Να επιβάλλει εκ νέου την στρατιωτική του παρουσία στο Ιράκ και την ευρύτερη Μέση Ανατολή επιχειρεί τα τελευταία 24ωρα το Πεντάγωνο, με αφορμή την προέλαση της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και το Λεβάντε (ISIS).

Σε αυτή την προσπάθεια ο πραγματικός εχθρός του Πενταγώνου δεν είναι φυσικά οι τζιχαντιστές, οι οποίοι άλλωστε δεν θα υπήρχαν στην περιοχή χωρίς την ενεργό στήριξη ή την ανοχή της Ουάσινγκτον, αλλά η κυβέρνηση του Ιρακινού πρωθυπουργού αλ Μαλίκι. Ο πάλαι ποτέ άνθρωπος του Λευκού Οίκου είχε μετατραπεί το τελευταίο διάστημα σε αγκάθι για τα σχέδια των Αμερικανών αξιωματούχων να διατηρήσουν τουλάχιστον 10.000 Αμερικανούς στρατιώτες στη χώρα, στους οποίους μάλιστα θα προσέφεραν απόλυτη ασυλία να διαπράττουν εγκλήματα πολέμου εναντίον του ιρακινού λαού.

Η αμερικανική ηγεσία θέλει να ανατρέψει τις ισορροπίες ισχύος στη Βαγδάτη περιορίζοντας την επιρροή που απέκτησε όλα αυτά τα χρόνια η Τεχεράνη.Για να επιτύχουν αυτούς τους στόχους οι επιτελείς του Πενταγώνου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ παίζουν ένα παιχνίδι αποσταθεροποίησης, το οποίο θα μπορούσε να έχει δραματικές επιπτώσεις όχι μόνο για το Ιράκ αλλά και για αρκετές χώρες της περιοχής. Από τη μια θέλουν να διατηρήσουν και να ενισχύσουν την πίεση που ασκούν οι τζιχαντιστές στη Βαγδάτη, χωρίς όμως να οδηγηθούν σε ολοκληρωτική κατάληψη της εξουσίας από το ανεξέλεγκτο σουνιτικό ISIS.

Από την άλλη θέλουν να σχηματίσουν μια απόλυτα ελεγχόμενη κυβέρνηση στην ιρακινή πρωτεύουσα στην οποία ο Μαλίκι θα μπορεί να είναι παρόν αλλά όχι κυρίαρχος – μια κυβέρνηση δηλαδή η οποία θα περιλαμβάνει και εκπροσώπους των σουνιτών και των Κούρδων, που είναι διατεθειμένοι να συνεργαστούν με τις ΗΠΑ. Όπως αποκάλυψαν οι Νιου Γιορκ Τάιμς, ο Αμερικανός πρέσβης στο Ιράκ Ρόμπερτ Μπίκροφ, είχε επαφές με τον περίφημο Αχμέντ Τσαλάμπι, έναν από τους Ιρακινούς πολιτικούς που χρηματοδοτούνταν απευθείας από τη CIA και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις προετοιμασίες για την αμερικανική εισβολή του 2003.

Ως πρόεδρος, τότε, της οργάνωσης Ιρακινό Εθνικό Κογκρέσο ο Τσαλάμπι είχε αναλάβει να προωθεί στα διεθνή μέσα ενημέρωσης τα ψευδή στοιχεία του Πενταγώνου για τα υποτιθέμενα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσείν. Η επιστροφή του στο επίκεντρο των συνομιλιών είναι λοιπόν ενδεικτική της προσπάθειας των ΗΠΑ να αποκτήσουν τον απόλυτο έλεγχο της ιρακινής κυβέρνησης τοποθετώντας ακόμη και δηλωμένους πράκτορες τους στο εσωτερικό.

Την ίδια ώρα η παρέμβαση του προέδρου του Ιράν, Χασάν Ρουχανί, με την αποστολή δεκάδων αν όχι εκατοντάδων στελεχών της Φρουράς της Επανάστασης στο Ιράκ και κυρίως η ανοιχτή πρόταση συνεργασίας με την Ουάσινγκτον για την αντιμετώπιση του ISIS, δοκιμάζει και τη συνοχή των ιρανικών πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Αρκετά στελέχη των μηχανισμών ασφαλείας στην Τεχεράνη υπενθυμίζουν ότι το ίδιο το ISIS είναι εν πολλοίς ένα δημιούργημα των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και της Τουρκίας, οι οποίες εξόπλιζαν τις πιο ακραίες δυνάμεις σουνιτών στην περιοχή για να δημιουργήσουν ένα ανάχωμα στην επιρροή του σιιτικού Ιράν. Είναι σαφές ότι ένα μειοψηφικό, προς το παρόν, αλλά σημαντικό τμήμα της ιρανικής αστικής τάξης θεωρεί ότι δεν έχει να κερδίσει τίποτα από τον φιλοδυτικό προσανατολισμό του προέδρου Ρουχανί. Αντίθετα πιστεύει ότι η προσπάθεια της Ουάσινγκτον να ελέγξει πολιτικά τον Μαλίκι θα βλάψει σημαντικά τη διείσδυση που είχε επιτύχει όλα αυτά τα χρόνια η Τεχεράνη στην εσωτερική πολιτική ζωή του Ιράκ. Ο πρόεδρος Ρουχανί, εκπροσωπώντας τα επιχειρηματικά συμφέροντα που ήθελαν άμεση άρση του αμερικανικού εμπάργκο και άνοιγμα στις αγορές της Δύσης, βρίσκεται πλέον σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Στην παρούσα φάση καθε συνεργασία με τις ΗΠΑ, όσο επιβεβλημένη και αν είναι για τη διατήρηση της «αντάντ» με τη Δύση, μεταφράζεται σε τρομακτική απώλεια γεωπολιτικής ισχύος για την Τεχεράνη και ενδεχόμενη πολιτική αστάθεια και στο εσωτερικό του Ιράν.

Αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα έχουν οι εξελίξεις και στη γειτονική Τουρκία, όπου ο Ερντογάν πληρώνει ακριβά τη στήριξη που παρείχε μέχρι σήμερα στους αμερικανικούς σχεδιασμούς στη Συρία. Η αποσταθεροποίηση που επέφερε η δράση του ISIS στο Ιράκ έφερε πιο κοντά από ποτέ το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός κουρδικού κράτους στο βόρειο Ιράκ, το οποίο δεν θα είναι μόνο de facto αλλά και de jure ανεξάρτητο από τη Βαγδάτη. Ήδη η κατάρρευση του ιρακινού στρατού επέτρεψε στις κουρδικές δυνάμεις να καταλάβουν ανενόχλητες την πλουσιότερη σε κοιτάσματα πετρελαίου πόλη του Κιρκούκ, γεγονός που τους προσφέρει την πολιτική ισχύ να διεκδικήσουν ένα ακόμη μεγαλύτερο ιρακινό κουρδιστάν.

Τέλος η δράση του ISIS στη Συρία αλλά ακόμη και ορισμένες βομβιστικές επιθέσεις που σημειώθηκαν στο Λίβανο και αποδίδονται από ορισμένους στις ίδιες ομάδες σουνιτών εξτρεμιστών ανοίγει την όρεξη του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου των ΗΠΑ να παρέμβουν δυναμικά και σε αρκετές ακόμη περιοχές εκτός του Ιράκ. Αυτό που ουσιαστικά επιχειρούν είναι να αντιστρέψουν την ήττα που υπέστησαν όταν αναγκάστηκαν να ακυρώσουν την τελευταία στιγμή τη στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, υπό το καθεστώς ασφυκτικών πιέσεων τοπικών δυνάμεων αλλά και της διεθνούς κοινής γνώμης.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα ΠΡΙΝ 22/6/2014

20
CLOSE
CLOSE