Του Λεωνίδα Βατικιώτη – Εφημερίδα Νέα Σελίδα
Ένα θα έπρεπε να είναι το ζήτημα που να απασχολεί τους αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ταραχώδες δωδεκάμηνο που ξεκινάει σύντομα, εντός του οποίου προβλέπεται να αλλάξουν οι επικεφαλής στις τέσσερις σημαντικότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να διεξαχθούν κι οι ευρωεκλογές.

Το θέμα που όφειλε να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε συζήτησης σχετίζεται με το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων πολιτών για τις ευρωεκλογές. Πώς συγκεκριμένα θα αυξηθεί η συμμετοχή των ψηφοφόρων στις ευρωεκλογές του 2019 και θα γίνει κατορθωτό να αντιστραφεί η αποχή που κερδίζει συνεχώς έδαφος!

Η συμμετοχή των ευρωπαίων πολιτών στις ευρωεκλογές βαίνει σταθερά μειούμενη από το 1979 όταν διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές (κι όχι μάλιστα σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης) αντανακλώντας το ενδιαφέρον των ψηφοφόρων για τα τεκταινόμενα στους διαδρόμους των Βρυξελλών ή την άποψη που έχουν για το κατά πόσο βαραίνει ο λόγος κι η ψήφος τους. Τα στοιχεία είναι συντριπτικά: Από 62% το 1979 η συμμετοχή μειώνεται σταθερά κάθε χρόνο για να φτάσει το 2014 στο 43%. Κανένα μεγάλο γεγονός δε φάνηκε να κινεί το ενδιαφέρον των πολιτών: ούτε οι απανωτές διευρύνσεις, ούτε η δημιουργία συντάγματος, ούτε το ενιαίο νόμισμα, …τίποτε!

Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον τα όσα ήδη βλέπουν το φως της δημοσιότητας για τις ευρωεκλογές και πολύ περισσότερο για την αλλαγή σκυτάλης στα κορυφαία ευρωπαϊκά αξιώματα αν κάτι δεν εγγυώνται είναι την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος των πολιτών. Οι πρόεδροι που θα αλλάξουν το 2019 είναι οι εξής: ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που έχει την ευθύνη για το συντονισμό της πολιτικής ηγεσίας της ΕΕ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που είναι ο εκτελεστικός βραχίονας κι επίσης οι πρόεδροι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Γύρω από τα τέσσερα αυτά αξιώματα ήδη το ένα σενάριο διαδέχεται το άλλο, συμμαχίες και προτάσεις συγκροτούνται και αλλάζουν για να διαμορφωθούν εκ νέου με ρυθμούς αστραπής. Δεν είναι ωστόσο τα πρόσωπα που έχουν σημασία! Είναι τα πολιτικά προγράμματα και οι πολιτικοί συμβολισμοί που συνοδεύουν την κάθε υποψηφιότητα, ακόμη κι αν δεν ομολογείται καθαρά.

Άλλωστε, είναι τόσα πολλά και τόσο σημαντικά τα διακυβεύματα της επόμενης περιόδου ώστε καμία πολιτική ή κρατική δύναμη που φιλοδοξεί να επηρεάσει την κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα άφηνε τα πράγματα στην τύχη τους. Τρία, κατά την άποψή μας, είναι τα σπουδαιότερα πολιτικά επίδικα που θα κρίνουν την πορεία της ΕΕ κι επίσης το όνομα και την εθνικότητα των τεσσάρων προέδρων:

Το πρώτο σχετίζεται με την στάση απέναντι στις ΗΠΑ. Η αποφασιστικότητα του Ντόναλντ Τραμπ να αλλάξει τους όρους του εμπορίου και των οικονομικών σχέσεων με την Ευρώπη, υποχρεώνει τις Βρυξέλλες να αναθεωρήσουν κι επισήμως τη στάση τους απέναντι στις ΗΠΑ. Μια πιο επιθετική στάση δεν μπορεί να εκφραστεί από πρόσωπα που έχουν ταυτιστεί με την εποχή της «μεγάλης υπνηλίας», όταν για κάθε πιθανή διαφωνία στις διατλαντικές σχέσεις δημιουργούνταν και μια αντίστοιχη επιτροπή κι όλες οι διαφωνίες λύνονταν στο παρασκήνιο. Η όξυνση του ανταγωνισμού απαιτεί έναν ευρωπαίο Τραμπ!

Το δεύτερο ζήτημα που βρίσκεται στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας σχετίζεται με την περίφημη μεταρρύθμιση Μακρόν, όπως εν συντομία περιγράφεται το γαλλικό σχέδιο που στην προμετωπίδα του έχει το διορισμό ευρωπαίου υπουργού Οικονομικών και αντίστοιχου προϋπολογισμού. Μια ευμενή αποδοχή των θέσεων του από το Βερολίνο θα σήμαινε ότι η γνώμη της Γαλλίας μετράει κι έτσι θα ακυρωνόταν η κριτική τη Λε Πεν για συντριβή και εξαφάνιση της Γαλλίας εντός της ΕΕ. Αυτό το ενδεχόμενο ωστόσο όσο περνάει ο καιρός απομακρύνεται. Σε ανοιχτή επιστολή που δημοσίευσαν στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung 154 κορυφαίοι συντηρητικοί γερμανοί οικονομολόγοι, μεταξύ των οποίων ο πρώην πρόεδρος του Ινστιτούτου Ifo, Χανς Βέρνερ Ζιν, και το πρώην μέλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Γιούργκεν Στάρκ, αποδοκιμάζουν το γαλλικό σχέδιο με το αιτιολογικό ότι μετατρέπει την ΕΕ σε «ένωση υποχρεώσεων». Υποστηρίζουν έτσι ότι υπάρχει κίνδυνος τα πλούσια κράτη μέλη της ΕΕ να κληθούν να πληρώνουν τα φτωχά κράτη. Η Μέρκελ επομένως δεν είναι ότι δεν ξέρει τι να πει στον Μακρόν, είναι ότι δεν ξέρει πώς να του το πει ή απλώς περιμένει να περάσει η κρίσιμη αυτή περίοδος ώστε να περιοριστεί το πολιτικό κόστος για τον γάλο πρόεδρο.

Το τρίτο ζήτημα που θα λειτουργήσει καθοριστικά στην επιλογή των προέδρων είναι η εντυπωσιακή άνοδος της άκρας Δεξιάς σε όλη την Ευρώπη και δη στη Γερμανία. Η επίδειξη δύναμης των νεοναζί στην πόλη Κέμνιτς της Σαξονίας και η άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία στις δημοσκοπήσεις, όπως συμπληρώνεται από την εκλογική επιτυχία πολιτικών σαν τον Ματέο Σαλβίνι της Λίγκας του Βορρά στην Ιταλία, στρέφουν το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής Δεξιάς στην άκρα Δεξιά, ενίοτε κι ως απάντηση: σαν μια προσπάθεια να ανακοπεί η άνοδος των νοσταλγών του Χίτλερ. Κι έτσι η φασιστικοποίηση της ορθόδοξης Δεξιάς εμφανίζεται ως αντίδοτο στην άνοδο της φασιστικής Δεξιάς. Είναι μια συνταγή που κατ’ επανάληψη έχει αποδειχθεί αποτυχημένη καθώς όσο καιρό δοκιμάζεται αν κάτι καταφέρνει είναι να οδηγεί την άκρα Δεξιά όλο και υψηλότερα στις δημοσκοπήσεις και τις κάλπες.

Η θέση της ωστόσο θα ενισχύεται για έναν πολύ απλό λόγο. Δεδομένης της σοβαρής έλλειψης εργατικών χεριών που αντιμετωπίζει η Γερμανία, όπως δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει η Μέρκελ όπου βρεθεί κ όπου σταθεί και για τελευταία φορά έκανε στις 15 Αυγούστου, η πολιτική ανοιχτών ή σχεδόν ανοιχτών θυρών που θα ακολουθεί θα τροφοδοτεί την άκρα Δεξιά με νέα ξενοφοβικά και ρατσιστικά επιχειρήματα. Έτσι, επιστρέφουμε στην αγγελία που προαναφέραμε: «Ζητείται ένας Τραμπ για την Ευρώπη».

Οι βασικοί υποψήφιοι

Το δίλημμα που αντιμετωπίζει το Βερολίνο είναι απλό: Να συνεχίσει να κυβερνά όπως και στο παρελθόν, μέσω αντιπροσώπων (βλέπε Γιουνκέρ, Τουσκ, κ.α.), ή να πάρει τα ηνία στα δικά του χέρια, ξέροντας ότι οι αναταράξεις που έρχονται θα είναι πολύ πιο σκληρές σε σχέση με το παρελθόν;

Το ερώτημα αυτό τίθεται με τον πιο πιεστικό τρόπο γύρω από την υποψηφιότητα του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ένα αξίωμα που σήμερα κατέχει ο Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ. Βασικός διεκδικητής μέχρι αυτή τη στιγμή εμφανίζεται ο 46χρονος Μάνφρεντ Βέμπερ, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και αντιπρόεδρος του CSU, αδελφού κόμματος της CDU της Άνγκελα Μέρκελ. Η γερμανίδα καγκελάριος παρότι συναίνεσε να είναι ο Βέμπερ επικεφαλής του δεξιού κόμματος, έκανε σαφές ότι αυτό δε σημαίνει πώς δίνει το χρίσμα της για να γίνει ο επόμενος πρόεδρος της Επιτροπής.

Η υποψηφιότητά του θα συζητηθεί στις 10 Σεπτεμβρίου σε κοινή συνεδρίαση των δύο κομμάτων της γερμανική Δεξιάς. Ωστόσο, η τελική απόφαση δεν αναμένεται να ληφθεί πριν από το διήμερο 7-8 Νοεμβρίου οπότε έχει οριστεί να συνέλθει το συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, το οποίο να σημειωθεί ότι προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις (αν έχουν ακόμη κάποια σημασία..), ενώ κόμματα που εντάσσονται στις τάξεις του κυβερνούν σε 9 από τις 28 χώρες της ΕΕ. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, των σοσιαλδημοκρατών τα ονόματα που ακούγονται για τις βασικές υποψηφιότητες είναι του γάλλου Πιέρ Μοσκοβισί που σήμερα είναι Επίτροπος Νομισματικών Υποθέσεων, της ιταλίδας Φεντερίκα Μογκερίν, εκπρόσωπος της ΕΕ για Εξωτερική Πολιτική, κ.α. Η κατάσταση θα ξεκαθαρισθεί στο συνέδριο του κόμματος στις 8 Δεκεμβρίου.

Γερμανός είναι μέχρι στιγμής κι ο βασικός διεκδικητής της θέσης του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος θα διαδεχθεί τον Μάριο Ντράγκι. Ο Γιενς Βάιντμαν όλα τα προηγούμενα χρόνια βρέθηκε στον αντίποδα του ιταλού τραπεζίτη, επικρίνοντας σφόδρα την πολιτική Ποσοτικής Χαλάρωσης που εφάρμοσε η Φρανκφούρτη παρότι κατάφερε να οδηγήσει ψηλά τον τραπεζικό δανεισμό, σε ποσοστό 3,4% που είναι το υψηλότερο από το 2009, κι επίσης γέμισε τα ταμεία της γερμανικής κεντρικής τράπεζας καθώς οι εμπορικές τράπεζες ένεκα αρνητικών επιτοκίων ήταν αναγκασμένες να πληρώνουν πρόστιμο για τις καταθέσεις τους!

Έτσι η Μπούντεσμπανκ θα καταβάλει 1,9 δισ. ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό από 399 εκ. τον προηγούμενο χρόνο. Παρόλα αυτά ο Βάιντμαν υποστήριζε σθεναρά ότι το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 2,55 τρισ. ευρώ καθυστέρησε τις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και την οικονομία. Η λήξη ωστόσο του προγράμματος Ποσοτικής Χαλάρωσης είναι θέμα χρόνου. Μένει να δούμε κατά πόσο η επιστροφή στη νομισματική κανονικότητα και το ξεφούσκωμα του ισολογισμού της ΕΚΤ θα ανατεθεί στον πιο γνήσιο εκφραστή αυτής της πολιτικής ή σε έναν αντιπρόσωπο.

Μέχρι στιγμής ο διορισμός ως αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας του ισπανού πρώην υπουργού Οικονομικών Λουίς ντε Γκίντος (που ήταν στέλεχος της Λίμαν Μπράδερς, μέχρι το 2008) διευκολύνει την μεταφορά της προεδρικής καρέκλας προς τα βόρεια, δίνοντας περαιτέρω βάση στη δημοσκόπηση του πρακτορείου Μπλούμεργκ που έκρινε ως πιθανότερο διάδοχο του Ντράγκι τον Βάιντμαν ο οποίος στο παρελθόν μεταξύ άλλων είχε διατελέσει και σύμβουλος της Μέρκελ.

Εν κατακλείδι είναι τόσες πολλές οι θέσεις που αδειάζουν στα ύπατα αξιώματα της ΕΕ που όλοι μπορούν να μείνουν ικανοποιημένοι: Δεξιοί και σοσιαλδημοκράτες, Βόρειοι και Νότιοι. Και ταυτόχρονα να επιτευχθεί το σημαντικότερο: η γραμμή της Γερμανίας να συνεχίσει να εφαρμόζεται χωρίς παρεκκλίσεις…