του Έκτορα-Ξαβιέ Δελαστίκ
Αναρωτιόμαστε τι συμβαίνει όταν ένα κράτος υιοθετεί θεωρίες συνωμοσίας. Τι συμβαίνει όταν συγκροτημένοι άνθρωποι αποφασίζουν να ασχοληθούν με αυτές. Και γιατί αυτό αφορά τον Τζέφρι Έπστιν.
Ο λόγος για τον οποίο σχετικά συχνά παίρνουμε αφορμή από θεωρίες συνωμοσίας είναι συγκεκριμένα το γεγονός ότι εξάπτουν τη φαντασία και απαντούν σε ανομολόγητες ψυχολογικές ανάγκες. Εκ πρώτης όψεως, μοιάζει ακατανόητο το γιατί μπορεί κανείς να πιστεύει ειλικρινά πως ο κόσμος ελέγχεται από μυστικές λέσχες ημι-εξωγήινων, την ίδια στιγμή που οι μεγαλοεπιχειρηματίες που ανεβοκατεβάζουν κυβερνητικά στελέχη και γράφουν τη νομοθεσία παρελαύνουν κάθε βράδυ στα δελτία των 8 για το φιλανθρωπικό τους έργο. Μοιάζει ακατανόητο το πώς μπορεί να πιστεύει κανείς πως αποκτούμε προβλήματα υγείας επειδή μας ψεκάζουν με αεροπλάνα, την ίδια στιγμή που π.χ. οι εταιρίες που παράγουν PFAS απέκρυπταν επί σειρά ετών την επικινδυνότητά τους και την εξάπλωσή τους στους ανθρώπους.
Χωρίς να θέλουμε να μπούμε σε βαθιά στα χωράφια της ψυχολογίας, στην οποία δεν έχουμε κάποια ειδίκευση, πρέπει να αναγνωρίσουμε μερικά πράγματα:
- Πρώτον, το αντικειμενικό γεγονός ότι οι θεωρίες συνωμοσίας καταλήγουν πάντα τόσο «μακριά», που οι φαινομενικοί φταίχτες μοιάζουν απλησίαστοι. Αντιθέτως, οι γειωμένες στην πραγματικότητα εξηγήσεις δίνουν συγκεκριμένους στόχους, ακόμα και αν είναι δύσκολοι. Όταν αντιλαμβάνεσαι πως ο φταίχτης είναι μια εταιρεία με φυσικά γραφεία και κύκλο εργασιών, δε μπορείς ταυτόχρονα να είσαι θυμωμένος, αδρανής και χωρίς ενοχές.
- Δεύτερον, πως είναι βαθύτατα καθησυχαστικό το συναίσθημα πως «το απόλυτο κακό βρίσκεται στο τιμόνι». Σημαίνει πως υπάρχει τιμόνι. Σημαίνει πως υπάρχει κάποιο σχέδιο, ακόμα και απεχθές. Αντιθέτως, οι γειωμένες στην πραγματικότητα εξηγήσεις υπενθυμίζουν πως είμαστε απλά άνθρωποι, λιγότερο ή περισσότερο ακατάλληλοι για τη δουλειά που κάνουμε (είτε είμαστε κυβερνητικοί πλασιέ όπλων είτε υπάλληλοι του σιδηροδρόμου). Υπενθυμίζουν πως κάνουμε το καλύτερο που προσωπικά μπορούμε, και η τυφλή συνισταμένη αυτών των προσπαθειών είναι η Ιστορία μας. Από την ανακάλυψη νέων θεραπειών έως τις φρικαλεότητες με τις οποίες απειλείται η Βενεζουέλα για χάρη εταιρικών κερδών.
Οπότε καλούμαστε να αναρωτηθούμε – τι συμβαίνει όταν οι θεωρίες συνωμοσίας εντάσσονται στην κρατική πολιτική;
MKUltra, έλεγχος του μυαλού και άλλα δαιμόνια
Ένα από τα ίσως πιο εντυπωσιοθηρικά προγράμματα της C.I.A. που έχει αποκαλυφθεί ήταν το MKUltra (1953 έως 1973), το οποίο θα μπορούσε να περιγραφεί από μια φυλλάδα ως «πρόγραμμα για τον έλεγχο του μυαλού», ενώ στην πραγματικότητα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Η ύπαρξή του στηρίχτηκε σε δύο πυλώνες: Ο πρώτος ήταν η επιθυμία των Η.Π.Α. να συνεχίσουν τον ανάλογο πειραματισμό πάνω σε ανθρώπους που γινόταν από τους ναζί με τη συμμετοχή μάλιστα διασωθέντων ναζί, όπως ο Κερτ Μπλομ (Kurt Blome).
Ο δεύτερος ήταν ο ίσως σημαντικότερος. Στον πλαίσιο του πολέμου της Κορέας, η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία των Η.Π.Α. αρνούνταν να αποδεχθεί πως στρατιώτες μπορεί να αυτομολούσαν ή να κατήγγειλαν εγκλήματα πολέμου επειδή ο αμερικανικός στρατός διέπραττε θηριωδίες. Ήταν πολύ πιο «καθησυχαστικό» να υποστηρίζουν πως Σοβιετικοί, Κινέζοι και Βορειοκορεάτες χρησιμοποιούσαν τεχνικές πλύσης εγκεφάλου και ελέγχου του μυαλού πάνω σε αιχμάλωτους στρατιώτες.
Απαντώντας στη θεωρία συνωμοσίας που οι ίδιοι δημιούργησαν για προπαγανδιστικούς λόγους, σχεδίασαν το πρόγραμμα MKUltra ως «αντίμετρο», με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας πάνω σε τέτοιες τεχνικές για χρήση εναντίον του εχθρού. Ο οποίος εχθρός ήταν φυσικά αδιανόητο να είναι πειστικός ή να έχει δίκιο.
Operation Midnight Climax: ηδονοβλεψία με κρατικό χρήμα
Εκ πρώτης όψεως, το πεδίο του προγράμματος ήταν ευρύτατο. Σε μετέπειτα ανακρίσεις αναφέρονται 149 υποπρογράμματα με θέματα όπως έρευνα πάνω στην ύπνωση, τη χορήγηση ναρκωτικών σε ανθρώπους εν αγνοία τους, μεταβολή συμπεριφοράς στόχων, μέχρι και τη δημιουργία «δολοφόνων εν υπνώσει». Σε ένα ψυχροπολεμικό περιβάλλον όπως αυτό της εποχής, φυσικά και τόσο εντυπωσιακοί τίτλοι μπορούσαν εύκολα να συγκεντρώσουν σημαντική χρηματοδότηση από το αμερικανικό δημόσιο.
Η πραγματικότητα όμως για άλλη μια φορά ήταν πολύ πιο πεζή, και είχε το άδειο βλέμμα του καρχαρία. Το υπο-πρόγραμμα «Operation Midnight Climax» περιελάμβανε τη δημιουργία από τη C.I.A. μικρών πορνείων σε διάφορα σημεία των Η.Π.Α., εφοδιασμένων με ψεύτικους καθρέφτες και κάμερες. Δίνονταν LSD ή άλλα ψυχοτρόπα σε πελάτες εν αγνοία τους και κινηματογραφούνταν και καταγράφονταν οι συνευρέσεις τους με τις ιερόδουλες που εργάζονταν εκεί. Τυπικά, ο σκοπός ήταν να μελετηθεί πώς μπορεί να δημιουργηθεί τεχνητά κρεββατομουρμούρα, που να κάνει κάποιον να αποκαλύψει ευαίσθητες πληροφορίες.
Φυσικά έγινε ένα από τα μεγαλύτερα υποπρογράμματα, με εκατοντάδες άτομα να εργάζονται σε αυτό μέχρι το τέλος του τη δεκαετία του 1960, υπό συνθήκες εξαιρετικής μυστικότητας λόγω των πολλαπλών παραβιάσεων της νομοθεσίας που απαιτούσε. Αυτό που θα έβλεπε όμως ένα άτομο το οποίο σκέφτεται με όρους εξουσίας είναι η δυνατότητα να μελετηθεί το πώς μπορεί οργανωμένα να γίνει καταγραφή της σεξουαλικής ζωής ενός ατόμου και το πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αυτό το υλικό.
Σε αυτό το σημείο απλά θα θυμίσουμε πως ο Τζ. Ένγκαρ Χούβερ (J. Edgar Hoover) παρέμεινε διευθυντής του FBI μέχρι που πέθανε (48 συναπτά έτη διοίκησης), κάνοντας σαφή χρήση ανάλογου υλικού σεξουαλικών εκβιασμών.
Πρέπει να μιλάμε για όλες τις δραστηριότητες του Έπστιν
Εάν κανείς ασχοληθεί με την υπόθεση Έπστιν (Jeffrey Epstein), όπως αυτή καταγράφεται από τα κεντρικά ΜΜΕ, θα αποκομίσει την αίσθηση πως ήταν πρώτα και κύρια μαστροπός πολυτελείας. Τα έγγραφα που βλέπουν όμως το φως της δημοσιότητας δείχνουν πως ο κύριος ρόλος του ήταν το να είναι «μεσάζοντας».
Την περίοδο της προσπάθειας ανατροπής της κυβέρνησης της Συρίας, επικοινωνίες του Έπστιν δείχνουν πως χρησιμοποιούνταν ως σύνδεσμος για παρασκηνιακές επικοινωνίες μεταξύ της Μόσχας και του Τελ Αβίβ, σε μια προσπάθεια να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση της Ρωσίας στην ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ (Bashar al-Assad). Με παρόμοιο τρόπο, υπηρξε σύνδεσμος κατά τις προσπάθειες του Ισραήλ να αποκτήσει πολιτική και οικονομική κάλυψη για τη διαχείριση του κοιτάσματος υδρογονανθράκων ονόματι «Λεβιάθαν», δυτικά της Χάιφα.
Βασικός σύνδεσμος του Έπστιν υπήρξε ο πρώην πρωθυπουργός, πρώην υπουργός Άμυνας και πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών (!) του Ισραήλ, Εχούντ Μπάρακ (Ehud Barak). Με το Μπάρακ υπήρχε σαφής προσωπική σχέση, στην οποία ο Μπάρακ όπως και ένα ακόμα στέλεχος των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ έμεναν στο σπίτι του Έπστιν επί μακρά διαστήματα. Για το Μπάρακ γνωρίζουμε πως αυτές οι παραμονές σχετίζονταν με τη διενέργεια επαφών στη Νέα Υόρκη.
Επίσης πρέπει να σημειώσουμε πως ο Έπστιν και ο Μπάρακ ταξίδευαν και έκαναν μεταξύ άλλων προώθηση ισραηλινών προγραμμάτων παρακολουθήσεων, ανάλογων του Predator.
Αυτή η δραστηριότητα, μαζί με την τάση χωρών που αγοράζουν ισραηλινά συστήματα παρακολούθησης να ξεκινούν να στηρίζουν το Ισραήλ στους διεθνείς οργανισμούς, μας επιστρέφουν στις δραστηριότητες μαστροπείας που είχε αναπτύξει. Έχοντας πλέον μιλήσει για το δίκτυο σχέσεων μεταξύ Έπστιν, Μοσάντ και κυβερνήσεων χωρών πρώτης γραμμής (με πρώτη φυσικά την κυβέρνηση των Η.Π.Α.), γίνεται σαφές πως η εμπορία ανηλίκων δεν είναι μια απλή διαστροφή.
Αντιθέτως, πρόκειται για ένα κύκλωμα σφυρηλάτησης σχέσεων εξουσίας, συνενοχής, αλλά και απόκτησης σεξουαλικού υλικού για εκβιασμούς. Εκβιασμούς που απαιτούνται ώστε να διατηρούνται «επιτυχείς» οι παρασκηνιακές επαφές, που αποτελούν όπως φαίνεται, το κύριο μέρος του κύκλου εργασιών αυτού του κυκλώματος. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο αρχισυντάκτης του Vanity Fair, Γκρέιντον Κάρτερ (Graydon Carter), είχε αναθέσει το 2002 σε ρεπόρτερ να ερευνήσει τον Έπστιν, ακριβώς επειδή εμφανίζονταν δίπλα του εξαιρετικά σημαντικά οικονομικά και πολιτικά στελέχη χωρίς κανέναν προφανή λόγο. Ούτε φυσικά είναι τυχαίο πως και ο ίδιος ο Μπάρακ είχε περιγραφεί ως ιδιαίτερα βίαιος κι επικίνδυνος βιαστής από ένα από τα θύματά που του προμήθευσε ο Έπστιν.
Σε κυβερνήσεις που εκμεταλλεύονται ολόκληρους λαούς και κλείνουν μπίζνες δισεκατομμυρίων, είναι άλλωστε προσόν το να είναι εκβιάσιμα ανά πάσα στιγμή αρκετά σημαντικά στελέχη, είτε σε κυβερνητικά, είτε σε οικονομικά πόστα. Ο τρόπος εκβιασμού, πάντα εξαρτάται από τα πάθη του συγκεκριμένου ατόμου. Αυτό που εμείς παρακολουθήσαμε να αλλάζει μέσα από την περιήγησή μας στον κόσμο των θεωριών συνωμοσίας δεν είναι παρά η μηχανοργάνωση του σεξουαλικού εκβιασμού.
Αν είναι να κρατήσουμε ένα συμπέρασμα, είναι πως τα άτομα που επιλέγονται ως ικανά να διαπράξουν εγκλήματα εναντίον ολόκληρων λαών, είναι κάποιες φορές εύκολο να διαπράξουν και προσωπικά εγκλήματα, σχεδόν κατά παραγγελία. Και πως είναι υπεραρκετό οποιοδήποτε από αυτά τα δύο για να είναι κτήνη.

