Oι πρώτοι ισραηλινοί κομάντος κατεβαίνουν αργά από το ελικόπτερο. Τους παρακολουθώ μέσα από τον φακό της μηχανής που δυσκολεύεται να νετάρει ανάμεσα στους δυνατούς προβολείς. Φτάνουν ένας ένας στο κατάστρωμα του Mavi Marmara, σχεδόν 20 μέτρα από το σημείο όπου στέκομαι, και ύστερα χάνονται από το οπτικό μου πεδίο. Πίσω μας δεκάδες φουσκωτά με πάνοπλους στρατιώτες κυκλώνουν το πλοίο.

Πίστευα πως όταν θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με τις ειδικές δυνάμεις του Ισραήλ θα επικρατούσε πανικός. Άνθρωποι θα έτρεχαν πανικόβλητοι. Φωτογράφοι και κάμεραμαν θα «ακροβολίζονταν» σε ασφαλείς γωνίες για να καταγράψουν τις τελευταίες εικόνες. Το πλήρωμα θα προσπαθούσε μάταια να κατευθύνει τους τρομοκρατημένους επιβάτες. Τίποτα από αυτά όμως δεν συμβαίνει. Στην πρύμνη του σκάφους οι συνάδελφοι του Al Jazeera κρατούν ανοιχτό το δορυφορικό δίκτυο και συνεχίζουν κανονικά να μεταδίδουν. Ακτιβιστές, οπλισμένοι μόνο με σφεντόνες και ότι αντικείμενα βρίσκουν μπροστά τους, ξεθαρρεύουν και  αμύνονται σώμα με σώμα με τους πάνοπλους εισβολείς.

Όσα διαδραματίζονται τα επόμενα λεπτά μου θυμίζουν γυρίσματα χολιγουντιανής ταινίας – και μάλιστα δεύτερης κατηγορίας. Ποιος σοβαρός σεναριογράφος θα έβαζε τους κομάντος να κατεβαίνουν ένας ένας από το ελικόπτερο; Ποιος σκηνοθέτης θα έριχνε δακρυγόνα στο πλατό όταν το ελικόπτερο από πάνω καθαρίζει τον αέρα με τους έλικές του; Και εν τέλει, ποιος παραγωγός θα χρηματοδοτούσε μια ταινία στην οποία ο δεύτερος ισχυρότερος στρατός του κόσμου επιτίθεται σε άοπλους ακτιβιστές; Σκέφτομαι ότι τα «ειδικά εφέ», οι κρότου λάμψης και τα δακρυγόνα, δεν καταφέρνουν να καλύψουν τον ερασιτεχνισμό των επιτιθέμενων. Λες και οι πρώτοι ισραηλινοί στρατιώτες που κατέβαιναν θα αποτελούσαν το «δόλωμα» αλλά και την αφορμή για να ξεκινήσει η πραγματική επίθεση.

Ένας φωτογράφος, με ξυπνάει απότομα από τις σκέψεις μου. Ο θόρυβος του ελικοπτέρου καλύπτει τη φωνή του αλλά τον βλέπω να δείχνει επίμονα στα πόδια μου. Δυο κόκκινα σημάδια από τα λέιζερ σκόπευσης κάποιων όπλων χορεύουν πάνω στο παντελόνι μου. Χάνονται για λίγο και ύστερα εμφανίζονται και πάλι στο πάτωμα ή στο σώμα κάποιου άλλου δημοσιογράφου. Κάποιοι μάς στοχεύουν από τα ελικόπτερα. Συνειδητοποιώ ότι οι ισχυροί θόρυβοι που ακούγαμε τα τελευταία λεπτά δεν ήταν ούτε πλαστικές σφαίρες, ούτε χειροβομβίδες κρότου λάμψης. Χρησιμοποιούν αληθινά πυρά εναντίον μας. Έχουν έρθει για να σκοτώσουν.

Νοιώθω κάποιον να με σπρώχνει από πίσω. Τέσσερα άτομα μεταφέρουν έναν τραυματία. Επάνω στο σώμα του διακρίνω τρύπες από σφαίρες αλλά δεν προλαβαίνω να δω αν είναι ζωντανός. Και ύστερα επικρατεί μια περίεργη ηρεμία. Το ελικόπτερο είχε απομακρυνθεί και μόνο ο ενοχλητικός ήχος των ανακοινώσεων από τα μεγάφωνα του καραβιού διέκοπτε την ησυχία. Η ηχητική προανάκρουση θυμίζει τις ανακοινώσεις στα πλοία της γραμμής, το μήνυμα όμως είναι πολύ διαφορετικό: «Το πλοίο βρίσκεται πλέον υπό τον έλεγχο των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων. Οποιαδήποτε προσπάθεια άμυνας είναι άσκοπη. Περάστε στα σαλόνια του σκάφους και περιμένετε νεότερες οδηγίες». Ή κάπως έτσι. Ανοίγω το κασετοφωνάκι για να καταγράφει ανακοινώσεις και συνομιλίες καθώς αισθάνομαι ότι δεν μπορώ πλέον να συγκρατώ στη μνήμη μου τον όγκο των εικόνων και των ήχων που με κατακλύζουν. Ποδοβολητά. Κάποιος φωνάζει «Αλαχου Ακμπαρ – ο θεός είναι μεγάλος». Στρατιώτες πυροβολούν ένα δημοσιογράφο που κρατά μια λευκή σημαία. Και άλλοι νεκροί. Τα μεγάφωνα μεταδίδουν τώρα εκκλήσεις προς τους στρατιώτες να βοηθήσουν τους τραυματίες.

Ευτυχώς ο ισραηλινός στρατός φρόντισε να μου δώσει αρκετή ώρα για να ταξινομήσω στο μυαλό μου όλες τις εικόνες που έζησα στα περίπου 40 λεπτά που διήρκησε η βασική φάση της επιχείρησης. Γονατιστός στο κατάστρωμα του Mavi Marmara, με τα χέρια δεμένα στην πλάτη, προσπαθούσα τώρα να ανασυνθέσω κάθε λεπτό της επίθεσης. Η επιχείρηση, που αρχικά μου είχε φανεί ερασιτεχνική, έδειχνε τώρα το κτηνώδες πρόσωπό της. Είχαν αντιμετωπίσει τους ακτιβιστές όπως αντιμετωπίζουν και τους Παλαιστίνιους στη Γάζα: Ό,τι κινείται προς το μέρος σου το σκοτώνεις. Σαν μια περίεργη ανθρωποθυσία που αποτελούσε ταυτόχρονα επίδειξη ισχύος αλλά και αδυναμία διαχείρισης της κατάστασης.

Κι ύστερα ολοκλήρωσαν το έγκλημα αφήνοντας τους τραυματίες να σιγοσβήνουν ενώ μας είχαν περικυκλωμένους για περίπου δυο ώρες στα δυο σαλόνια του πλοίου. Τα κόκκινα σημάδια των λέιζερ έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους. Τώρα όμως οι στρατιώτες σημάδευαν ανάμεσα στα μάτια όποιον τολμούσε να κουνηθεί από τη θέση του. Μόνο μια μικροκαμωμένη γυναίκα τόλμησε να σηκωθεί. Έγραψε σε ένα χαρτόνι ότι υπάρχουν τραυματίες που χρειάζονται άμεση βοήθεια και άρχισε να περπατά προς τις κάνες των όπλων. Την αναγνώρισα αμέσως μόλις πέρασε δίπλα μου ήταν. Ήταν η Χανίν Ζοάμπι, η ισραηλινή βουλευτής αραβικής καταγωγής που συνόδευε την αποστολή στη Γάζα. «Αύριο το μεσημέρι θα άρουν τη βουλευτική μου ασυλία» μου είχε πει σε μια σύντομη συνέντευξη που πρόλαβε να μου δώσει πριν ξεκινήσει η επιχείρηση. Για αυτήν, το τέλος της ιστορίας θα ήταν το ίδιο είτε φτάναμε στη Γάζα είτε όχι. Στην καλύτερη περίπτωση θα τη συλλάμβαναν, στη χειρότερη θα της στερούσαν την προσωπική της ασφάλεια αφήνοντάς την εύκολο στόχο σε κάθε ομάδα Εβραίων εξτρεμιστών. Και τώρα, αυτή η γυναίκα, περπατούσε προς τους ισραηλινούς στρατιώτες που ούρλιαζαν ότι θα την κομματιάσουν με τα όπλα τους αν έκανε ένα ακόμη βήμα. Το μήνυμα έφτασε. Η Χανίν γύρισε στη θέση της. Κανένας όμως δεν ήρθε να βοηθήσει τους τραυματίες. Πέρασαν ώρες μέχρι να αποφασίσουν να μας δέσουν με πλαστικές χειροπέδες και να μας οδηγήσουν και πάλι στο κατάστρωμα.

«Είμαι δημοσιογράφος», φώναξα με ισχυρές δόσεις αφέλειας στον επικεφαλής μιας ομάδας στρατιωτών που μας επιτηρούσε. Αμέσως ντράπηκα. Γιατί, οι υπόλοιποι που έμεναν δεμένοι τι είναι, ζώα; Ευτυχώς ή δυστυχώς, η δημοσιογραφική ιδιότητα δεν συγκινούσε κανέναν. Για τους στρατιώτες και τους διοικητές τους ήμασταν όλοι ένα μάτσο τρομοκράτες που απειλούσαν την πατρίδα… κι’ όλους αυτούς.
Από το μυαλό μου περνούσαν τώρα σκόρπιες συμβουλές από τα μαθήματα πολεμικών ανταποκριτών του BBC. Τι κάνεις σε περίπτωση αιχμαλωσίας; Μην ξεχωρίζεις από τους άλλους κρατούμενους. Μην μιλάς αν δεν χρειάζεται. Τη δημοσιογραφική σου ιδιότητα τη δηλώνεις από τη πρώτη στιγμή ή δεν τη δηλώνεις καθόλου. Τα μαθήματα βέβαια αφορούσαν την περίπτωση ομηρείας από τρομοκράτες. Αλλά τι σημασία έχει; Μήπως δεν είναι τρομοκρατία να σε απαγάγουν σε διεθνή ύδατα, να σου φοράνε χειροπέδες και να σε πετάνε στο πάτωμα χωρίς νερό και φαγητό;

Εκείνη τη στιγμή είδα για πρώτη φορά μετά την επίθεση και τον Δημήτρη Πλοιώνη, τον δεύτερο Έλληνα στο Mavi marmara. Θυμόμουν ότι την ώρα της επίθεσης βρισκόταν κοντά στη γέφυρα του πλοίου και φοβόμουν ότι μπορεί να είναι ανάμεσα στους τραυματίες. Δεν ήθελα να σκέφτομαι κάτι χειρότερο. Και οι υπόλοιποι Έλληνες στα άλλα πλοία; Στο «Ελεύθερη Μεσόγειος» έλεγαν ότι θα χρησιμοποιήσουν τις αντλίες νερού του σκάφους για να απωθήσουν ενδεχόμενη εισβολή των ισραηλινών – όπως  προβλέπει δηλαδή το διεθνές δίκαιο σε περίπτωση πειρατείας. «Αν έκαναν καμία μ*****α» μου είπε αργότερα ο Δημήτρης «θα τους γάζωσαν με τα αυτόματα». Ευτυχώς ήταν όλα στο μυαλό μας. Βλέποντας τι είχε συμβεί στο δικό μας πλοίο, οι περισσότεροι εθελοντές στα άλλα πλοία αρκέστηκαν σε πρακτικές παθητικής αντίστασης. Εκτός ίσως από τον υποπλοίαρχο και τον καπετάνιο του Σφενδόνη. «Shoot me ρε μαλάκα» φώναζε ο Πέτρος, ενώ ο Θόδωρος απωθούσε τους πρώτους ισραηλινούς στρατιώτες που επιχειρούσαν να καταλάβουν τη γέφυρα του σκάφους.

Επιστροφή στα δικά μου. Καθώς προσπαθούσα να τεντώσω τα πόδια μου, που είχαν αρχίσει να μουδιάζουν, είδα στην τσέπη του παντελονιού μου να διαγράφεται μια κάρτα μνήμης από την κάμερα. Θα είχε γλιτώσει από τον πρώτο σωματικό έλεγχο, όταν οι στρατιώτες άρχισαν να ξαφρίζουν ότι είχαμε πάνω μας. Πλιάτσικο πραγματικό. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτοί οι κλεφτοκοτάδες αποτελούσαν την «καλοκουρδισμένη» πολεμική μηχανή του Ισραήλ. Λίγες ημέρες αργότερα θα μαθαίναμε ότι οι στρατιώτες έκλεψαν πιστωτικές κάρτες δημοσιογράφων και τις χρησιμοποίησαν σε ισραηλινά καταστήματα.
Συγκεντρώσου. Έπρεπε πάση θυσία να σώσω την κάρτα αλλά τα χέρια μου δεν έφταναν στην τσέπη. Ζήτησα να με λύσουν για να πάω στην τουαλέτα. «Δεν βλέπετε ότι του έχει κοπεί η κυκλοφορία του αίματος» φώναξε ο διπλανός μου, λες και είχαμε συνεννοηθεί γι’ αυτό που ήθελα να κάνω. Άδικος κόπος. Κανένας δεν αντιδρούσε.

Μάλλον είχα παρακούσει κάποιες από τις συμβουλές του BBC. Ίσως δεν έπρεπε να είχα βρίσει εκείνο το στρατιώτη που παραλίγο να πατήσει με τη μπότα του ένα μωρό 18 μηνών που βρισκόταν τυλιγμένο στις πάνες του πάνω σε ένα χαλί.
-«Ήταν το μωρό του πρώτου μηχανικού» μου είπαν.
-«Καλά και το πήρε μαζί του;»
-«Πού να το άφηνε, αφού όλη η οικογένειά του είναι στο πλοίο;».
Αυτοί ήταν λοιπόν οι Τούρκοι ακτιβιστές. Οικογενειάρχες από κάθε γωνιά της Τουρκίας που πήραν τη μεγάλη απόφαση να φτάσουν στη Γάζα – συν γυναιξί και τέκνοις. Και ύστερα, αυτούς τους ανθρώπους θα τους αποκαλούσαν «τρομοκράτες», «μέλη της Αλ Κάιντα», «πράκτορες της ΜΙΤ» και ό,τι άλλο μπορούσαν να σκεφτούν οι ισραηλινές πρεσβείες που έστελναν ψευδή στοιχεία σε επιλεγμένους δημοσιογράφους σε όλο τον κόσμο.

Όταν αργότερα μας οδήγησαν και πάλι στα σαλόνια του πλοίου, είχαν τη χαρά να καθίσω δίπλα σε έναν ακόμη «πράκτορα- τρομοκράτη» – τον Χακάν Αλ Μπαϊράκ, έναν από τους γνωστότερους αρθρογράφους της τουρκικής εφημερίδας Yeni Safak. «Μη σε νοιάζει τίποτα, θα μας ελευθερώσουν σύντομα» ήταν τα πρώτα του λόγια. «Εύκολο να το λες» του είπα γελώντας, «για εσάς θα βάλει τις φωνές ο Ερντογάν. Οι δικοί μας, τώρα που μιλάμε πραγματοποιούν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ». Με κοίταξε σχεδόν συμπονετικά και μου είπε: «Αν δεν ελευθερωθούν όλοι οι Έλληνες δεν θα φύγει κανένας μας».
Περίεργες ιστορίες με τους ρόλους εχθρών και φίλων να αλλάζουν διαρκώς. Θυμήθηκα τα ελικόπτερα της Κυπριακής Δημοκρατίας που πετούσαν απειλητικά πάνω από τα πλοία, λίγες ημέρες νωρίτερα, για να μην μπορέσουν να επιβιβαστούν ευρωβουλευτές και μέλη ξένων αποστολών. Ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα αν τα είχαν καταφέρει. Ίσως οι ισραηλινοί να ήταν πιο φειδωλοί στις σφαίρες. Ίσως και όχι.

Τα ξέχασα όλα αυτά όταν μου επέτρεψαν για πρώτη φορά να πάω στην τουαλέτα. Επιτέλους μόνος μου με την κάρτα μνήμης που είχε γλιτώσει από τον έλεγχο. Και τι να την κάνεις; Να την καταπιώ ήταν αδύνατο. Στην καλύτερη περίπτωση θα καταστρεφόταν στο στομάχι μου. Στη χειρότερη θα με έβρισκαν με 16Gigabyte στο λαιμό. Τις υπόλοιπες «κρυψώνες» τις είχα αποκλείσει εξαρχής οπότε απλώς έσκισα τη σόλα του παπουτσιού και την έκρυψα εκεί. Σιγά μην δεν τη βρει η Μοσάντ, σκέφτηκα. Και την βρήκε…

Στο λιμάνι του Ασντότ όπου μας κατέβασαν ο έλεγχος ήταν εξονυχιστικός. Τα παπούτσια πέρασαν από ειδικό ανιχνευτή μετάλλων και εκρηκτικών και ένας πανευτυχής αστυνομικός επεδείκνυε με καμάρι στους συναδέλφους του το εύρημά του. Περίμενα νέες βρισιές και απειλές, το κλίμα όμως τώρα είχε αλλάξει. Είχε έρθει ή ώρα να γνωρίσω τον «καλό μπάτσο». «Μήπως σας σφίγγουν οι χειροπέδες σας» με ρώτησε ένας πιτσιρικάς γύρω στα 18 που ανέλαβε να με συνοδεύει σε κάθε μου κίνηση: Δακτυλικά αποτυπώματα, φωτογράφιση και ύστερα η πρώτη συγκαλυμμένη ανάκριση. Αυτή τη φορά έπρεπε να θυμηθώ τις συμβουλές που είχαν δώσει οι διοργανωτές σε όσους συμμετείχαν στην αποστολή: «Θα δηλώσετε μόνο το όνομα και την εθνικότητά σας και δεν θα απαντήσετε σε καμία άλλη ερώτηση». Όπως ακριβώς μας είχαν προειδοποιήσει, οι ανακριτές αναζητούσαν τα αδύναμά σημεία μας. «Έχετε γνωστούς με τους οποίους θα θέλατε να επικοινωνήσετε στα άλλα  πλοία» με ρώτησε μια κυρία που σημείωνε κάθε μου αντίδραση στον υπολογιστή.
-«Σας είπα, δεν απαντώ χωρίς εκπρόσωπο της Ελληνικής πρεσβείας».
-«Θέλουμε να σας βοηθήσουμε».
-«Να καλέσετε την  πρεσβεία».
-«Αυτό δεν γίνεται».

Πρέπει να είχαν περάσει εκατοντάδες άτομα πριν από εμένα με την ίδια αντίδραση οπότε η «καλοσυνάτη» κυρία δεν έδειχνε διατεθειμένη να χάσει περισσότερο χρόνο. Έβγαλε από το συρτάρι μια μπλε σελίδα και μου ζήτησε να υπογράψω. Μας είχαν προειδοποιήσει ότι θα μας ζητούσαν να δηλώσουμε ότι εισήλθαμε παράνομα στο Ισραήλ και πως δεχόμαστε να απελαθούμε. Ήθελα να διαβάσω τις λεπτομέρειες αλλά ένοιωσα τα μάτια μου να με προδίδουν για μερικά δευτερόλεπτα. Έκλεινα τουλάχιστον 48 ώρες άυπνος χωρίς φαγητό και με ελάχιστο νερό και αναγκαζόμουν να διαβάζω κάθε παράγραφο δυο και τρείς φορές για να καταλάβω. Το κείμενο ήταν όσο αστείο και προκλητικό είχα φανταστεί. Οι άνθρωποι που μας απήγαγαν σε διεθνή ύδατα, αφού εκτέλεσαν όσους προέβαλαν στοιχειώδη αντίσταση και έκλεψαν όλα τα υπάρχοντά μας

ζητούσαν τώρα να νομιμοποιήσουμε την πράξη τους και να πάμε στην ευχή της παναγίας.
Πόσες ώρες δεν είχαμε περάσει στα καράβια συζητώντας για το πώς θα αντιδράσουμε τη συγκεκριμένη στιγμή. Μήπως οι δημοσιογράφοι πρέπει να υπογράψουν για να επιστρέψουν αμέσως και να διηγηθούν τι συνέβη; Και αν υπογράψουν, να υπογράψουν όλοι; Και τώρα, μετά το μακελειό, τι θα είχαν κάνει οι άλλες δυο δημοσιογράφοι – η Κατερίνα Κιτίδη και η Μαρία Ψαρά;
Στο διάολο, σκέφτηκα και έσπρωξα το χαρτί. Αν αυτοί δεν με αναγνωρίζουν ως δημοσιογράφο γιατί να σκέφτομαι εγώ ως δημοσιογράφος. Και στο κάτω κάτω το ρεπορτάζ τώρα ξεκινάει. «Καταλαβαίνετε ότι με αυτή σας την κίνηση θα οδηγηθείτε στη φυλακή» με ρώτησε η ανακρίτρια. «Βεβαίως» της απάντησα.

Θα περνούσαν αρκετές ημέρες για να συνειδητοποιήσω πόσο ανώδυνα πέρασε για εμένα η διαδικασία της ανάκρισης σε σχέση με ορισμένα από τα μέλη της ελληνικής αποστολής όπως ο Βαγγέλης Πισίας. Ξύλο και βασανιστήρια με κάθε αφορμή. Αρκούσε να κοιτάξεις περίεργα έναν αστυνομικό για να βρεθείς στο πάτωμα με δέκα γομάρια να σε κλωτσάνε ασταμάτητα σε κάθε σημείο του σώματός σου. Είχα πάρει μια πρόγευση από το Mavi Marmara βλέποντας γιγαντιαίους άντρες της ασφάλειας με κουκούλες να απομακρύνουν κρατούμενους και να τους επιστρέφουν ημιλιπόθυμους ύστερα από ώρα. Δεν μπορούσα όμως να πιστέψω ότι τα ίδια θα συνέβαιναν και σε ανθρώπους με τους οποίους είχα περάσει τις τελευταίες εφτά ημέρες στη θάλασσα. Όπως ο Πολ Λαρουντί, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης Free Gaza που πέρασε σχεδόν δυο ημέρες με συνεχή ξυλοδαρμό, ηλεκτροσόκ και βασανιστήρια γιατί αρνούνταν να υπακούσει στις εντολές των Ισραηλινών. Όταν τον είχα συναντήσει πριν από μερικά χρόνια στην Αθήνα δεν μπορούσα να φανταστώ τη δύναμη που έκρυβε μέσα του. Ένας απλός χορδιστής πιάνων από το Σαν Φρανσίσκο που αποφάσισε να τα βάλει με το κράτος του Ισραήλ σπάζοντας τον αποκλεισμό της Γάζας. Κυρίως όμως σπάζοντας τα νεύρα και το ηθικό των Ισραηλινών που προσπαθούσαν να τον υποτάξουν. Ο Πολ ήταν ο άνθρωπος που πήδηξε στη θάλασσα από το επιβατικό Σφενδόνη μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ισραηλινών στρατιωτών. Όσοι ήταν στο πλοίο τον είδαν να κολυμπά δίπλα σε ένα δελφίνι ενώ κατάκοποι ισραηλινοί στρατιώτες πάλευαν να βάλουν μπροστά ένα φουσκωτό για να τον πιάσουν. Πως είναι άραγε να είσαι Ισραηλινός κομάντο και να σε ταπεινώνει ένας χορδιστής πιάνων, σκέφτηκα όταν άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του Πολ; Να σε εκπαιδεύουν για χρόνια σε ειδικές αποστολές και την κρίσιμη στιγμή να συμπεριφέρεσαι σαν τον Μίστερ Μπιν ή σαν τον επιθεωρητή Κλουζό.

Όλα αυτά όμως ήταν ιστορίες που θα μου διηγούνταν ύστερα από ημέρες. Προς το παρόν έπρεπε να διαχειριστώ τη δική μου νύχτα στην κλούβα της ισραηλινής αστυνομίας που θα με μετέφερε στις φυλακές.  Τέσσερις Τούρκοι και ένας Έλληνας στριμωγμένοι σε μια καμπίνα χωρίς παράθυρα να ταξιδεύουμε για ώρες προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν θυμάμαι αν κατάφερα τελικά να κοιμηθώ. Θυμάμαι όμως πολύ καλά τις συζητήσεις για τον αριθμό των θυμάτων στο Mavi Marmara. Οι πληροφορίες μας μιλούσαν για 16 νεκρούς. Οι γιατροί του πλοίου όμως μας είχαν μιλήσει για πέντε. Και οι άλλοι 11; Ο φόβος για τους Έλληνες στα άλλα πλοία επανερχόταν. Κανένας δεν ήξερε και κανένας δεν ήθελε να ρωτήσει τους αστυνομικούς. Ούτως η άλλως αυτούς τους είχαν δασκαλέψει να λένε ότι οι Τούρκοι ακτιβιστές σκοτώθηκαν μεταξύ τους με όπλα που έκλεψαν από ισραηλινούς στρατιώτες! Ορισμένοι αστυνομικοί πρέπει να το είχαν πιστέψει κιόλας. Σαν τους Γερμανούς στα χρόνια του Τρίτου Ράιχ που πίστευαν ότι δεν υπάρχουν θάλαμοι αερίων γιατί έτσι έλεγε η επίσημη προπαγάνδα.

Με τέτοιους δεσμοφύλακες θα περνούσαμε τις επόμενες δυο ημέρες. Απλοϊκοί άνθρωποι που είχαν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν κρατούμενους του κοινού ποινικού δικαίου και τώρα καλούνταν να διαχειριστούν περίπου 700 ακτιβιστές από 40 διαφορετικές χώρες. Ακόμη και το ίδιο το κτιριακό συγκρότημα των φυλακών όμως έκρυβε ισχυρές δόσεις σουρεαλισμού. Ολοκαίνουργια κτίρια που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν μας περίμεναν να τα εγκαινιάσουμε. Οι καθρέφτες στα μπάνια είχαν ακόμη πάνω τους τις ζελατίνες από το εργοστάσιο. Προς στιγμήν πίστεψα ότι τα χειρότερα είχαν περάσει. Ακόμη και αν χρειάζονταν να περάσω μερικές εβδομάδες ή ακόμη και μήνες μέχρι να μας δικάσουν, οι συνθήκες θα ήταν σχετικά ανθρώπινες. Λάθος…

Η πρώτη εικόνα από το κελί μου με γύρισε στο σημείο μηδέν. Το πάτωμα ήταν μια λίμνη από ακαθαρσίες που ξεκινούσαν από την πλημμυρισμένη λεκάνη της τουαλέτας και έφταναν σε κάθε γωνία του δωματίου. Οι δεσμοφύλακες αρνήθηκαν να μας μεταφέρουν σε άλλο κελί και μας πέταξαν μια σφουγγαρίστρα. Άυπνος για τρίτη συνεχή μέρα μάζευα τον κόπρο του Αυγεία, μαζί με τρείς Τούρκους συγκρατούμενους, ενώ προσπαθούσα να συλλάβω το μεγαλείο της στιγμής. Ήταν κάποιο καψόνι για να μας σπάσουν το ηθικό ή το ισραηλινό κράτος δεν ήταν σε θέση να φτιάξει ούτε μια τουαλέτα της προκοπής; Τα ερωτήματά μου απλώς ενισχύθηκαν την επόμενη ημέρα όταν μας έφεραν να φάμε ρύζι και σούπα χωρίς κουτάλια και πιρούνια. «Θέλουν να μας κάνουν ζώα, σαν τα μούτρα τους» μου είπε ένας κρατούμενος που είχε αναλάβει να βοηθήσει στο μοίρασμα του φαγητού. Ήταν λοιπόν προσχεδιασμένο ή… τους τέλειωσαν μέχρι και τα κουτάλια;

Κάθε ώρα που περνούσε συνειδητοποιούσα ότι συνέβαιναν ταυτόχρονα και τα δυο. Ένας τεράστιος μηχανισμός από αστυνομικούς, μέλη μυστικών υπηρεσιών και διοικητικούς υπαλλήλους προσπαθούσε να μας ταπεινώσει ενώ παράλληλα δεν ήταν σε θέση να φέρει εις πέρας ορισμένες απλούστατες εργασίες. Όπως μαθαίναμε, στα υπόγεια συνεχίζονταν τα βασανιστήρια και οι ανακρίσεις ενώ την ίδια ώρα στους επάνω ορόφους αλαφιασμένοι υπάλληλοι έχαναν τα διαβατήριά μας και μπέρδευαν σε ποια πτέρυγα είχαν τοποθετήσει κάθε κρατούμενο. Και όλα αυτά ενώ σταδιακά οι πτέρυγες γέμιζαν από νεοσύλλεκτους των μυστικών υπηρεσιών που υποτίθεται ότι θα κατέγραφαν τις κινήσεις μας και θα σκιαγραφούσαν το προφίλ των «διαβόητων» ακτιβιστών. Ήταν τα «μοσαντάκια», όπως τους αποκαλούσαμε. Αυτό που ίσως δεν καταλάβαιναν είναι ότι δεν ήταν θεατές αλλά πρωταγωνιστές στο δικό τους θέατρο του παραλόγου. Ώρα με την ώρα αισθανόμουν ότι η απόγνωση αντί να κυριεύει τους κρατούμενους έπνιγε τους δεσμοφύλακές.

Στην αρχή μας απειλούσαν ότι θα περάσουμε μήνες στη φυλακή, ύστερα άρχισαν να μιλάνε για εβδομάδες και, πριν κλείσουμε 24 ώρες, μας υποσχέθηκαν ότι την επόμενη ημέρα θα έχουμε φύγει. Όλοι υποψιαζόμασταν ότι το Ισραήλ δέχεται διεθνείς πιέσεις για την απελευθέρωσή μας αλλά κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αποτελούσαμε μια «καυτή πατάτα» την οποία ήθελαν να ξεφορτωθούν το συντομότερο δυνατό.

«Σηκωθείτε, φεύγετε» φώναξε ένας δεσμοφύλακας το μεσημέρι της τρίτης ημέρας. Το «φεύγετε» βέβαια στη γλώσσα του ισραηλινού κρατικού μηχανισμού απλώς σημαίνει το ξεκίνημα μιας νέας ταλαιπωρίας. Ώρες αναμονής για να βρουν τα διαβατήριά μας. Ώρες για να μας συγκεντρώσουν ανά εθνικότητα σε μια πτέρυγα. Νέες ανακρίσεις της τελευταίας στιγμής και νέες απειλές. Κι’ ύστερα ξαναμπέρδευαν τα διαβατήρια και όλα ξεκινούσαν από την αρχή.

Κακήν κακώς κατάφεραν να μας βάλουν στα λεωφορεία που θα μας μετέφεραν στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν. Προορισμός άγνωστος. Κάποιοι έλεγαν ότι θα πάμε Κωνσταντινούπολη. Κάποιοι ότι θα μας παραλάβει στρατιωτικό αεροσκάφος από την Ελλάδα. Περιμένοντας, άνοιξα λίγο την κουρτίνα για να δω τους ισραηλινούς δημοσιογράφους που συγκεντρώνονταν έξω από το κτίριο των φυλακών για να πάρουν μια φωτογραφία ή ένα σύντομο πλάνο από τους διαβόητους «ακτιβιστές-τρομοκράτες». Ένας αστυνομικός έτρεξε προς τη θέση μου: «Αν δεν κλείσεις τώρα την κουρτίνα, δεν θα ξαναδείς ποτέ το γ*****ο σπίτι σου» μου ψιθύρισε. Για άλλη μια φορά μια εικόνα φάνηκε να συνοψίζει το θρασύδειλο πρόσωπο ενός ολόκληρου κράτους. Με απειλούσε για να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του αλλά μίλαγε ψιθυριστά για να μην τον ακούσουν οι άλλοι επιβάτες. Σε λίγα δευτερόλεπτα όλοι οι επιβάτες άνοιξαν μεμιάς τις κουρτίνες αναγκάζοντας τον αστυνομικό να λουφάξει στη θέση του.

Στη διαδρομή είχαμε την ευκαιρία να δούμε και τις πρώτες αντιδράσεις των ισραηλινών πολιτών απέναντί μας. Στα περισσότερα αυτοκίνητα που μας προσπερνούσαν ο οδηγός σήκωνε το μεσαίο δάχτυλο και το κουνούσε επιδεικτικά απέναντί μας. Είχα διαβάσει τόσες και τόσες αναλύσεις για τον «εκφασισμό» της ισραηλινής κοινωνίας, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες εκλογές, αλλά δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα υπάρχει τόσο μεγάλη ταύτιση του κόσμου με την πολιτική της ακροδεξιάς κυβέρνησης. Αναρωτιόμουν πως θα είναι να ζεις σε αυτή τη χώρα. Τι να περνάνε στην καθημερινότητά τους όσοι τολμούν να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη άποψη;

Τέλος των σκέψεων. Μας κατεβάζουν στο αεροδρόμιο. Νέες ισχυρές δόσεις σουρεαλισμού κατακλύζουν το χώρο. Ένας μελιστάλακτος εκπρόσωπος του ισραηλινού υπουργείου εξωτερικών έρχεται να μας υποδεχθεί ενώ την ίδια στιγμή αστυνομικοί και στρατιώτες μας συμπεριφέρονται σαν κρατούμενους στο Άουσβιτς. Δέκα αστυνομικοί απομονώνουν τον γιατρό της ελληνικής αποστολής και αρχίζουν να τον κλωτσάνε αλύπητα στα πλευρά, και το κεφάλι. Το αδίκημά του; Τους είχε παρακαλέσει να μην τον σπρώχνουν.
Ένας υπάλληλος μου ζητά και πάλι να υπογράψω ότι θέλω να απελαθώ με τη θέλησή μου. «Άρη, δεν υπογράφουμε τίποτα» ακούγεται μια φωνή από το βάθος της αίθουσας. Είναι οι υπόλοιποι Έλληνες, στοιβαγμένοι σε ένα μικροσκοπικό δωματιάκι του αεροδρομίου. Παίρνω το χαρτί από τον αστυνομικό και το σκίζω. «Ξέρετε ότι θα οδηγηθείτε στη φυλακή;» με ρωτάει. «Βεβαίως» του απαντάω. Το απόλυτο Déjà vu.

Μόνο που αυτή τη φορά αντί για τη φυλακή μας περιμένουν τα κρατητήρια του τμήματος μεταγωγών του αεροδρομίου. Μέσα σε λιγότερο από 48 ώρες έχουμε περάσει από το σύνολο των αρχών ασφαλείας και των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ. Από όμηροι έχουμε μετατραπεί σε κρατούμενους και ύστερα σε παράνομους μετανάστες. Σε κάθε στάδιο ο μηχανισμός φαντάζει πιο απειλητικός αλλά στην πραγματικότητα είναι απλώς πιο ανίκανος να διαχειριστεί την κατάσταση. Δεν ξεχνάω βέβαια ποτέ ότι εμείς είμαστε οι «προνομιούχοι» με τα «χρυσά» ευρωπαϊκά που παίρναμε απλώς μια γεύση από όσα περνάνε καθημερινά οι Παλαιστίνιοι κρατούμενοι. Σε αυτούς δεν θέλουν να σπάσουν το ηθικό αλλά τα χέρια και τα πόδια. Εμείς, είχαμε την ελληνική πρεσβεία να τρέχει για κάθε λεπτομέρεια. Εμείς επιβιβαστήκαμε τελικά στο C-130 όπου μας περίμενε ειδική υπηρεσία catering. Αυτοί έμεινα πίσω. Για πάντα.

Άρης Χατζηστεφάνου

Το κείμενο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2010 μετά τη δολοφονική επίθεση του ισραηλινού κράτους στην ανθρωπιστική αποστολή με προορισμό τη Γάζα…

CLOSE
CLOSE