Γράφει ο Δημήτρης Μακκός.

Το 2004, ένας δημοσιογράφος των New York Times, o Έρικ Λιχτμπλάου, σηκώνει μια απόρρητη κλήση. Λίγους μήνες μετά θα μάθουμε πως πίσω από αυτήν την κλήση βρισκόταν ο Τόμας Ταμ, ένας αξιόλογος δικαστής ο οποίος ασχολείται με υποθέσεις που αφορούν στον έλεγχο των μυστικών υπηρεσιών και το νομικό πλαίσιο στο οποίο οφείλουν να κινούνται. Το νομικό αυτό πλαίσιο ορίζεται με βάση τον νόμο του 1978 με το ακρωνύμιο FISA (Foreign Intelligence Surveillance Act). Νόμοι σαν την FISA έθεσαν πραγματικά κάποια όρια στην παρακολούθηση Αμερικανών και ξένων πολιτών κυρίως από την NSA που ωστόσο έμελλαν να λησμονηθούν εκουσίως μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Ο Τόμας Ταμ λοιπόν, μετά από έρευνα ως δικαστής αποκάλυψε στον δημοσιογράφο των New York Times την ύπαρξη ενός προγράμματος που στόχευε στην μαζική παρακολούθηση και συλλογή προσωπικών δεδομένων χιλιάδων Αμερικανών πολιτών. Το πρόγραμμα έτρεχε κυρίως υπό την επίβλεψη της NSA. Εάν ίσχυε η ύπαρξή του, ήταν σαφές πως ξεπερνιούνταν κατά πολύ τα νομικά όρια της FISA-1978.

Στο πλαίσιο αυτό, άλλος ένας δημοσιογράφος των New York Times τότε, ο Τζέιμς Ρίσεν, αποφασίζει να τηλεφωνήσει στον ίδιο τον διευθυντή της NSA και να ζητήσει εξηγήσεις σχετικά με την καταγγελία. Ο διευθυντής Χάιντεν με επιθετικό ύφος τονίζει στον Ρίσεν πως οι δραστηριότητες της NSA είναι νόμιμες, κατάλληλες και πάνω απ’όλα αποτελεσματικές. Έπειτα, του κλείνει το τηλέφωνο.

Το τηλεφώνημα αυτό του Ρίσεν είναι σαφές πως τάραξε το χαμηλό προφίλ της NSA, αν κρίνουμε από τα γεγονότα που ακολούθησαν. Για πολλούς μήνες, οι New York Times λάμβαναν έμμεσες απειλές ώστε να εγκαταλείψουν την ενασχόλησή τους με το θέμα. Το βασικό επιχείρημα της NSA είχε να κάνει με το ότι η υπόθεση αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφαλείας. Όσο όμως ο Ρίσεν μαζί με τον Λίχτμπλαου επέμεναν να συνεχίζουν την έρευνα πάνω στο θέμα οι απειλές γίνονταν όλο και πιο προσωπικές. Εν τέλει, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας υποχωρεί και προτείνει την εγκατάλειψη της έρευνας και φυσικά την μη δημοσιοποίηση των στοιχείων. Ωστόσο, ο Ρίσεν δεν υποχωρεί και θέλει να δημοσιεύσει το σκάνδαλο ακόμα και χωρίς την κάλυψη των New York Times.

Η υπόθεση δείχνει να ξεφεύγει όταν παρεμβαίνουν σύσσωμοι όλοι οι υψηλόβαθμοι της κυβέρνησης Μπους από τον υπουργό εξωτερικών μέχρι τον διευθυντή όλων των μυστικών υπηρεσιών της χώρας. Το μήνυμα προς την συντακτική ομάδα των New York Times είναι σαφές: εάν προκύψει μια νέα 11η Σεπτεμβρίου σε περίπτωση διαρροής στοιχείων εθνικής ασφάλειας, η μόνη υπεύθυνη θα είναι η ίδια εφημερίδα και θα πρέπει οι συντάκτες και οι αρχισυντάκτες της να λογοδοτήσουν μπροστά στο Κογκρέσο.

Στις 16 Δεκεμβρίου 2005, η New York Times παίρνει την απόφαση να αγνοήσει τις απειλές. Ο Ρίσεν σε άρθρο του αποκαλύπτει το πρόγραμμα “Special Collection Program” το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή μετά την 11η Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο των υπερεξουσιών που δόθηκαν σε σειρά μυστικών υπηρεσιών όπως η NSA. Πρόκειται για ένα μυστικό πρόγραμμα μαζικής παρακολούθησης πολιτών, ξεκάθαρα έκνομο με βάση το Σύνταγμα, που είχε ωστόσο την έγκριση του προέδρου Μπους.

Από το 2001, ο Μπους κηρύσσοντας τη χώρα σε κατάσταση πολέμου παρέκαμψε πληθώρα νόμων όσον αφορά στη δραστηριότητα των μυστικών υπηρεσιών, στο όνομα του αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Ωστόσο, ο Ρίσεν τόνιζε πως το πρόγραμμα τελικά δεν αφορούσε μόνο τρομοκράτες. Μαζί με τον εκάστοτε ύποπτο παρακολουθούνταν σειρά ατόμων του αρκετά πιο ευρύτερου κύκλου του, σε σημείο που ο κύκλος αυτός έφτανε να είναι τόσο ευρύς, όπου άνθρωποι που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τον ύποπτο παρακολουθούνταν συστηματικά και με κάθε μέσο. Έτσι, φτιαχνόταν ένα τεράστιο δίκτυο παρακολούθησης σε πολίτες που επί της ουσίας δεν ήταν ύποπτοι για καμία έκνομη πράξη. Το άρθρο του Ρίσεν περιέγραφε επίσης τις διαχρονικές εντάσεις της αμερικανικής δικαιοσύνης με τις μυστικές υπηρεσίες.

Αν και ο πρόεδρος Μπους την επομένη της δημοσιοποίησης σε λόγο του στο ραδιόφωνο αναφέρθηκε και πάλι στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, τα στοιχεία έμοιαζαν σαρωτικά. Πολλοί εργαζόμενοι στην NSA είδαν το σκάνδαλο ως πισωγύρισμα στην επικοινωνιακή τακτική της υπηρεσίας προς την αμερικανική κοινή γνώμη. Έπειτα από την ανάμειξη της υπηρεσίας στο σκάνδαλο Watergate, το 1972, έγινε συστηματική προσπάθεια για πάνω από 30 χρόνια ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στις πρακτικές της NSA. Αυτή η εμπιστοσύνη έμοιαζε ξανά μετέωρη. Σύντομα, διατάχθηκε από τον διευθυντή της NSA εσωτερική έρευνα σχετικά με το θέμα. Παράλληλα, το αμερικανικό κράτος κινήθηκε δικαστικά εναντίον του Ρίσεν για αποκάλυψη θεμάτων εθνικής ασφαλείας.

Το 2006, και ενώ η δημόσια συζήτηση σχετικά με τα όρια του αγώνα κατά της τρομοκρατίας και των προσωπικών ελευθεριών συνεχιζόταν, ο Ρίσεν με τον συνεργάτη του Λιχτμπλάου, απέσπασαν το βραβείο Πούλιτζερ σχετικά με τις αποκαλύψεις του 2004. Μόλις επτά χρόνια μετά, το 2013, η υπόθεση Σνόουντεν αποδείκνυε πως εν τέλει η μάχη ανάμεσα στην κατάχρηση της εξουσίας από μυστικές υπηρεσίες και τις προσωπικές ελευθερίες του καθενός συνεχίζεται με σφοδρότερη ένταση. Είναι σαφές ότι η πλάστιγγα γέρνει κατά των ατομικών ελευθεριών. Παρά ταύτα, υποθέσεις σαν αυτήν του Ρίσεν και του Σνόουντεν συμβάλλουν στη γνώση έστω και της ύπαρξης αυτής της μάχης που συνεχίζεται με γεωμετρική πρόοδο μέχρι τις μέρες μας.