Μέσα σε πέντε ημέρες, περισσότεροι από 150.000 άνθρωποι στην Ελλάδα σηκώθηκαν από τον καναπέ τους και πήγαν σινεμά για να δουν μια ταινία -ελληνική μάλιστα. Η ταινία αυτή έχει ορισμένα χαρακτηριστικά. Πρώτον, η ταινία έχει θαφτεί από όλους σχεδόν τους κριτικούς κινηματογράφου. Όταν λέμε «θαφτεί», δεν μιλάμε για κριτικές που στηλιτεύουν κάποιες αδυναμίες του σεναρίου ή των απόδοσης των ρόλων, αλλά για απόλυτα απαξιωτικές αναφορές που μιλάνε για μια παιδαριώδη πατάτα χωρίς την παραμικρή καλλιτεχνική σημασία, αντίστοιχη με τις γεμάτες λάθη ταινίες που γύριζε τη δεκαετία του 1950 ο περιβόητος Εντ Γουντ και σήμερα ανήκουν στη σφαίρα του καλτ.
Ανάμεσα σε αυτά που έχουν γίνει γνωστά για την ταινία, είναι ότι περιλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδα, και εκλεκτός του Ρωσικού Κόμματος, Ιωάννης Καποδίστριας, στον ανταγωνισμό του με τους επικεφαλής του Αγγλικού και του Γαλλικού Κόμματος, είχε την πολύτιμη και ενεργό συμβολή της Παναγίας -πολύ πριν μάλιστα την επικαλεστεί ο Άγγελος Αναστασιάδης ως προπονητής του ΠΑΟΚ. Επίσης, ο σκηνοθέτης της ταινίας έχει ανοιχτά υπονοήσει ότι η Παναγία πέραν της στήριξης στον Καποδίστρια, αναμείχθηκε και στην παραγωγή και την προετοιμασία της ταινίας, ενώ δήλωσε ότι σε ζητήματα όπου δεν επενέβη η Μεγαλόχαρη, η δουλειά έγινε με τη μέθοδο του υπνωτισμού στον οποίον κατέφυγε. Τέλος, έχει καταγγείλει ότι σκοτεινά κοσμοπολίτικά αντεθνικά συμφέροντα, στέρησαν από την ταινία του την κρατική επιχορήγηση. Για αυτό το τελευταίο, βέβαια, το αντίδοτο ίσως να μην βρίσκεται στη μεταφυσική. Η ταινία αποτελεί μια πολύ καλή διαφήμιση της Ρωσίας και υπερτιμά σε τέτοιο βαθμό τη σημασία της ως προς τα ελληνικά ζητήματα, που σε κάνει να αναρωτιέσαι.
Ανάμεσα στους 150.000 θεατές θα υπήρξε χωρίς αμφιβολία ένα σεβαστό τμήμα που αντιλήφθηκε τους λόγους για τους οποίους επιφυλάχθηκε μια τόσο ισοπεδωτική κριτική στην ταινία και πιθανότατα τη συμμερίστηκε κιόλας. Ωστόσο, ένα ακόμα μεγαλύτερο τήρησε την ακριβώς αντίθετη τάση. Οι κινηματογράφοι, βεβαιώνουν οι μαρτυρίες, μετατράπηκαν σε θέατρα και στο τέλος της ταινίας όρθιοι θεατές χειροκροτούσαν. Αν και ελπίζω οι μαρτυρίες αυτές να είναι υπερβολικές και να γενικεύουν στάσεις, δεν έχουμε τον παραμικρό λόγο να τις αμφισβητήσουμε. Είναι πιθανότατα αληθείς. Και εδώ κάπου μπαίνει ένα άλλο ζήτημα. Ισχυρίζομαι, ότι οι θεατές που απόλαυσαν και αποθέωσαν την ταινία, δεν το έκαναν παρά τις σεναριακές της υπερβολές και ανακρίβειες, τα παιδαριώδη λάθη στα σκηνικά, την απόλυτη απουσία πλοκής, τον μανιχαϊσμό που μοιάζει να απευθύνεται σε παιδιά του δημοτικού, την απαλοιφή κάθε πολύπλοκης σκέψης και αντίθεσης προς όφελος μιας ανιστόρητης καθαρότητας ή ακόμα, τις μεταφυσικές αρλούμπες. Αλλά, αντίθετα, το έκαναν εξ αιτίας όλων αυτών. Κι αυτό εξηγεί το γεγονός ότι οι υποστηρικτές της ταινίας έχουν την τάση να εμφανίζονται αφότου την έχουν δει (ή και πριν) στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, κατηγορώντας όσους απορρίπτουν την ταινία ως «θολοκουλτουριάρηδες» του συστήματος. Με λίγα λόγια, τους κατηγορούν περίπου ότι ασχολούνται πραγματικά με την ταινία, αντί όπως πρέπει να εξυψώνουν τους εθνικά επωφελείς -όπως τους θεωρούν- μύθους.
Η λατρεία αυτή προς τον Καποδίστρια, αλλά επίσης και προς την αγιογραφική και χωρίς αντιθέσεις και αποχρώσεις παρουσίασή του, αντιστοιχεί σε μια πολύ πραγματική και πολύ ανησυχητική τάση στην ελληνική κοινωνία. Την αναζήτηση ενός «Ηγέτη» (ή μιας ηγέτιδας, μια που αρκετές γυναίκες διεκδικούν τον ρόλο), αποκαθαρμένου από την πολυπλοκότητα των συσχετισμών, άγονου ως προς την αναλυτική σκέψη, που να περιβάλλεται από την ιερότητα πρωτόγονων και απλοϊκών αξιών, σαν αυτές που διδαχθήκαμε στις σχολικές γιορτές. Η πατρίδα, η θρησκεία, η οικογένεια, και επικουρικά η «μάνα», η «Παναγία», η «τιμωρία», η «εντιμότητα», είναι οι έννοιες γύρω από τις οποίες οφείλει να περιορίζεται η πολιτική σκέψη, προσανατολισμένη σε έναν αντιδραστικό ηθικισμό.
Το πακέτο το διεκδικούν διάφορες παλιότερες και νεόκοπες περσόνες, η κάθε μία από τις οποίες θα ήθελε να αποτυπώνεται στο λαϊκό θυμικό με τους όρους που αποτυπώνεται η νηπιακή φιγούρα του «Καποδίστρια» στην ταινία του Σμαραγδή; Μπορεί κάποια από όλες να το πετύχει; Ακόμα και αυτή η απλουστευτική λογική, δεν είναι τόσο απλή στην πραγματική ζωή. Τα πρόσωπα δεν είναι με τον ίδιο τρόπο καθαγιασμένα. Κάποιοι έχουν λόγους να μισούν τον Τσίπρα, άλλοι τον Βελόπουλο, την Κωνσταντοπούλου, τη Λατινοπούλου, την Καρυστιανού. Και αντίθετα με τις απλοϊκές ταινίες, δεν είναι διατεθειμένοι να παίξουν τον ρόλο του «κακού».
Το κλίμα στην κοινωνία όμως είναι, σε μεγάλο βαθμό, αυτό. Αναζητά τον Ηγέτη που θα είναι ισχυρός, έντιμος, νοικοκύρης, πατριώτης, θα έχει τη βοήθεια του θεού και με αυτή θα συντρίβει τους εχθρούς της πατρίδας, τους άτιμους, τους διεφθαρμένους. Για να το πετύχει αυτό, δεν πειράζει να είναι και λίγο δικτάτορας. Ίσως μάλιστα και να επιβάλλεται. Η ρίζα του φασισμού έχει κιόλας απλωθεί. Γι’ αυτό και όσοι πιστεύουν ότι μπορούν να κερδίσουν αυτόν τον αγώνα δρόμου από τα αριστερά, απλά ματαιοπονούν. Το παιχνίδι αυτό, είναι φτιαγμένο για τη Δεξιά.
Πίσω από αυτή την αναζήτηση της ισχύος, η κοινωνία σέρνει κάθε λογής ανηθικότητες. Από εκεί γεννιέται η συναίνεση στις δολοφονίες των μεταναστών, η ανοχή στη συνεργασία με τους γενοκτόνους, η οργή για όποιον αντιστέκεται. Εδώ φυτρώνει η ανοχή για φασιστικές πρακτικές εθνικοφροσύνης σαν αυτές της Φλώρινας, για δηλώσεις σαν αυτές του Πλεύρη που λέει πως το αίμα είναι σημαντικότερο από το Σύνταγμα και του Αδωνι που λέει ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο…. «αριστεροκρατείται».
«Με αρκετή ηλιθιότητα και καλή πέψη, ο άνθρωπος μπορεί να υπομείνει τα πάντα», έγραφε ο Τόμας Καρλάιλ. Όσο επίκαιρη και αν μοιάζει η φράση, έχουμε το χρέος να τη διαψεύσουμε. Ξημερώνει μια χρονιά, που όλα τα σημάδια δείχνουν ότι θα είναι χρονιά πολέμων, ανταγωνισμών και μεγαλύτερου εκφασισμού. Μέσα στη μέση αυτής της σκοτεινής αβύσσου, πρέπει να μιλήσουμε ξανά με πείσμα για τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη. Εκτός από το πόσα μπορούν να υπομένουν, οι άνθρωποι καμιά φορά μπορεί να μας εκπλήξουν και με το πόσο μπορούν να ακούσουν.
Το μέλλον του κόσμου, δεν θα είναι αναγκαστικά μια παιδαριώδης πατάτα.

