Στην καρδιά του Βερολίνου, στη διασταύρωση των οδών Wilhemstrasse και Leipzigerstrasse, στέκει ακόμη ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της ναζιστικής αρχιτεκτονικής. Εδώ στεγαζόταν κάποτε το αρχηγείο της περιβόητης Λουφτβάφε, της πολεμικής αεροπορίας με την οποία ο Χίτλερ πίστευε ότι θα μπορούσε να κατακτήσει την Ευρώπη. Το κτίριο, σνα από θαύμα, παρέμεινε ανέπαφο από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς για να φιλοξενήσει, αργότερα, κυβερνητικά κτίρια της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Στα μολυβένια χρόνια της δεκαετίας του ’50 μάλιστα πραγματοποιήθηκαν εδώ ορισμένες από τις πρώτες (και τελευταίες) συγκεντρώσεις ενάντια στη διαδικασία σταλινοποίησης που επέβαλε η ΕΣΣΔ.

Σχεδόν μισό αιώνα το αρχιτεκτονικό μεγαθήριο των ναζί, που κατασκευάστηκε για να αποτελέσει το μεγαλύτερο κτιριακό συγκρότημα στην Ευρώπη θα στέγαζε και την μεγαλύτερη «εταιρεία» της ιστορίας. Αμέσως μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ και την ενοποίηση των δυο Γερμανιών, η περίφημη Treuhand, το ίδρυμα καταπιστευτικής διαχείρισης που ανέλαβε να ιδιωτικοποιήσει την περιουσία της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οργάνωσε μέσα από αυτά τα γραφεία ένα από τα μεγαλύτερα πειράματα στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ιστορία της ανθρωπότητας.

Για τους θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού, η Treuhand αποτέλεσε το πιο επιτυχημένο παράδειγμα μαζικής εκποίησης δημόσιας περιουσίας. Για τους κατοίκους της Ανατολικής Γερμανίας, όμως, παραμένει ακόμη και σήμερα σύμβολο εθνικής διαπόμπευσης, οικονομικής εξαθλίωσης και διάρρηξης του κοινωνικού ιστού. Η δράση της Treuhand άφησε πίσω της εκατομμύρια ανέργους και μια διαλυμένη βιομηχανική βάση ενώ δημιούργησε τη γερμανική εκδοχή των ρώσων ολιγαρχών.

Ένα κράτος μέσα στο κράτος.

Η Treuhand δημιουργήθηκε λίγους μήνες πριν από τη διάλυση της ΛΔΓ από ομάδες αντικαθεστωτικών, όπως ο θεολόγος Γουόλφγκανγκ Ούλμαν, που δήλωναν ότι θέλουν να μοιράσουν την κρατική περιουσία στους πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας με ένα σύστημα κουπονιών-μετοχών. Η συγκεκριμένη πρακτική λειτούργησε με σχετική επιτυχία στην πρώην Τσεχοσλοβακία αλλά είχε καταστροφικές συνέπειες στη Ρωσία, όπου οι μετοχές αγοράστηκαν αμέσως από την μαφιόζικη ολιγαρχία του προέδρου Πούτιν.

Οι επικριτές της Treuhand υποστηρίζουν ότι η δημιουργία της είχε ως στόχο να επιτρέψει σε μικρές ομάδες από την ιδιότυπη οικονομική ελίτ της χώρας να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη πριν από την αναμενόμενη ενοποίηση των δυο Γερμανιών. Όποια και αν ήταν όμως τα αρχικά σχέδια των δημιουργών της, φαίνεται ότι υπολόγισαν χωρίς τον… δυτικογερμανό ξενοδόχο.

Η εταιρεία εκποίησης θα ανδρωθεί την περίοδο που οι ανατολικογερμανοί συνειδητοποιούν ότι η ενοποίηση δεν αποτελούσε σύμπραξη δυο ισότιμων κρατών αλλά «επιθετική εξαγορά» μιας χώρας από μια άλλη. Μάταια προειδοποιούσε ο Όσκαρ Λαφοντέν, ως αρχηγός τότε των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών, ότι η λεόντειος ένωση θα οδηγούσε σε κατάρρευση της ανατολικογερμανικής οικονομίας. Η πίεση των οικονομικών ελίτ της Δυτικής Γερμανίας αλλά και του λαού της Ανατολικής δεν άφηνε περιθώρια για καθαρή σκέψη.

Ακόμη και οι πιο σκληροί επικριτές της οικονομικής ενοποίησης όμως δεν μπορούσαν να φανταστούν το ρόλο που θα έπαιζε η Treuhand και κυρίως τη δύναμη που θα αποκτούσε ακόμη και στο εσωτερικό των δυτικογερμανικών δομών εξουσίας.
Υπό την καθοδήγηση του Χέλμουτ Κολ η νέα υπερ-εταιρεία στρατολογεί 3.000 υπαλλήλους, στήνει τα γραφεία της στο παλιό αρχηγείο της Λουφτβάφε και αναλαμβάνει αμέσως δράση για το ξεπούλημα του αιώνα. Αμέσως μετά την δημιουργία της, η Treuhand αποτελούσε την μεγαλύτερη επιχείρηση στον πλανήτη αφού είχε στην ιδιοκτησία της 8.000 επιχειρήσεις, 40.000 εργοστάσια, και καλλιεργήσιμες και δασικές εκτάσεις τεσσάρων εκατομμυρίων στρεμμάτων. Κυρίως όμως κρατούσε στα χέρια της τις τύχες τεσσάρων εκατομμυρίων εργαζομένων.

Προκειμένου να διαχειριστεί και να ξεπουλήσει τον πλούτο μιας ολόκληρης χώρας η Treuhand μετατράπηκε σε ένα γιγαντιαίο γραφειοκρατικό μηχανισμό ο οποίος ελέγχονταν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από δυτικογερμανούς τεχνοκράτες και ο οποίος μόνο θεωρητικά έδινε λόγο στο γερμανικό υπουργείο οικονομικών. Είναι χαρακτηριστικό ότι για τη λειτουργία του χρησιμοποιούσε εξοπλισμό και δίκτυα των ενόπλων δυνάμεων της πρώην λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας – σχεδόν δηλαδή όπως θα έκανε και μια κατοχική δύναμη σε καιρό πολέμου.

Τα κλεμμένα «ανταλλακτικά» της ΛΔΓ

Ο πρώτος διευθυντής της Treuhand υπολόγιζε ότι από τις ιδιωτικοποιήσεις θα μπορούσε να αποκομίσει περίπου 900 δισεκατομμύρια δολάρια, η πραγματικότητα όμως αποδείχθηκε ελαφρώς διαφορετική. Ύστερα από την αρχική εκποίηση των «φιλέτων» της πρώην Ανατολικής Γερμανίας τα στελέχη της Treuhand βρέθηκαν αντιμέτωπα με ανυπέρβλητα εμπόδια. Οι περισσότερες από τις δημόσιες επιχειρήσεις, ενώ προσέφεραν έστω με σχετική επάρκεια τις υπηρεσίες τους στους κατοίκους της Ανατολικής Γερμανίας, χρειάζονταν αναδιάρθρωση προκειμένου να σταθούν στις συνθήκες της αγοράς. Το κόστος όμως για μια τέτοια αιφνίδια αλλαγή ήταν κολοσσιαίο καθώς οι υπό ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεις θα έπρεπε να επιδοτηθούν από το δημόσιο ταμείο της ενοποιημένης πλέον Γερμανίας. Ουσιαστικά το δημόσιο σήκωνε το βάρος της εξυγίανσης με την Treuhand να λειτουργεί σαν μηχανισμός αναδιανομής πλούτου από το κράτος προς τους ιδιώτες.

Παράλληλα η ενοποίηση των δυο γερμανικών νομισμάτων σε ισοτιμία ένα προς ένα (τη στιγμή που η αξία του δυτικογερμανικού μάρκου ήταν πενταπλάσια) είχε ως αποτέλεσμα οι ανατολικογερμανικές επιχειρήσεις να χάσουν την αγορά τους στην ανατολική Ευρώπη και να βρεθούν αντιμέτωπες με ένα δυσβάσταχτο κόστος λειτουργίας.

Τα στελέχη της Treuhand, βλέποντας ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα ιδιωτικοποιήσεων, είτε προχωρούσαν σε αιφνιδιαστικές εκκαθαρίσεις, στέλνοντας δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους στην ανεργία είτε έριχναν τις τιμές σε εξευτελιστικά επίπεδα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της κερδοφόρας εταιρείας λαμπτήρων Narva-Glühbirnen η οποία πουλήθηκε για το συμβολικό αντίτιμο ενός γερμανικού μάρκου.

Το σημαντικότερο πρόβλημα όμως ήταν ότι η Treuhand από ένα σημείο και μετά έπαψε να πραγματοποιεί οποιονδήποτε ουσιαστικό έλεγχο για τα στοιχεία των αγοραστών και τις δυνατότητες τους να κρατήσουν εν ζωή τα πάλαι ποτέ μεγαθήρια της ανατολικογερμανικής οικονομίας. Δεκάδες μεγαλοαπατεώνες, που αγόρασαν κολοσσιαίες επιχειρήσεις έναντι πινακίου φακής με μοναδική υπόσχεση να μην προχωρήσουν σε μαζικές απολύσεις, πραγματοποίησαν αληθινό πλιάτσικο. Μόλις αναλάμβαναν τον έλεγχο εκποιούσαν τα περιουσιακά στοιχεία των επιχειρήσεων και με τα χρήματα ενίσχυαν τις δικές τους εταιρείες. Ουσιαστικά, οι παλιές επιχειρήσεις λειτουργούσαν σαν κλεμμένα αυτοκίνητα από τα οποία οι νέοι «ιδιοκτήτες» αφαιρούσαν όλα τα πολύτιμα εξαρτήματα και άφηναν τον σκελετό να σκουριάζει σε κάποια χωματερή. Μόνο που στη συγκεκριμένη «χωματερή» κατέληγαν και χιλιάδες εργαζόμενοι.

Η κατάσταση έλαβε τρομακτικές διαστάσεις δυο μόλις χρόνια μετά την έναρξη των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων αναγκάζοντας την Treuhand να προχωρήσει στην μοναδική κίνηση που δεν θα μπορούσε κανείς να διανοηθεί… να επανεθνικοποιήσει τις επιχειρήσεις που είχε πουλήσει πριν από μερικούς μήνες. Μόνο το 1993 εθνικοποιήθηκαν τουλάχιστον 30 επιχειρήσεις ενώ περισσότερες από 500 αγοραπωλησίες οδηγήθηκαν στη δικαιοσύνη με τους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων να κατηγορούνται για απάτη, χρηματισμό στελεχών της ίδιας της Treuhand και άλλες βαριές κατηγορίες. Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα ήταν ότι οι Γερμανοί φορολογούμενοι καλούνταν να πληρώσουν αρχικά για την εξυγίανση των δημοσίων επιχειρήσεων, οι οποίες πωλούνταν σε χαμηλές τιμές, και στη συνέχεια να τις ξανα-αγοράσουν για να αποτρέψουν την ολοκληρωτική τους κατάρρευση. Το αποτέλεσμα συνήθως ήταν νέες απολύσεις οι οποίες βάρυναν και πάλι τους φορολογούμενους μέσω των επιδομάτων ανεργίας και πρόνοιας.

Θεωρητικά η Γερμανία είχε την ικανότητα να απορροφήσει το τεράστιο κόστος καθώς αποτελούσε την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη ενώ η πιστοληπτική της ικανότητα βαθμολογούνταν αδιάλειπτα με τα τρία Α των οίκων αξιολόγησης. Ακόμη και έτσι όμως το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων μετατρεπόταν μήνα με το μήνα σε ακατάσχετη οικονομική αιμορραγία. Πολύ περισσότερο που οι τεχνοκράτες της Treuhand αδιαφορούσαν πλήρως για το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο της πάλαι ποτέ Ανατολικής Γερμανίας: Το υψηλά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό που ξεπερνούσε σε τεχνογνωσία ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομικές υπερδυνάμεις της εποχής. Με την έπαρση του «οικονομικού κατακτητή» οι δυτικογερμανοί θυσίασαν την επαγγελματική γνώση αρκετών γενεών – ίσως το μοναδικό αγαθό που παρήγαγαν εν αφθονία τα αυταρχικά καθεστώτα του ανατολικού μπλοκ.

Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να καταγραφούν και στα μακροοικονομικά μεγέθη της ενοποιημένης (αλλά ουδέποτε ενωμένης) Γερμανίας. Μέσα σε λίγους μήνες από την ίδρυση της Treuhand το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν στις περιοχές της Ανατολικής Γερμανίας συρρικνώθηκε κατά 30% ενώ η ανεργία έφτασε από το μηδέν στο 20%. Για πρώτη φορά από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σημειώνονταν συγκρούσεις μεταξύ ομάδων εργαζομένων που διεκδικούσαν τις όλο και λιγότερες θέσεις εργασίας.

Προφανώς η δράση της Treuhand δεν ευθύνεται για το συνολικότερο μαρασμό της ανατολικής Γερμανίας. Η αιφνίδια και χωρίς προγραμματισμό μετατροπή μιας κατ’ όνομα «σοσιαλιστικής» οικονομίας σε καπιταλιστική αλλά και η ένωση δυο άνισων εταίρων χωρίς την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου μηχανισμού για τη γεφύρωση του χάσματος θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια σε παρακμή το αδύναμο μέρος. «Έτσι φτάσαμε σήμερα να μιλάνε ορισμένοι για άσπρους Γερμανούς και μαύρους Γερμανούς» μου έλεγε παλαιότερα ο Λόταρ Μπίσκι, αντιπρόεδρος του κόμματος Die Linke. Σήμερα μια νοητή γραμμή χωρίζει ακόμη τους κατοίκους της Γερμανίας σε πολίτες δυο ταχυτήτων. Αν ζεις στην ανατολική πλευρά της πόλης έχεις δυο φορές περισσότερες πιθανότητες να βρεθείς κάτω από το όριο της φτώχειας. Ο μισθός σου είναι αισθητά χαμηλότερος και το φάσμα της ανεργίας θα χτυπήσει πρώτα τη δική σου πόρτα. Μια στις δυο ανατολικογερμανικές μονογονεϊκές οικογένειες επιβιώνουν αποκλειστικά χάρη στην κρατική ενίσχυση. Οι ανατολικογερμανοί μάλιστα έμαθαν να διεκτραγωδούν την κατάστασή τους με ένα πικρό ανέκδοτο: «Τι θα πάρεις εάν διασταυρώσεις έναν Ανατολικογερμανό με ένα Δυτικογερμανό; Έναν υπερόπτη άνεργο».

Ενώ όμως οι παράγοντες της παρακμής της Ανατολικής Γερμανίας ποικίλουν η Treuhand παραμένει στα μάτια εκατομμυρίων ανατολικογερμανών σαν το απόλυτο σύμβολο της εθνικής ταπείνωσης. Τα παιδιά των ανατολικοβερολινέζων, που κάποτε διαδήλωναν έξω από το παλαιό αρχηγείο της Λουφτβάφε ενάντια στην σταλινοποιήση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της πόλης τους, βρέθηκαν και πάλι έξω από το ίδιο κτίριο στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ο Detlev Carsten Rohwedder, ο πρώτος διευθυντής της Treuhand θα τους έβλεπε προφανώς από κάποιο παράθυρο του γιγαντιαίου κτιρίου. Γνώριζε πολύ καλά ότι στο πρόσωπό του ο μέσος ανατολικογερμανός έβλεπε τον εκπρόσωπο μιας άλλης Γερμανίας που συμπεριφερόταν στη χώρα του σαν κατακτητής. Αυτό που ίσως δεν γνώριζε είναι ότι λίγες εβδομάδες αργότερα, την 1η Απριλίου του 1991, θα δολοφονούνταν από άγνωστο οπλοφόρο στο σπίτι του στο Ντίσελντορφ – μια εκτέλεση που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ αλλά σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις φέρει την υπογραφή της Φράξιας Κόκκινος Στρατός.

Όπως συμβαίνει βέβαια συνήθως με την τυφλή δράση των τρομοκρατών, η δολοφονία του Rohwedder, όχι μόνο δεν άλλαξε την καταστροφική πολιτική της Treuhand αλλά την επιτάχυνε. Σε σύγκριση με την Birgit Breuel, που ανέλαβε τα ηνία, από τα μέσα του 1991, ο πρώτος διευθυντής της Treuhand άρχισε να φαντάζει σαν μετριοπαθής μεταρρυθμιστής… εάν όχι ακραιφνής κρατιστής. Επιβάλλοντας ακόμη πιο σφιχτά χρονοδιαγράμματα, τα οποία ήταν πρακτικά αδύνατο να καλυφθούν, η Breuel προχώρησε σε περισσότερες εκκαθαρίσεις επιχειρήσεων ενώ ψαλίδισε περαιτέρω τους ελέγχους των υποψήφιων αγοραστών. Τρία χρόνια αργότερα, όταν η ίδια ξεβίδωσε την ταμπέλα της Treuhand από το παλιό αρχηγείο της Λουφτβάφε, σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση των ιδιωτικοποιήσεων, ο απολογισμός ήταν τραγικός. Από τα 900 δισεκατομμύρια δολάρια που ανέμενε η Γερμανία από τις αποκρατικοποιήσεις η Treuhand παρουσίασε χρέος 172 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η χώρα απέκτησε 20.000 νέες ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά και 2.5 εκατομμύρια νέους ανέργους αφού σχεδόν τρείς στους τέσσερις ανατολικογερμανούς που εργάζονταν στις υπό ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεις βρέθηκαν στο δρόμο.

Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια μια επιχείρηση κατάφερε να ισοπεδώσει τα όνειρα μιας ολόκληρης γενιάς Γερμανών που πέρασαν από τη σφαίρα επιρροής της Μόσχας στη σφαίρα επιρροής των χρηματιστών της Φρανκφούρτης και των πολιτών του (δυτικού) Βερολίνου. Σήμερα στο κτίριο που φιλοξένησε τη ναζιστική πολεμική αεροπορία, τα κομματικά στελέχη της ΛΔΓ και την Treuhand στεγάζονται υπηρεσίες του γερμανικού υπουργείου οικονομικών. Και η διαδικασία «κατάκτησης» της Ευρώπης συνεχίζεται… με άλλα μέσα.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Νοέμβριος 2011