπη δεν θα έχει μόνο γεωπολιτικές επιπτώσεις, φέρνοντας και πάλι την ήπειρο αντιμέτωπη με τον κίνδυνο ολοκληρωτικού αφανισμού, αλλά θα ανατρέψει και τις ισορροπίες μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων που διαθέτουν πυρηνικά προγράμματα. Ειδικά για το πυρηνικό λόμπι της Γερμανίας, το οποίο αναγκάστηκε να κλείσει όλους τους σταθμούς παραγωγής ενέργειας μετά το δυστύχημα στην Φουκουσίμα, η επιστροφή σε ένα νέο ράλι πυρηνικών εξοπλισμών υπόσχεται δυναμική επιστροφή και ξαναμοίρασμα μιας πίτας δισεκατομμυρίων ευρώ.

Για το Βερολίνο η κρίση στην Ουκρανία φαίνεται να ξεπερνά κατά πολύ το σκληρό γεωπολιτικό πόκερ που βρίσκεται σε εξέλίξη τις τελευταίες εβδομάδες. Όπως ακριβώς έκανε και με το ΔΝΤ, το οποίο χρησιμοποιήθηκε σαν πολιορκητικός κριός απέναντι στις ασθενέστερες οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, η Γερμανία σκοπεύει να αντλήσει όσο το δυνατόν περισσότερα οικονομικά οφέλη και από τους νέους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ, που θα τεθούν επί τάπητος στη σύνοδο του Σεπτεμβρίου. Όσο για την σχεδόν ολοκληρωτική κυριαρχία των ΗΠΑ στο ΔΝΤ και στο ΝΑΤΟ είναι ένα πρόβλημα το οποίο επί τους παρόντος δεν φαίνεται αν απασχολεί όσους χαράσσουν τη στρατηγική του Βερολίνου.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Μάιος 2014

CLOSE
CLOSE