Μας ζήτησαν να προβάλουμε την επίθεση στην ΕΣΣΔ σαν προληπτική κίνηση για την προστασία της πατρίδας μας
Χανς Φρίτσε, υπουργός προπαγάνδας Τρίτου Ράιχ

Πολεμική γελοιογραφία των δεκαετιών του ’30 ή του ’40 θύμισε σε ορισμένους ένα από τα τελευταία εξώφυλλα του γερμανικού Spiegel, στο οποίο ένας υπερμεγέθης Βλαντίμιρ Πούτιν κοιτάζει υποτιμητικά την Άγκελα Μέρκελ, που του κουνάει τρομαγμένη ένα λευκό σημαιάκι.

Ίσως για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες σειρά Γερμανών αλλά και Αμερικανών αναλυτών χτυπούσαν τα τύμπανα του πολέμου εναντίον μιας χώρας, όπως η Ρωσία, η οποία «πατά» στην ευρωπαϊκή ήπειρο. «Μπορεί η διπλωματία να γονατίσει έναν δεσπότη που εξαπολύει τα στρατεύματά του;», αναρωτιόταν το περιοδικό Spiegel, για να λάβει από την ημερήσια Suddeutsche Zeitung την απάντηση ότι «ο διάλογος δεν μπορεί πλέον να επιτύχει τα αποτελέσματα των απειλών και των κυρώσεων».

Πολύ πιο επικίνδυνη ήταν η προσπάθεια του αρχισυντάκτη της Frankfurter Allgemeine, Μπέρτολτ Κόλερ, να συγκρίνει τον πρόεδρο της Ρωσίας με τον Χίτλερ και την κρίση της Κριμαίας με τη εισβολή των ναζί στην Τσεχοσλοβακία – η οποία πραγματοποιήθηκε με πρόσχημα την προστασία της γερμανικής μειονότητας και με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να συναινούν σιωπηρά.

Δεν ήταν όμως μόνον οι επικριτές της Ρωσίας, που προσέφευγαν σε ιστορίες από τις δεκαετίες του ’30 και του ’40 για να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία τους. Στην άλλη πλευρά αρκετοί αρθρογράφοι υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να υπάρξει μια «Νυρεμβέργη» για τους δημοσιογράφους που προετοιμάζουν, όπως λένε, το κλίμα ακόμη και για ένα θερμό επεισόδιο με τις ρωσικές δυνάμεις. Πολύ περισσότερο, υποστηρίζουν οι ίδιοι, που ο δυτικός Τύπος στήριξε την αναρρίχηση στην ουκρανική κυβέρνηση υπουργών νεοφασιστικών κομμάτων, όπως το Svoboda, με αμιγώς εθνικοσοσιαλιστική παράδοση.

Όπως είχαμε αναφέρει και από αυτές εδώ τις σελίδες, το δικαστήριο καταδίκασε και εκτέλεσε τον δημοσιογράφο και εκδότη Τζούλιους Στράιχερ, ο οποίος χρησιμοποιούσε την εφημερίδα του, Der Stürmer, για να παρουσιάζει «στημένα» ρεπορτάζ εναντίον των εχθρών του Χίτλερ και να προωθεί κάθε δραστηριότητα του μετέπειτα δικτάτορα. Πολύ πιο πρόσφατα ο Βέλγος δημοσιογράφος Ζορζ Ρουγκιού καταδικάστηκε από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τα εγκλήματα στη Ρουάντα σε δώδεκα χρόνια φυλάκισης, με την κατηγορία της «υποκίνησης γενοκτονίας».

Την αρχή έκανε ο Αμερικανός δημοσιογράφος Ερικ Σόμερς, από την ηλεκτρονική έκδοση Counterpunch, υπενθυμίζοντας το κατηγορητήριο που είχε αναγνωσθεί στη δίκη της Νυρεμβέργης σχετικά με τις τεχνικές ψυχολογικού πολέμου που χρησιμοποιούσαν τα συνεργαζόμενα με τους ναζί μέσα ενημέρωσης.

«Πριν από κάθε μεγάλη επιθετική ενέργεια [του Χίτλερ]», ανέφερε το κατηγορητήριο, που ξέθαψε προ ημερών ο Ερικ Σόμερς, «έμπαινε σε εφαρμογή μια εκστρατεία στον Τύπο η οποία είχε στόχο να αποδυναμώσει τον αντίπαλο και να προετοιμάσει ψυχολογικά τον γερμανικό λαό για την επερχόμενη μάχη. Στον μηχανισμό προπαγάνδας το μεγαλύτερο βάρος δινόταν στον ημερήσιο Τύπο και στο ραδιόφωνο, τα οποία αποτέλεσαν και τα σημαντικότερα όπλα».

Τα τελευταία χρόνια έχουν χυθεί αρκετά λίτρα μελανιού από αναλυτές που υποστήριξαν ότι τα αμερικανικά αλλά και ορισμένα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης έπαιξαν αντίστοιχο ρόλο πριν από μεγάλες πολεμικές αναμετρήσεις στις οποίες συμμετείχαν δυτικές δυνάμεις. Οπως είχε παρατηρήσει κάποτε ο Αμερικανός βετεράνος δημοσιογράφος Μπιλ Μόγερς, πριν από την αμερικανική εισβολή και κατάληψη του Ιράκ, η Washington Post είχε γράψει 27 editorials στα οποία ζητούσε την αποστολή αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ. «Πρέπει να είσαι ολοκληρωτικά ηλίθιος ή… Γάλλος για να μην πιστεύεις τα στοιχεία [του Στέιτ Ντιπάρτμεντ] ότι το Ιράκ διατηρεί όπλα μαζικής καταστροφής», έγραφε στις σελίδες της ίδιας εφημερίδας ο τέσσερις φορές υποψήφιος για Πούλιτζερ, Ρίτσαρντ Κοέν. «Η Αλ Κάιντα θα χρησιμοποιήσει τα όπλα μαζικής καταστροφής του Ιράκ», έλεγε τις ίδιες ημέρες από το δίκτυο FOX, του Ρούπερτ Μέρντοχ, ο Φρεντ Μπαρνς, χωρίς ποτέ να κληθεί να απολογηθεί για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Αν και τα δυτικά μέσα ενημέρωσης δεν έχουν φτάσει ακόμη σε αυτά τα επίπεδα απέναντι στη Ρωσία, η στήριξη που παρείχαν στα φασιστικά μορφώματα του Κιέβου δίνει συνεχώς τροφή σε όσους ζητούν μια δημοσιογραφική «Νυρεμβέργη».

Όσο καλά τεκμηριωμένη και αν είναι όμως η κατηγορία εναντίον δημοσιογράφων που λειτουργούν σαν μηχανισμός προετοιμασίας της κοινής γνώμης για ένα έγκλημα ιστορικών διαστάσεων, η προσπάθεια ποινικοποίησης του Τύπου εγείρει σειρά ερωτημάτων. Ποιος θα κρίνει εάν η εκτίμηση ενός σχολιαστή εντάσσεται συνειδητά σε μια πολεμική επιχείρηση προπαγάνδας ή αν και ο ίδιος έχει πέσει θύμα παραπληροφόρησης;

Η απάντηση, από όσους διεκδικούν μια «Νυρεμβέργη» για δημοσιογράφους, είναι ότι ο μηχανισμός για τον έλεγχο ποινικών ευθυνών χρησιμοποιείται ήδη σε περιπτώσεις που θίγονται οικονομικά συμφέροντα, αλλά δεν τίθεται ποτέ σε λειτουργία όταν πρόκειται να συντελεστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο δημοσιογράφος που θα θίξει την κερδοφορία μιας εταιρείας θα οδηγηθεί άμεσα στη Δικαιοσύνη, ενώ ο συνάδελφός του που θα προετοιμάσει το έδαφος για να σκοτωθούν ένα εκατομμύριο Ιρακινοί πολίτες και μερικές δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες θα συνεχίσει να αρθρογραφεί… ανάμεσά μας.

Και η συζήτηση συνεχίζεται.

Info

Διαβάστε
Κατασκευάζοντας τη συναίνεση
Ο Νόαμ Τσόμσκι αποκαλύπτει τον ρόλο των ΜΜΕ, ως μηχανισμού προπαγάνδας, στις δυτικές Δημοκρατίες.

Δείτε
The century of the Self
O δημοσιογράφος του BBC, Ανταμ Κέρτις, αποκαλύπτει τους μηχανισμούς της σύγχρονης προπαγάνδας – από την οικογένεια του Φρόιντ μέχρι τα διαφημιστικά τμήματα μεγάλων πολυεθνικών.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών 23/03/2014

CLOSE
CLOSE