Τους τελευταίους μήνες η ευρωπαϊκή αλλά και η αμερικανική αριστερά συνήθιζε να χαρακτηρίζει τον Ντόναλντ Τραμπ »φασίστα»- συχνά με την επιπολαιότητα μιας απλής βρισιάς, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά χαρακτηριστικά του μαζικού φαινομένου που βύθισε την ανθρωπότητα στον όλεθρο στα μέσα του 20ου αιώνα. Όταν όμως το Αλ Τζαζίρα αφιέρωσε, πριν από λίγες μέρες ειδική εκπομπή στο ερώτημα »σε τι διαφέρει ο Χίτλερ από τον Μουσολίνι;» τα πράγματα άρχισαν να σοβαρεύουν. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ομάδα γνωστών Αμερικανών ιστορικών υπέγραψε κείμενο με το οποίο καλούσε τους ψηφοφόρους να αναλογιστούν τις συνέπειες που θα έχει για τις ΗΠΑ αλλά και για την ανθρωπότητα το ενδεχόμενο επικράτησης του Ντόναλντ Τραμπ.

Αφορμή αποτέλεσε φυσικά η επίσημη πλέον ανάληψη του χρίσματος των ρεπουμπλικάνων για τις προεδρικές εκλογές αλλά και η εθνική συνδιάσκεψη του κόμματος, η οποία από την πρώτη στιγμή μετατράπηκε σε μια αρένα ρατσισμού, μιλιταρισμού και πραγματικού αυτή τη φορά ρατσισμού. Υπό τη συνεχή απειλή μια γενικευμένης σύγκρουσης ανάμεσα στους συνέδρους, στενοί συνεργάτες του Τραμπ έφτασαν να δηλώνουν ότι η Χίλαρι Κλίντον θα έπρεπε να στηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα για εσχάτη προδοσία ύστερα από τον τρόπο με το οποίο χειρίστηκε διαβαθμισμένα αρχεία σε δίκτυο προσωπικών υπολογιστών της. Λίγα λεπτά νωρίτερα το πλήθος γιουχάριζε τον γερουσιαστή του Τέξας, Τεντ Κρουζ, ο οποίος αρνήθηκε να προσφέρει την στήριξη του στον Τραμπ ενώ στα διαλείμματα ακουγόταν οργισμένα το σύνθημα »χώστε την σε ένα κελί» για την Κλίντον.

Όλες τις ημέρες της συνδιάσκεψης ο Τραμπ είχε απέναντι του ορισμένους από τους πιο αντιδραστικούς γερουσιαστές των ΗΠΑ (με αποκορύφωμα τον ίδιο τον Τεντ Κρουζ που εκπροσωπεί μια φονταμεταλιστική, χριστιανική ηθική στην πολιτεία του Τέξας). Όλοι τους επιδόθηκαν σε ρεσιτάλ τρομολαγνίας προειδοποιώντας το πλήθος ότι η »Αμερική χάνει τον πόλεμο απέναντι στην ισλαμική τρομοκρατία» ενώ συνδύαζαν το μίσος τους για το δημόσιο τομέα και κάθε μορφή κοινωνικών επιδομάτων με συνεχείς επιθέσεις απέναντι σε ομοφυλόφιλους, μετανάστες και πρόσφυγες.

Παρά τον ακροδεξιό σκοταδισμό του όμως, οι άνθρωποι αυτού εκπροσωπούσαν τμήματα του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου που φοβούνται ότι ο Τραμπ μετατρέπεται σε μια ανεξέλεγκτη φασιστική δύναμη εκφράζοντας το σκοταδισμό αλλά και δίνοντας φωνή στην οργή των λευκών εργαζομένων που συνθλίβονται από την οικονομική κρίση.

Την ίδια στιγμή όμως είναι πλέον σαφές ότι ένα τμήμα της αμερικάνικης αστικής τάξης (ενδεχομένως το πιο κυνικό αλλά και αυτό που αφουγκράζεται καλύτερο της ηχώ της λαϊκής οργής) φλερτάρει πλέον ανοικτά με φασιστικές επιλογές, με τη δημιουργία δηλαδή ενός μαζικού ακροδεξιού κινήματος.

Οι δυο αυτές τάσεις οδηγούν πλέον την ρεπουμπλικανική παράταξη στα όρια της διάσπασης με τρόπο που δεν έχει προηγούμενο στην πρόσφατη αμερικανική ιστορία. Βέβαια, το γεγονός ότι τα δύο αμερικανικά κόμματα εξουσίας διατηρούν την οργανωτική τους δομή μόνο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και στη συνέχεια αποχωρούν από το προσκήνιο, λειτουργεί αποτρεπτικά σε ενδεχόμενες διασπάσεις. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν λίγοι οι σχολιαστές που αναρωτιόντουσαν εάν οι Ρεπουμπλικανοί σύνδεροι θα μπορέσουν ποτέ να ξαναβρεθούν μαζί σε επόμενη συνδιάσκεψη χωρίς να πιαστούν στα χέρια.

Ο ίδιος ο Τραμπ φρόντισε να απολαύσει την στιγμή της δόξας κατά την τελική ομιλία με την οποία αποδέχτηκε το χρίσμα του κόμματος για τις προεδρικές εκλογές. Η απόλυτα συμμετρική σκηνή με την γιγαντιαία φωτογραφία του στο βάθος έμοιαζε βγαλμένη από τις σελίδες του 1984. Παρά το γεγονός ότι σχεδόν για πρώτη φορά διάβαζε κείμενο χωρίς να αυτοσχεδιάζει, ο λόγος τους εξακολουθούσε να μην έχει ιδιαίτερο ειρμό και διανθιζόταν από δεκάδες ψέμματα. Το μήνυμα του έφτανε όμως με καθαρότητα στο κοινό: περιέγραφε μια Αμερική η οποία βυθίζεται στην κρίση -όχι φυσικά λόγω της παρακμής του αμερικάνικου καπιταλισμού – αλλά αποκλειστικά και μόνο λόγω της τρομοκρατίας και της μετανάστευσης. »Στο δρόμο για το Λευκό Οίκο είμαι ο υποψήφιος του νόμου και της τάξης» φώναζε ο Τραμπ υποσχόμενος ακόμη περισσότερη αστυνόμευση και διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της αστυνομίας.

Για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ υποσχέθηκε περισσότερους βομβαρδισμούς στο Ιράκ εναντίον του Ισλαμικού Κράτους αλλά και άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργεί η Κίνα με τη νομισματική της πολιτική και την »κλοπή έργων πνευματικής ιδιοκτησίας». Η λύση όλων αυτών των προβλημάτων συνοψιζόταν στο πρόσωπο του ίδιου του υποψήφιου, ο οποίος επαναλάμβανε τη λέξη »εγώ» σε κάθε του υπόσχεση. »Στους απολυμένους εργάτες των εργοστασίων και στους ξεχασμένους άντρες και τις γυναίκες αυτής της χώρας, εγώ θα είμαι η φωνή σας» έλεγε ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων τη ίδιο ώρα που υποσχόταν να εφαρμόσει με ακόμη πιο ακραίο τρόπο τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα που γιγάντωσε το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών επιτρέποντας πρωτοφανή συσσώρευση πλούτου ακόμη και για τα αμερικανικά δεδομένα.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα Πριν 24/8/2016

CLOSE
CLOSE