σοβαροί Μπόρις Τζόνσον Λιζ Τρας Ρίσι Σούνακ βρετανία Τόρις συντηρητικοί ελεύθερη αγορά

Βρετανία: Οι «σοβαροί» κλόουν δεν αλλάζουν το τσίρκο

του Ανδρέα Κοσιάρη

Ο τρίτος πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας σε διάστημα δύο μηνών, το πρώτο παιδί μεταναστών που αναρριχάται στον θώκο, καλείται να εγχύσει σοβαρότητα στη διακυβέρνηση των Τόρις, για να αποφύγουν μία συντριπτική ήττα στις επόμενες εκλογές. Όσο σοβαροφανείς κι αν είναι, όμως, οι πολιτικές λιτότητας που ευαγγελίζεται ο πλουσιότερος πολιτικός της χώρας, Ρίσι Σούνακ, θα είναι μία από τα ίδια για τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα.

Όταν προ τριών μηνών, με την κυβέρνηση Τζόνσον να καταρρέει, γράφαμε ότι η παραίτησή του δεν θα άλλαζε κάτι στην πορεία της Μεγάλης Βρετανίας, δεν φανταζόμασταν ότι το χάος που παρέδιδε θα μπορούσε να γίνει τόσο χειρότερο τόσο σύντομα. Οι μόλις έξι εβδομάδες πρωθυπουργίας της Λιζ Τρας έφεραν κατάρρευση της λίρας, ραγδαία αύξηση των δόσεων ενυπόθηκων δανείων και σημαδεύτηκαν από την τρομακτική έλλειψη αντίληψης που επέδειξε η «μιμήτρια της Θάτσερ».

Ο μίνι-προϋπολογισμός που ανακοίνωσε στην αρχή της πρωθυπουργίας της (κι αφού κήδεψε τη βασίλισσα Ελισάβετ) μαζί με τον υπουργό Οικονομικών της, Κουάσι Κουαρτένγκ, ήταν βγαλμένος από τις ονειρώξεις των πιο ακραίων θιασωτών της «ελεύθερης αγοράς». Δεν θα μπορούσε να μην είναι, άλλωστε, καθώς αυτοί τον συνέταξαν.

Το «ντου» των ελευθεραγοριτών

Η Τρας κι ο Κουαρτένγκ είναι «παιδιά» του θινκ-τανκ Ινστιτούτο Οικονομικών Υποθέσεων (Institute of Economic Affairs – IEA), ενός από τους παλαιότερους οργανισμούς πολιτικής πίεσης στη Βρετανία. Το IEA σπρώχνει εδώ και δεκαετίες ακραίες θεωρίες της ελεύθερης αγοράς, εμπνευσμένες από την «αυστριακή σχολή» και τη «σχολή του Σικάγο», χρηματοδοτούμενο αδιαφανώς από τα μεγάλα βιομηχανικά λόμπι. Οι βιομηχανίες καπνού, αλκοόλ, ζάχαρης και ορυκτών καυσίμων έχουν δώσει κατά καιρούς χιλιάδες λίρες στο IEA για να προωθήσει τα συμφέροντά τους και να παρουσιάζει «μελέτες» και «πολιτικές προτάσεις» που αμφισβητούν την καταστροφική τους δράση για την ανθρωπότητα και το περιβάλλον.

Η Τρας είναι η πολιτικός που έχει μιλήσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στις εκδηλώσεις της οργάνωσης. Λίγες ώρες πριν ο μίνι-προϋπολογισμός της αποδειχτεί καταστροφικός, ο διευθυντής του θινκ-τανκ, Μαρκ Λίτλγουντ, εμφανιζόταν να επιβεβαιώνει στο twitter πως «η Τρας και ο Κουαρτένγκ έχουν επωαστεί από το IEA στα πρώτα χρόνια τους ως βουλευτές. Η Βρετανία είναι τώρα το εργαστήριό τους (ενν. του IEA)».

Όντως, οι αψυχολόγητες πρώτες αποφάσεις της Τρας έδιναν στους «ελευθεραγορίτες» πολλά από αυτά που επιθυμούσαν, σε κάτι που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα «ντου», μια μαζική εφαρμογή ιδεολογικών προτάσεων χωρίς περίσκεψη. Περικοπή φόρων στα υψηλότερα εισοδήματα συνολικού ύψους 45 δισ. λιρών ετησίως, περικοπές στη φορολογία των επενδύσεων, ένα τσουνάμι νέων αδειών εξόρυξης ορυκτών καυσίμων, κατάργηση νομοθεσίας για τη φοροαποφυγή, μεταξύ πολλών άλλων.

Οι προτάσεις αυτές προκάλεσαν τη μήνη ακόμα και των ίδιων των αγορών, η «ορθοδοξία» των οποίων δεν είχε πρόβλημα με αυτές καθαυτές, αλλά με το γεγονός ότι ήταν πλήρως ακοστολόγητες. Πιστή στο μάντρα των ακραίων ελευθεραγοριτών, που μισούν το κράτος αλλά λατρεύουν να σιτίζονται από αυτό, η Τρας πρότεινε τεράστιο κρατικό δανεισμό για να καλύψει την τρύπα που θα προκαλούσαν οι υπόλοιπες προτάσεις της, σε συνδυασμό με το μοναδικό «φιλολαϊκό» μέτρο της, ένα διετές πάγωμα των τιμών ενέργειας.

Αν το πλάνο της Τρας, αντί για υπέρογκο δανεισμό, περιείχε τεράστιες περικοπές στις «κυβερνητικές δαπάνες», δηλαδή στην κοινωνική πολιτική, τη δημόσια υγεία, παιδεία κ.ο.κ., είναι πολύ πιθανό οι «αγορές» να μην αντιδρούσαν τόσο αρνητικά. Το δίλημμα, μάλιστα, τέθηκε στην Τρας και τον Κουαρτένγκ: ή ανακοινώνετε αντίστοιχα γενναία σμίκρυνση των δαπανών του κράτους ή αλλάζετε τα σχέδιά σας.

Βέβαια, κάτι τέτοιο θα προκαλούσε τρομακτική περαιτέρω φτωχοποίηση του πληθυσμού κι έτσι οι Τόρις θα θυσίαζαν κάθε πιθανότητα επανεκλογής τους — η Τρας μπορεί (δικαίως) να χαρακτηρίστηκε «ανόητη», αλλά όχι και τόσο ανόητη. Αρκέστηκε να δώσει αόριστες υποσχέσεις περικοπής δαπανών «σε βάθος πενταετίας» που δεν ικανοποίησαν τα «γεράκια» των αγορών.

Η διάλυση του κράτους θέλει αργούς ρυθμούς και «σοβαρότητα»

Το σημείο αυτό είναι ύψιστης σημασίας για την κατανόηση όσων συνέβησαν στη Μεγάλη Βρετανία, όχι μόνο αυτές τις έξι καταστροφικές εβδομάδες της Λιζ Τρας, αλλά και στα χρόνια πριν από αυτήν. Όπως επίσης και όσων θα συμβούν από εδώ και πέρα.

Η πολιτική της Τρας δεν ήταν αντίθετη στην πορεία της Βρετανίας επί Τζόνσον, αλλά και πριν από αυτόν στα δώδεκα χρόνια που κυβερνούν συναπτά οι Συντηρητικοί — και πριν από αυτούς στα χρόνια των «Νέων Εργατικών» που επανίδρυσε ο Τόνι Μπλερ και πριν από αυτούς φτάνοντας μέχρι τα χρόνια της Θάτσερ.

Σε όλες αυτές τις δεκαετίες το βρετανικό κράτος συνεχώς μικραίνει — και λέγοντας «κράτος» εδώ, δεν εννοούμε τμήματά του όπως ο στρατός και η αστυνομία, ή το είδος εκείνο της γραφειοκρατίας που αντιτίθεται στα συμφέροντα της ευρείας πλειοψηφίας των πολιτών. Εννοούμε την κοινωνική πολιτική, τη δημόσια παροχή αγαθών, τα ελεγκτικά των επιχειρηματικών συμφερόντων όργανα κλπ. Σταδιακά, ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνικής πολιτικής αποχρηματοδοτούνταν, απαξιωνόταν, αποχρηματοδοτούνταν ακόμα περισσότερο και όδευε προς ιδιωτικοποίηση.

Όμως αυτό που αποφάσισε να κάνει η Τρας ήταν να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία με σοκαριστικό ρυθμό. Η σμίκρυνση και ο παραγκωνισμός του κοινωνικού ρόλου του κράτους είναι μια διαδικασία που πρέπει να γίνει αργά, κάπως σαν τη γνωστή μέθοδο βρασίματος βατράχων — η Τρας ήθελε να ρίξει τα βατράχια σε νερό που βράζει, ενώ αυτά μια χαρά κάθονταν εδώ και χρόνια σε σταδιακά αυξανόμενες θερμοκρασίες.

Στο πλαίσιο αυτό, ο νέος πρωθυπουργός Ρίσι Σούνακ, υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Μπόρις Τζόνσον, καλείται να επαναφέρει τη Βρετανία στο πιο «βατό» μονοπάτι. Με λιγότερες περικοπές φόρων, ίσως και αύξησής τους εκεί που δεν θα πονέσουν πολύ οι μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά πιο σημαντικά με περικοπές δαπανών, την πανταχού παρούσα «λιτότητα».

Τι θα κερδίσει, η ακροδεξιά «σοβαρότητα» ή ο ακροδεξιός ρατσισμός;

Για τα δεδομένα των Τόρις πάντα, ο Σούνακ θα έπρεπε να είχε επιλεχθεί ως ηγέτης του κόμματος έναντι της Τρας στις αρχές Σεπτεμβρίου. Πιο «μετριοπαθής» από την Τρας (κάτι που, βέβαια, δεν αποτελεί υψηλό πήχυ), με εμπειρία στη διαχείριση οικονομικών, ζάμπλουτος πρώην τραπεζίτης και νέος, θα μπορούσε να είναι βγαλμένος από τα συντηρητικά όνειρα.

Είχε όμως δύο σημαντικά προβλήματα: πρώτον, πρόδωσε τον Μπόρις παραιτούμενος στη θερινή κυβερνητική κρίση· δεύτερον, και πιο σημαντικό για τα πλειοψηφικά λευκά, αρσενικά, πλούσια μέλη του κόμματος που ψήφισαν στην κούρσα για τη διαδοχή του Τζόνσον, ο Σούνακ δεν έχει το σωστό χρώμα δέρματος.

Η σημερινή επιλογή του από τους βουλευτές (και όχι τα μέλη) του κόμματος, ως έσχατη λύση ανάγκης, δεν τιμά φυσικά τους Τόρις. Μπορεί να έχουν ήδη δημοσιευτεί πανηγυρικοί για τον «πρώτο πρωθυπουργό γιο μεταναστών» — αλλά και μόνο το γεγονός πως ακόμα και ένα άξιο μέλος της αστικής τάξης, ο πλουσιότερος βουλευτής του βρετανικού κοινοβουλίου, πλουσιότερος ακόμα κι από τον βασιλιά Κάρολο Γ’, έπρεπε να περιμένει να αποτύχει μια «ημίτρελη cosplayer της Θάτσερ» για να αναλάβει εξουσία, λέει πολλά για το κλίμα που επικρατεί στις τάξεις των Συντηρητικών.

Ο Σούνακ έχει να αντιμετωπίσει την εχθρότητα σχεδόν των μισών βουλευτών του κόμματος, αλλά και ένα σώμα ψηφοφόρων που έχει (και στη Βρετανία) εκπαιδευτεί τα τελευταία χρόνια να πιστεύει σε ακροδεξιές θεωρίες συνωμοσίας. Η υιοθέτηση από τους Τόρις, από την εποχή της απόφασης για Brexit, της ρητορικής των πιο ακροδεξιών παραφυάδων τους, όπως το UKIP του Νάιτζελ Φάρατζ, τους έβαλε σε μία κατηφόρα δίχως τέλος.

Ο Σούνακ μπορεί να στηρίζει ακραιφνώς τα ξενοφοβικά, εθνικιστικά και ρατσιστικά σχέδια που ήδη είχαν εισαχθεί τα προηγούμενα χρόνια από τις κυβερνήσεις του κόμματός του, όμως στις τάξεις των ψηφοφόρων των Τόρις θεωρείται ήδη «εκπρόσωπος της Νέας Τάξης Πραγμάτων». Τα ιντερνετικά φόρα κατακλύζονται τις τελευταίες ώρες από βιτριολικά, εν κρυπτώ αντισημιτικά σχόλια για «νίκη των παγκοσμιοποιητών», που αναμιγνύονται με ακροδεξιές αντιεμβολιαστικές κορώνες για να συνθέσουν το προφανές: όταν ταΐζεις ακροδεξιά συνωμοσιολογία, αυτή θα έρθει αργά ή γρήγορα να σου δαγκώσει τα οπίσθια.

Η πιο «σοβαρή δεξιά» είναι οι Εργατικοί

Σε όλα αυτά, και με κίνδυνο να μη διαβάζεται αυτό το κείμενο λόγω μήκους, θα πρέπει να προστεθεί η στάση των Εργατικών του Κιρ Στάρμερ. Εν συντομία, ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να πιέζουν από την πλευρά των φτωχών της Βρετανίας, οι Εργατικοί έχουν αποφασίσει να πουλήσουν «ήρεμη σοβαρότητα».

Δεν στηρίζουν τις απεργιακές κινητοποιήσεις, πήραν πίσω τις υποσχέσεις του προγράμματός τους για εθνικοποίηση δημόσιων αγαθών και στηρίζουν το Συντηρητικό δόγμα «Νόμου και Τάξης», που προβλέπει περιορισμό των δικαιωμάτων των διαδηλωτών και αυστηροποίηση των ποινών σε αυτούς.

Πλασάρονται, δηλαδή, ως η «σοβαρή δεξιά» και περιμένουν τους Τόρις να πέσουν σαν σάπιο φρούτο.

Προπαγάνδα και Παραπληροφόρηση