«Γνωρίζουμε τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κύπρος και γι’ αυτό έχουμε να σας προτείνουμε μια εναλλακτική πρόταση διαχείρισης τω επενδύσεών σας». Μηνύματα σαν κι αυτά έφταναν κατά δεκάδες στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο Ρώσων ολιγαρχών αμέσως μετά τον τραπεζικό σεισμό που έπληξε την Κύπρο. Αποστολείς των μηνυμάτων ήταν τράπεζες σε φορολογικούς παραδείσους της Ευρώπης, όπως η Μάλτα, το Λιχτενστάιν, το Λουξεμβούργο αλλά ακόμη και το ψευδοκράτος της βόρειας Κύπρου.

Το νέο κυνήγι πελατών από τις τράπεζες έφερε στο φως ένα δαιδαλώδες και σκοτεινό δίκτυο χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων το οποίο δεν λειτουργεί, όπως συνήθως πιστεύουμε, μόνο σε μακρινά νησιά του ειρηνικού και του ατλαντικού ωκεανού αλλά στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ όμως η περίπτωση της Κύπρου έφερε στο προσκήνιο πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για το καθεστώς φοροασυλίας που ανέχεται η ΕΕ μέσα στο ίδιο της το σπίτι, αρκετές αναλύσεις φάνηκε να αγνοούν τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν την Κύπρο στα όρια της ολοκληρωτικής καταστροφής.

Οι αναφορές στα διεθνή μέσα ενημέρωσης θύμιζαν συγκριτικό τεστ αυτοκινήτων ή ακόμη και αθλητών. «Είναι και οι δυο γεμάτοι στεροϊδή» έγραφε το Buisnessweek. «Oι καταθέσεις στις τράπεζες ξεπερνούν κατά πολύ το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της Χώρας», συμπλήρωναν άλλα περιοδικά και εφημερίδες.

Ο λόγος φυσικά για την Κύπρο και το Λουξεμβούργο, τη χώρα που για αρκετούς αναλυτές θα μπορούσε να αποτελέσει το επόμενο θύμα της τραπεζικής κρίσης στην Ευρώπη. Η σύγκριση φαίνεται να λαμβάνει ως δεδομένο ότι ο κυπριακός λαός βρέθηκε στη σημερινή κατάσταση γιατί υπέπεσε στα προπατορικά αμαρτήματα της τραπεζικής λαιμαργίας και της οικονομικής ανηθικότητας.

Πρόκειται όπως θα δούμε για μια απλουστευτική και ιδιαίτερα επικίνδυνη προσέγγιση η οποία όχι μόνο αγνοεί τις γεννεσιουργές αιτίες της κυπριακής κρίσης αλλά φαίνεται να χρησιμοποιεί και ρατσιστικά στοιχεία ανάλυσης. Αξίζει να παρακολουθήσει κανείς το ρεπορτάζ των τελευταίων εβδομάδων για το τραπεζικό σύστημα του Λουξεμβούργου για να αντιληφθεί που έγκειται το πρόβλημα της ανάλυσης αλλά και πως λειτουργούν οι φορολογικοί και τραπεζικού παράδεισοι στην καρδιά της Ευρώπης.

Το μεγάλο πλυντήριο

Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι οι καταθέσεις στις τράπεζες του Λουξεμβούργου ξεπερνούν κατά 23,5 φορές το ΑΕΠ της μικροσκοπικής αυτής χώρας τη στιγμή που στην Κύπρο ήταν «μόνο» 8,9 φορές περισσότερες. Το συγκλονιστικότερο στοιχείο όμως είναι ο αριθμός των τραπεζών που λειτουργούν αυτή τη στιγμή στο τελευταίο μεγάλο δουκάτο του πλανήτη.

Σε μια πόλη, την οποία μπορείς να περπατήσεις σε λιγότερο από μια ημέρα, λειτουργούν σήμερα 141 τράπεζες – προσοχή, όχι μηχανήματα αυτόματης ανάληψης… τράπεζες. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποθέσει κανείς ότι δεν πρόκειται για μια χώρα αλλά για ένα σύνολο τραπεζών ανάμεσα στις οποίες ξεφύτρωσαν μερικά σπίτια για να κατοικούν οι υπάλληλοι των τραπεζών. Στην πραγματικότητα γύρω από τις τράπεζες φυτρώνουν πολύ πιο εύκολα νομικά και λογιστικά γραφεία που επιτρέπουν σε εταιρείες φαντάσματα να λειτουργούν σαν βιτρίνα κολοσσιαίων επιχειρήσεων που φοροδιαφεύγουν.

Παρά τις επίσημες διακηρύξεις όμως τα προηγούμενα χρόνια αυτός ο επίσημος «τοκογλυφικός» παράδεισος της Ευρώπης όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε από τις Βρυξέλλες αλλά αντιθέτως επιβραβεύθηκε από τους Ευρωπαίους καθώς φιλοξενεί την έδρα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι τα νέα ομόλογα που εκδόθηκαν μετά την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους τον Μάρτιο του 2012 διέπονται από το δίκαιο του «μεγάλου δουκάτου του Λουξεμβούργου» – μια πραγματική καταστροφή για μια χώρα σαν την Ελλάδα που μέχρι πρότινος είχε το μοναδικό προνόμιο στον κόσμο να έχει ένα χρέος το οποίο διέπονταν σχεδόν στο 90% από το ελληνικό δίκαιο.

Ακολουθώντας λοιπόν τη λογική αρκετών αναλυτών, που αντιμετωπίζουν την χρηματοπιστωτική ανηθικότητα σαν βασικότερη πηγή για τα δεινά των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, θα περίμενε κανείς ότι το Λουξεμβούργο θα έπρεπε να έχει καταρρεύσει πολύ πριν από την Κύπρο. Αυτό που δεν λαμβάνουν υπόψη τους αρκετά από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης είναι οι ευθύνες της ΕΕ και συγκεκριμένα του Βερολίνου για δεινά του Κυπριακού λαού. Παραλείποντας τις καταστροφικές συνέπειες του κουρέματος του ελληνικού χρέους, που συμπαρέσυρε και το κυπραικό τραπεζικό σύστημα, οι συγκεκριμένοι αναλυτές επιχειρούν να λύσουν με όρους ηθικής ένα πρόβλημα που σχετίζεται περισσότερο με τον οικονομικό ιμπεριαλισμό του Βερολίνου και την προσπάθεια απόλυτης κυριαρχίας των γερμανικών οικονομικών ελίτ.

Ανοίγουν οι επτασφράγιστοι λογαριασμοί

Το μυστικό της τραπεζικής «επιτυχίας» του Λουξεμβούργο ήταν το καθεστώς απόλυτης μυστικότητας σε σχέση με τα ονόματα των καταθετών και το ύψος των καταθέσεων. Λειτουργώντας ουσιαστικά σαν πλυντήριο βρώμικου ή απλώς αφορολόγητου χρήματος μια χώρα 500.000 κατοίκων κατάφερε να παρουσιάζεται σαν ένα από τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά κέντρα της Ευρώπης δίπλα στο Λονδίνο και την Φρανκφούρτη. Οι τράπεζες διαχειρίζονταν αμοιβαία κεφάλαια 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων στα οποία αν προστεθούν και στοιχεία ενεργητικού 550 δισεκατομμυρίων προσεγγίζουμε τα 3 τρις δολάρια – περίπου δηλαδή 50 φορές το ΑΕΠ της χώρας.

Όλα αυτά όμως ενδέχεται να αποτελέσουν περασμένα μεγαλεία για το Λουξεμβούργο. Ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, υποσχέθηκε ότι από την 1η Ιανουαρίου του 2015 το μεγάλο δουκάτο θα δημοσιοποιεί και σε άλλες χώρες της ΕΕ στοιχεία για τους τραπεζικούς λογαριασμούς στο έδαφός της. Η αμέσως επόμενη φράση του όμως έδειξε τους αληθινούς πρωταγωνιστές αυτές της διαδικασίας. «Απλώς ακολουθούμε μια διεθνή τάση» είπε σχεδόν απολογητικά ο Γιούνκερ συμπληρώνοντας ότι η κίνηση αυτή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εκληφθεί σαν «υποταγή στο Βερολίνο».

Και όμως σε αυτό το σημείο έγκειται η ουσία του ζητήματος και η πραγματική ομοιότητα με την Κύπρο: Το Βερολίνο έχει αποφασίσει να κλείσει τα «μικρά μαγαζιά» του χρηματοπιστωτικού συστήματος συγκεντρώνοντας όλο το ζεστό χρήμα στο δικό του τραπεζικό σύστημα ή σε φορολογικούς παραδείσους που θα είναι απόλυτα ελεγχόμενοι από τις γερμανικές ελίτ.

Μοναδική ελπίδα τώρα για τον χρηματοπιστωτικό παράδεισο του Λουξεμβούργου είναι να αφεθεί να ξεφουσκώσει ομαλά με λυγμό και όχι με κρότο, όπως θα έλεγε και ο Τ.Σ Έλιοτ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις τα επόμενα χρόνια θα επιβιώσουν 60 με 70 τράπεζες, αριθμός που είναι και πάλι τεράστιος για το δουκάτο αλλά προϋποθέτει ψαλίδισμα ή κατάρρευση του 50% του τραπεζικού του συστήματος. Μια φούσκα πλανιέται και πάλι πάνω από την Ευρώπη.

Άρης Χατζηστεφάνου
Επίκαιρα Μάιος 2013

Σχετικά θέματα:

 

20
CLOSE
CLOSE