Για να είμαι ειλικρινής, δεν είδα ποτέ με συμπάθεια τις γιορτές για την «Αποκατάσταση της Δημοκρατίας». Καταρχάς υπήρχε κάτι το αυτοαναφορικό σε όλο αυτό: οι επικεφαλής του πολιτεύματος γιορτάζουν το πολίτευμα. ΟΚ. Ο Τόμας Τζέφερσον, που έδωσε αγώνα για να μην αποκαλείται ο Τζορτζ Ουάσιγκτον «εξοχότατος» και να μην κυκλοφορεί πάνω σε άλογο, ώστε να μη βιάζεται η λαϊκότητα της δημοκρατίας, δεν θα το εκτιμούσε. Ακόμα και οι εθνικές γιορτές -που προσωπικά τις βαριέμαι πιο πολύ κι από τον θάνατο- έχουν, ανά τον κόσμο, το στοιχείο του λαϊκού πανηγυριού, δεν είναι κλειστές τελετές.
Από την άλλη, αυτή η έννοια της «αποκατάστασης» είναι -μεταξύ μας- εντελώς παραπειστική. Αποκαθιστάς κάτι που υπήρχε, χάλασε και το ξαναφτιάχνεις όπως ήταν. Ή καλύτερο. Ή κάπως έτσι τέλος πάντως. Στην Ελλάδα ωστόσο, πριν από το 1967 δεν υπήρχε δημοκρατία. Ούτε για πλάκα. Υπήρχε ένα μετεμφυλιακό κράτος, με βασιλιά, το Κομμουνιστικό Κόμμα εκτός νόμου και κάποιες υποτυπώδεις εκλογές που πραγματοποιούνταν μέσα σε μια σωρεία παραβιάσεων. Εάν η εγκαθίδρυση μιας αξιοπρεπούς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα μετά το 1974, ονομάστηκε «αποκατάσταση» της Δημοκρατίας, αυτό στο βάθος δεν έχει παρά έναν στόχο: το ξέπλυμα του καθεστώτος πριν το 1967 και μαζί του, το ξέπλυμα και της πολιτικής τάξης που κυριαρχούσε πριν το 1967 και η οποία επέστεψε το 1974 αναβαπτισμένη.
Παρόλα τα παραπάνω, οι γιορτές για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας κάθε 24 Ιουλίου στο Προεδρικό Μέγαρο, είχαν και μια ιδεολογική χροιά μάλλον αναπόφευκτη και πιθανόν και ευκταία. Στην τελετή καλούνταν το ΚΚΕ, καλούνταν ενίοτε και αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα, όλα αυτά συντελούσαν στο να εμπεδωθεί ότι εξέλειπε η εποχή του δεξιού κράτους των ταγματασφαλιτών. Δεν ήταν άλλωστε εύκολο αυτό μετά από 40 χρόνια ούτε είναι τυχαίο εξ αυτού ότι η προφητεία για το «τέλος της Μεταπολίτευσης» αποτέλεσε την μόνιμη επαγγελία των ιεροκηρύκων της αντίδρασης, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Με τα χρόνια, η τελετή έχασε την μεγάλη σημασία της. Ήταν και λογικό καθώς απομακρυνόμασταν από την εποχή της χούντας. Σιγά σιγά, η τελετή έγινε ευκαιρία για φολκλόρ, πολιτικά μηνύματα ήσσονός σημασίας ή και πιο ενδιαφέροντα (π.χ., όταν ο Αλ. Τσίπρας εμφανίστηκε στο Προεδρικό συνοδευόμενος από μια μετανάστρια δεύτερης γενιάς από τη Σιέρα Λεόνε, συμβολίζοντας την ανάγκη να νομιμοποιήσει η ελληνική δημοκρατία τους μετανάστες κατοίκους της). Όταν πια έφτασαν να συμμετέχουν σε αυτήν νοσταλγοί και υποστηρικτές της χούντας και αναθεωρητές της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας, οι οποίοι βρέθηκαν σε υπουργικούς θώκους μετά το 2010, η υπόθεση είχε αρχίσει να έχει μαύρη πλάκα. Να γιορτάζεις την πτώση της χούντας μαζί με τον πρόεδρο της νεολαίας της ΕΠΕΝ, του μορφώματος που είχαν φτιάξει από τη φυλακή οι επικεφαλής της, έχει όπως και να το κάνεις το γούστο του.
Ωστόσο, ας ξεφύγουμε για λίγο από τους συμβολισμούς των προσώπων, για να δούμε λίγο την ουσία. Ποια ήταν τα στοιχεία τα οποία όριζαν το πολίτευμα που εγκαθιδρύθηκε μετά το 1974 ως την αρτιότερη δημοκρατία στη νεοελληνική ιστορία; Αναγνωρίζοντας ότι κάθε αποφατική απάντηση εμπεριέχει έναν βαθμό αυθαιρεσίας και υπόκειται σε κριτική, ας θέσω ως τέτοια τα εξής: την υποχρέωση λογοδοσίας και τη δυνατότητα ελέγχου των κυβερνώντων, ώστε να διασφαλίζεται ένας ικανοποιητικός βαθμός λαϊκής κυριαρχίας. Την εγκαθίδρυση ενός κράτους δικαίου. Την υπαγωγή του στρατού στις εντολές της πολιτικής ηγεσίας. Την ελευθερία του Τύπου. Την σχετική ανεξαρτησία της χώρας από στενές εξαρτήσεις στο διεθνές επίπεδο. Θέλετε πραγματικά να συζητήσουμε τι από όλα αυτά βρίσκεται έστω και κατά προσέγγιση στο πεδίο που έθεσε η Μεταπολίτευση; Εντάξει, δεν υπάρχει πλέον κρατική λογοκρισία για άσεμνο υλικό και σίγουρα δεν κυβερνούν οι στρατιωτικοί. Αλλά κατά τα άλλα, το επίπεδο λογοδοσίας αντιστοιχεί σε αυτό των παλαιών λατινοαμερικανικών ημιδημοκρατιών, το κράτος δικαίου το ίδιο, η διαχείριση του μεταναστευτικού και του προσφυγικού γίνεται μέσα από τη διαρκή παραβίαση των πιο στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελευθερία του Τύπου είναι αιχμάλωτη μιας σειράς νόμων που προστατεύουν επιχειρηματίες και πολιτικούς από την κριτική και απειλούν τους δημοσιογράφους που ερευνούν, και η χώρα βρίσκεται σε μια πολλαπλή υπαγωγή σε μη δημοκρατικά εκλεγμένες εξαρτήσεις, συνέπεια της οποίας είναι και η νέα ανεξαρτητοποίηση του μιλιταριστικού πλέγματος από τον πολιτικό και τον κοινωνικό έλεγχο.
Μετά το 2010, βασικός μοχλός αυτής της εκτροπής υπήρξε η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τους δανειστές της -δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η παρουσία χουντικών υπουργών στις κυβερνήσεις, γίνεται ταυτόχρονα με την πρώτη ανατροπή εκλεγμένης κυβέρνησης στην Ελλάδα μετά το 1974 και την αντικατάστασή της από ένα διακομματικό χυλό με γονική επιμέλεια των τραπεζών. Πλέον, μετά την υπαγωγή της χώρας στο δόγμα Κοτζιά, που ακολούθησαν τόσο ο Τσίπρας όσο και ο Μητσοτάκης, αυτή η εκτροπή σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις σχέσεις με το Ισραήλ. Το πλέγμα της σχέσης ανάμεσα στην παραβίαση των στοιχειωδών λειτουργιών ενός κράτους δικαίου μέσα από την εμφάνιση του συστήματος Predator, η δεινή θέση στην οποία έχει βρεθεί η ίδια η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας μέσα από την παρακολούθησή της και η συνεπακόλουθη ανεπιφύλακτη στήριξη της χώρας στο έγκλημα της Γάζας, ακόμα και τη στιγμή που ο δυτικός κόσμος αναγκάζεται να ψελλίσει κάτι και να αναφερθεί σε λιμοκτονία, είναι πιθανό να ιδωθούν στο μέλλον ως ένα ενιαίο σύνολο. Και είναι μάλλον απίθανο, οι ιστορικοί στο μέλλον να αντιλαμβάνονται ως δημοκρατικές, χώρες που το 2025 στέκονταν στο πλευρό του Ισραήλ.
Επιστρέφοντας στο ήσσονος σημασίας ζήτημα των τελετών για την «αποκατάσταση της Δημοκρατίας». Είναι πραγματικά τραγικό, δείγμα απόλυτης αναντιστοιχίας με τις ανάγκες των καιρών, το γεγονός ότι οι αρχηγοί των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, θεώρησαν έξυπνη ιδέα να πάνε στο Προεδρικό Μέγαρο, να δηλώσουν την πίστη και την αφοσίωσή τους στο ελληνικό κράτος και τις λειτουργίες του και να φωτογραφηθούν σε silly walk με την πολιτική ηγεσία. Σίγουρα δεν μπαίνει στην ίδια εξίσωση ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς που επιχείρησε και του απαγορεύτηκε να μπει στο Προεδρικό Μέγαρο συνοδεία Παλαιστίνιου πρόσφυγα. Αν και είναι προφανές ότι η προσπάθεια της ΝεΑρ να «κοπιάρει» δράσεις της πρώτης εποχής του ΣΥΡΙΖΑ έχει μηδενικά αποτελέσματα, ιδίως καθώς δεν συνοδεύεται από καμία ουσιώδη αυτοκριτική των υπουργών της κυβέρνησης Τσίπρα που ξεκίνησε την συμμαχία με το Ισραήλ, δείχνει αν μη τι άλλο κάποια αίσθηση των κεντρικών διακυβευμάτων της εποχής.
Όμως προσοχή: την ίδια ώρα που η Αριστερά φωτογραφιζόταν αμήχανη στη γιορτή του πολιτεύματος, η Ακροδεξιά είχε την ριζοσπαστική ευφυία να μην πατήσει το πόδι της. Την ώρα που η Αριστερά έμπαινε στο κάδρο του συστήματος, η Ακροδεξιά έβγαινε έξω από αυτό. Δεν πρόκειται άλλωστε για πρωτοφανές μοτίβο. Εδώ και δεκαετίες, στην Ευρώπη και στην Αμερική, έχουμε περιπτώσεις στις οποίες η Αριστερά αναλαμβάνει τον ρόλο του ώριμου υποστηρικτή ενός συστήματος που καταρρέει την ώρα που η Ακροδεξιά στήνει το αντισυστημικό της αφήγημα πάνω στα ερείπια. Ως τώρα, δεν υπήρξε ούτε μισή φορά που αυτή η συνθήκη να μη βρήκε την Ακροδεξιά κερδισμένη και την Αριστερά χαμένη. Και δεν πρόκειται να αλλάξει εάν δεν υπάρξει μια Αριστερά που να θυμηθεί ότι αυτό που τη γέννησε είναι η ανάγκη να αμφισβητούνται τα πολιτεύματα και οι κοινοί τόποι της εξουσίας.

