Ad image

Βραζιλία: Η καταδίκη Μπολσονάρου ως θεσμικό «τεστ αντοχής»

brazil 1757344895 Αν η υπόθεση Μπολσονάρου χαρακτηρίζεται ιστορική είναι επειδή συγκρούεται με ένα βαθύ τραύμα: την ατιμωρησία που εγκαθίδρυσε η στρατιωτική δικτατορία και ο «Νόμος Αμνηστίας» του 1979.
7 λεπτα

της Ιωάννας Αρχοντάκη

Στη Βραζιλία του 2025, το πολιτικό σκηνικό θυμίζει μια χώρα που ξύπνησε από ένα βαθύ λήθαργο. Η εικόνα ενός απελπισμένου Μπολσονάρου να καταδικάζεται για την απόπειρα πραξικοπήματος που κορυφώθηκε με την επίθεση της 8ης Ιανουαρίου 2023, μοιάζει πρωτόγνωρη. Και αυτό γιατί το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο (STF) αναλαμβάνει ενεργά έναν ρόλο που δεν είχε καταφέρει ποτέ στο παρελθόν – να θέσει όσους απείλησαν την δημοκρατία της χώρας ενώπιον της δικαιοσύνης.

Αν η υπόθεση Μπολσονάρου χαρακτηρίζεται ιστορική είναι επειδή συγκρούεται με ένα βαθύ, ριζωμένο τραύμα: την ατιμωρησία που εγκαθίδρυσε η στρατιωτική δικτατορία (1964–1985) και που νομιμοποίησε ο περίφημος «Νόμος Αμνηστίας» του 1979. Χωρίς να κατανοήσει κανείς το παρελθόν αυτό, δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί γιατί οι σημερινές δίκες των πραξικοπηματιών θεωρούνται από πολλούς, εντός και εκτός Βραζιλίας, ως ένα θεσμικό «τεστ αντοχής».

Η λεγόμενη Lei de Anistia, ο νόμος αμνηστίας που ψηφίστηκε τον Αύγουστο του 1979 από τον τελευταίο στρατιωτικό πρόεδρο, το στρατηγό Ζοάο Φιγκειρέιδο, παρουσιάστηκε ως ένα «βήμα συμφιλίωσης». Υποτίθεται ότι ο νόμος θα λειτουργούσε ως εργαλείο για την ελεγχόμενη μετάβαση προς ένα πιο δημοκρατικό καθεστώς. Επέτρεψε την επιστροφή εξόριστων ακτιβιστών, την αποκατάσταση πολιτικών δικαιωμάτων και μια ατμόσφαιρα «ειρηνικής αποχώρησης» των στρατιωτικών από την εξουσία.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πως ο νόμος που σχεδιάστηκε από τους στρατιωτικούς, μοναδικό σκοπό είχε για να προστατεύσει τους ίδιους. Η κρίσιμη φράση «πολιτικά εγκλήματα και συναφή» ερμηνεύτηκε τόσο ευρέως ώστε να συμπεριλάβει βασανιστήρια, δολοφονίες, εξαφανίσεις και άλλες μορφές κρατικής βίας που αποτελούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Αυτή η διευρυμένη ερμηνεία, την οποία επικύρωσε και το STF το 2010, δημιούργησε μια νομική ασπίδα για τους πραξικοπηματίες, αλλά και ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό καταστολής.

Κι έτσι, για δεκαετίες, κανένας βασανιστής, κανένας στρατηγός και κανένας ανώτερος αξιωματούχος της δικτατορίας δεν κάθισε στο εδώλιο, παρά το γεγονός ότι το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (IACHR) σε σειρά αποφάσεών του, επισήμανε ότι μια τέτοια αμνηστία παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο.

Η απόλυτη ατιμωρησία της δεκαετίας του 1980 και του 1990 λειτούργησε σαν έφορο έδαφος για την πολιτική κουλτούρα που γέννησε τον μπολσοναρισμό. Όπως αναφέρει το openDemocracy, το γεγονός ότι η κοινωνία δεν αντιμετώπισε ποτέ τους εφιάλτες της χούντας, επέτρεψε την επιστροφή της νοσταλγίας για το «σκληρό χέρι», μια νοσταλγία που σε συνδυασμό με τη διαρκή κρίση των θεσμών, βρήκε τον εκφραστή της στον Ζαΐρ Μπολσονάρου.

Ο Μπολσονάρου δεν έκρυψε ποτέ την ταύτισή του με τη δικτατορία. Εξήρε δημόσια τους βασανιστές, χειροκρότησε τα πιο σκοτεινά σύμβολα της, επανέφερε στρατιωτικές παρελάσεις προς τιμήν της, και δεν δίστασε να προκαλέσει τις οικογένειες των εξαφανισμένων του καθεστώτος. Το 2019, δήλωσε σε δημόσια εκδήλωση ότι «ίσως» γνωρίζει το σημείο όπου θάφτηκε ο πατέρας του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου της Βραζιλίας, ο οποίος εξαφανίστηκε από στρατιωτικούς στη δεκαετία του 1970.

Έτσι, όταν το 2022 ο Μπολσονάρου άρχισε να επιτίθεται στην εκλογική διαδικασία, το οικοδόμημα είχε ήδη υπονομευθεί από δεκαετίες θεσμικών εκπτώσεων. Η ταχύτητα με την οποία οι θεωρίες συνωμοσίας διαδόθηκαν στα κοινωνικά δίκτυα, μέσω δικτύων παραπληροφόρησης που το STF σήμερα χαρακτηρίζει ως «πυρήνα 2», ήταν το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας με προϋπάρχουσες ρωγμές.

Η απόπειρα πραξικοπήματος του 2022–2023, όπως καταγράφεται στις αποφάσεις AP 2668 του STF και σε εκτενείς αναλύσεις οργανώθηκε σε τέσσερις διακριτούς «πυρήνες». Ο πρώτος άξονας, αποτελούμενος από τον Μπολσονάρου και τον στενό του κύκλο, λειτουργούσε ως κέντρο πολιτικών αποφάσεων και συντονισμού. Ο δεύτερος είχε ως αποστολή την αποσταθεροποίηση της κοινής γνώμης μέσω επικοινωνιακών εκστρατειών παραπληροφόρησης και επιθέσεων στους θεσμούς. Ο τρίτος, αποτελούμενος από επίλεκτους στρατιωτικούς των ειδικών δυνάμεων, είχε επιχειρησιακό ρόλο -το STF έφερε στο φως ακόμη και σχέδια για πολιτικές δολοφονίες. Ο τέταρτος, ο ψηφιακός βραχίονας της επιχείρησης, παρήγαγε και αναπαρήγαγε υλικό που στόχευε να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στο εκλογικό σύστημα.

Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι το «ψηφιακό οικοσύστημα Μπολσονάρου», που εφαρμόζεται πλέον ως μοντέλο και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, δημιούργησε ακόμη και τη δική του εκδοχή του Netflix: μια υπηρεσία streaming που παρήγαγε ταινίες και ντοκιμαντέρ επικεντρωμένα στα βασικά θέματα του δεξιού αντιδραστικού κινήματος (πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια), φυσικά.

Η πολυεπίπεδη αυτή συνωμοσία πλαισιώθηκε με την εμπλοκή υψηλόβαθμων αξιωματικών. Είναι ενδεικτικό ότι, όπως αποκάλυψαν δικαστικά έγγραφα, ορισμένοι από αυτούς είχαν καταστρώσει ακόμη και τα σχέδια διαφυγής τους σε ξένες πρεσβείες.

Οι φιλότιμες προσπάθειες του Τραμπ να σώσει έναν ακόμα αγαπημένο του φασίστα, εκβιάζοντας την κυβέρνηση της Βραζιλίας και το ομοσπονδιακό δικαστήριο, επιβάλλοντας δασμούς και εκτοξεύοντας απειλές μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν έχουν καρποφορήσει.

Αλλά και η εικόνα του Μπολσονάρου να προσπαθεί να λιώσει το ηλεκτρονικό του βραχιολάκι με ένα καυτό σίδερο, ενισχυμένη από το κάλεσμα του γιου του, Φλάβιο, για συγκεντρώσεις γύρω από το σπίτι του πατέρα του σε μια «θρησκευτική αγρυπνία», προδίδουν τις απελπισμένες πλέον προσπάθειες του πρώην προέδρου να αποφύγει την εκτέλεση της 27ετούς ποινής του.

Η διαφοροποίηση του STF σήμερα από το 1980 ή το 2010 είναι εντυπωσιακή. Το ίδιο δικαστήριο που κάποτε «σεβάστηκε» την αμνηστία της δικτατορίας, τώρα επιδεικνύει πρωτοφανή αποφασιστικότητα. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτό οφείλεται σε μια βασική διαφορά, καθώς η απόπειρα πραξικοπήματος του 2023 δεν έχει καμία θεσμική προστασία. Είναι ένα έγκλημα σε πραγματικό χρόνο, σε μια δημοκρατία με ώριμη, έστω και εύθραυστη, συνταγματική τάξη.

Το ερώτημα ωστόσο, παραμένει: μπορεί η Βραζιλία να δικάσει το παρόν της χωρίς να αγγίξει το παρελθόν της; Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι αυτό είναι αδύνατο. Σίγουρα, όσο ο νόμος αμνηστίας παραμένει ανέπαφος, η χώρα θα συνεχίσει να ζει σε μια διπλή πραγματικότητα.

Η σημερινή διαδικασία, ωστόσο, ίσως ανοίγει μια νέα πόρτα. Ήδη η καταδίκη του Μπολσονάρου ερμηνεύεται ως δικαίωση για τις γυναίκες που υπέστησαν συστηματικά βιασμούς και βασανιστήρια κατά την περίοδο της δικτατορίας και της οποίας ο Μπολσονάρου είναι υπερασπιστής.

Το ερώτημα ωστόσο είναι αν η κοινωνία, η πολιτική τάξη και η δικαιοσύνη της Βραζιλίας θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τους πραξικοπηματίες του σήμερα, αλλά και τους δαίμονες που τους γέννησαν.

Μοιράσου το

Γίνε μέλος του INFO-WAR

Γίνε συνδρομητής με όποιο ποσό θέλεις και βοήθησέ το INFO-WAR να συνεχίσει.