του Έκτορα-Ξαβιέ Δελαστίκ
Κυβερνήσεις που στήριζαν ενεργά τη γενοκτονία των Παλαιστινίων από το Ισραήλ ξαφνικά κάνουν στροφή με εντυπωσιοθηρικές ενέργειες καταδίκης της πολιτικής της κυβέρνησης Νετανιάχου. Χωρίς όμως αλλαγή πολιτικής ενάντια στους ίδιους τους τους πολίτες. Σήμερα εξετάζουμε για ποιο λόγο μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση ταυτόχρονα στροφή 180 μοιρών και business as usual. Εξετάζουμε το ενδεχόμενο να προωθείται διάδοχος του Νετανιάχου.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας κηρύττει εθνική ανασφάλεια
Από την Πέμπτη το απόγευμα έως τα χαράματα της Παρασκευής συνεδρίαζε το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ισραήλ. Η Παρασκευή ξημέρωσε με την απόφαση που ήθελε ο Νετανιάχου: πλήρη στρατιωτική κατοχή της Λωρίδας της Γάζας, απομάκρυνση των Παλαιστινίων από τα εδάφη τους, δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για τη διαχείρισή τους και μια μικρή αύξηση του αριθμού των σημείων διανομής ανθρωπιστικής βοήθειας που λειτουργεί το ισραηλινό κράτος. Υπενθυμίζουμε για το τελευταίο σημείο πως το Ισραήλ έχει απαγορεύσει την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και έχει μειώσει τον αριθμό των σημείων διανομής κατά 99% (!), από περίπου 400 σε μόλις τέσσερα.
Η απόφαση αυτή πάρθηκε με σημαντικές διαφωνίες και συγκρούσεις εκτός του Ισραήλ, τόσο πριν όσο και μετά το Συμβούλιο. Όσον αφορά την στρατιωτική πλευρά, ξεχωρίζουμε τη δημόσια αντίθεση του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων του Ισραήλ, Εγιάλ Ζαμίρ (Eyal Zamir) στο σχέδιο Νετανιάχου με δημόσια τοποθέτησή του, λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση. Επί της ουσίας δήλωσε πως πρόκειται για ένα αδιέξοδο σχέδιο το οποίο θα εγκλωβίσει σε μία ατέρμονη πολεμική επιχείρηση το Ισραήλ για αμφίβολα οφέλη.
Στην πολιτική πλευρά, υπάρχουν εδώ και εβδομάδες επιθέσεις της αντιπολίτευσης στο σχέδιο Νετανιάχου. Ο Γιαΐρ Λαπίντ (Yair Lapid) του κόμματος Yesh Atid, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει «τρελό» το σχέδιο για «ανθρωπιστική πόλη» (σ.σ. αχανές στρατόπεδο συγκέντρωσης) για τους Παλαιστίνιους. Ο Μπένι Γκαντζ (Benny Gantz) του κόμματος Εθνική Ενότητα (Blue and White – National Unity party) κινήθηκε σε αντίστοιχο μήκος κύματος, χαρακτηρίζοντας την πρόταση ως «πιο επικίνδυνη και ακριβή» εκδοχή δικού του σχεδίου, που είχε παρουσιάσει στην αρχή του πολέμου. Ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Αβιγκντόρ Λίμπερμαν (Avigdor Liberman) του κόμματος Yisrael Beytenu είχε στηρίξει της τότε αντιρρήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων χαρακτηρίζοντας το σχέδιο ως επικίνδυνο για το στρατό. Υπεθυμίζουμε πως ο Λίμπερμαν είχε επανειλημμένως καλέσει δημοσίως σε δίκη και εκτέλεση μελών του ισραηλινού κοινοβουλίου αραβικής καταγωγής που θεωρούσε ότι δεν ήταν «αρκετά πατριώτες», για να μην υπάρχει αμφιβολία για την ιδεολογική καταγωγή των αντιδράσεων αυτών.
Από πλευράς κόσμου, η ανακοίνωση της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας έχει ήδη πυροδοτήσει μεγάλες αντιδράσεις. Πολύ σωστά αντιλαμβάνονται οι Ισραηλινοί πολίτες πως η απόφαση αυτή ισοδυναμεί με εκτέλεση από τον ισραηλινό στρατό των ομήρων, είτε μέσω στρατιωτικής επέμβασης (όπως έχει γίνει στο παρελθόν), είτε μέσω της πείνας (όπως γίνεται αυτή τη στιγμή). Ήδη έχουν διοργανωθεί μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στην απόφαση της κυβέρνησης Νετανιάχου. Πρέπει όμως να κρατάμε κατά νου πως δεν αποτελούν απαραίτητα συνολική καταδίκη της πολιτικής της.
Οι διεθνείς αντιδράσεις και η διεθνής υποκρισία
Ο λιμός που επιβλήθηκε από το Ισραήλ και η ανακοίνωση της επίσημης στρατιωτικής κατοχής της Γάζας έχουν προκαλέσει μπαράζ διεθνών αντιδράσεων τις τελευταίες ημέρες. Η κυβέρνηση Τραμπ επιμένει να κοντράρει το Νετανιάχου αναγνωρίζοντας επίσημα την ύπαρξη λιμού στη Γάζα. Η Γαλλία έχει ανακοινώσει επισήμως πως θα αναγνωρίσει την ύπαρξη παλαιστινιακού κράτους το Σεπτέμβριο. Τις ίδιες ακριβώς ημέρες ανακοίνωσαν πως θα αναγνωρίσουν την Παλαιστίνη ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο. Το τελευταίο άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να εξαγοράσει το Ισραήλ την αλλαγή στάσης του εφ’ όσον συμφωνήσει σε εκεχειρία και μια σειρά όρους.
Η σημαντικότερη κίνηση μέχρι στιγμής με διαφορά είναι η απόφαση της Γερμανίας να κάνει μερικό στρατιωτικό εμπάργκο στο Ισραήλ. Συγκεκριμένα, όπλα τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη Γάζα θα σταματήσουν να εξάγονται στο Ισραήλ. Είναι η πρώτη κίνηση με πιθανό οικονομικό αντίκτυπο στις γερμανικές οπλοβιομηχανίες, καθώς αφορά απαγόρευση μελλοντικών συμβολαίων για κάποιες κατηγορίες οπλισμού. Παλαιότερα συμβόλαια δεν ακυρώνονται, αλλά αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο «παγώματος» των μεταφορών εξοπλισμού που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη Γάζα.
Πρέπει να δούμε την υποκριτική όψη του νομίσματος. Κατ’ αρχάς, καμία από τις χώρες αυτές δεν έχει δοκιμάσει να σταματήσει τη γενοκτονία ή να επιβάλει οικονομικές και πολιτικές κυρώσεις στο Ισραήλ όλο αυτό το διάστημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έδωσαν εμμέσως πλην σαφώς το πράσινο φως για την επίσημη κατοχή. Το Ηνωμένο Βασίλειο συνεχίζει την εκστρατεία ενάντια στους πολίτες που στηρίζουν την Παλαιστίνη, χαρακτηρίζοντας την οργάνωση Palestine Action ως τρομοκρατική και απειλώντας με σύλληψη οποιονδήποτε διαδηλώνει κατά της απόφασης αυτής. Στη Γαλλία, ένας ακτιβισμός με μπογιές στην πρόσοψη της ισραηλινής αεροπορικής εταιρίας την Τετάρτη χαρακτηρίστηκε «πράξη μίσους και αντισημιτισμού» από τον Υπουργό Μεταφορών. Στη Γερμανία συνεχίζονται τακτικά οι διώξεις ακόμα και της πιο ειρηνικής υποστήριξης στην Παλαιστίνη, όπως π.χ. το να αναρτήσει κανείς σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης ένα τραγούδι που να περιέχει το στίχο “from the river to the sea”.
Βλέπουμε με σαφήνεια πως οι κυβερνήσεις κόπτονται όλες την ίδια εβδομάδα για την αγριότητα μιας γενοκτονίας που στηρίζουν πολιτικά και οικονομικά μέσω των κυβερνήσεών τους και των οπλοβιομηχανιών τους. Για να λύσουμε το γόρδιο δεσμό πρέπει να επιστρέψουμε στο Ισραήλ και το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Αντιδράσεις από τα δεξιά
Οι πιο σημαντικοί υπέρμαχοι της εφαρμογής του σχεδίου κατοχής μέχρι τέλους είναι ο Υπουργός Εθνικής Ασφαλείας Μπεν-Γκβιρ (Itamar Ben-Gvir) και ο Υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς (Bezalel Smotrich). Αμφότεροι θεωρούν πως η κατοχή πρέπει να προχωρήσει με τον πιο σκληρό τρόπο και αποτελούν προσωπικότητες του ακροδεξιού άκρου της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης. Ειδικά για τον Μπεν-Γκβιρ πρέπει να σημειώσουμε πως έχει υπάρξει μέλος ρατσιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης και πως μέσω του Υπουργείου του έχει μεσολαβήσει για τον διακεκριμένο εξοπλισμό πολιτοφυλακών και αποίκων με μεγάλες ποσότητες όπλων.
Το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο ήταν πως στο Συμβούλιο Ασφαλείας στις 5/8/2025 δεν συμμετείχαν ακριβώς αυτά τα δύο πρόσωπα. Είναι σαφές πως θεωρήθηκε ότι θα δυναμίτιζαν το κλίμα του Συμβουλίου εν όψει ευθείας σύγκρουσης με τη στρατιωτική ηγεσία, με το γιο του Νετανιάχου να εκτοξεύει κατηγορίες για «ανταρσία» εναντίον του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Υπουργός Εξωτερικών Γιδεών Σάαρ (Gideon Sa’ar) τοποθετήθηκε δημόσια υπέρ του δικαιώματος της στρατιωτικής ηγεσίας να εκθέσει ανοιχτά τις διαφωνίες της με το σχέδιο. Η δήλωση αυτή αποκτά σημασία επειδή αποτελεί ένα πρόσωπο που από χρόνια προαλείφεται για πιθανός διάδοχος του Νετανιάχου στην ηγεσία του κόμματος Λικούντ, ενώ η θέση του Υπουργού Εξωτερικών αποτελεί παραδοσιακό καταπέλτη προς την πρωθυπουργία σε χώρες που έχουν αποικιακή σχέση με κάποια από τις μεγάλες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ.
Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ο Νετανιάχου κουβαλάει τη βαθιά ταπείνωση που υπέστη το Ισραήλ στην προσπάθεια πολέμου του ενάντια στο Ιράν. Η προσπάθεια επιβολής του Ρεζά Παχλαβί (Reza Pahlavi), γιού του αιματοβαμμένου πρώην Σάχη του Ιράν ως πιθανού κυβερνήτη μετά την επίθεση του Ισραήλ απέτυχε οικτρά, ενώ ήταν σχέδιο στο οποίο είχαν επενδύσει οι ΗΠΑ.
Εξετάζεται πιθανή καθαίρεση Νετανιάχου;
Το πλαίσιο αυτό μας οδηγεί σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα. Πως η πλειοδοσία κυβερνητικών δηλώσεων και η (συγκριτικά) επικριτική στάση των μέσων μαζικής ενημέρωσης παγκοσμίως ενάντια στο λιμό που προκαλεί το Ισραήλ δεν έχουν ως αφετηρία τη λαϊκή πίεση, ακόμα λιγότερο την ηθική και το διεθνές δίκαιο. Μοιάζουν περισσότερο ως μία προσπάθεια πριμοδότησης των αντιπολιτευτικών δυνάμεων εντός του Ισραήλ, ώστε να δοκιμαστεί το ποια πολιτική λύση αντικατάστασης του Νετανιάχου είναι ρεαλιστική.
Αυτή η ερμηνεία μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι ο σκληρός πυρήνας της πολιτικής των κρατών που στάθηκαν υπέρ της γενοκτονίας δεν έχει αλλάξει, αλλά έχουν αλλάξει άρδην οι δηλώσεις τους. Ταυτόχρονα, η όποια νέα πολιτική λύση στη μετά-Νετανιάχου εποχή είναι απίθανο να ακολουθήσει ριζικά διαφορετικές πολιτικές στο εξοπλιστικό ζήτημα, οπότε και κανένα κράτος δεν προχωρά σε αποφάσεις που μπορούν να διαταράξουν τα εξοπλιστικά συμβόλαια. Η Γερμανία αποτελεί μεν εξαίρεση, αλλά όπως είπαμε η απόφαση αφήνει πολύ σημαντικά παραθυράκια στο τώρα και ορθάνοιχτες πύλες σε περίπτωση αλλαγής της ηγεσίας του Λικούντ.
Παρ’ όλα αυτά πρέπει να σημειώσουμε πως αυτή η διερεύνηση ενδεχομένων έχει μέχρι στιγμής λίγες πραγματικά απτές πλευρές – κυρίως συνάγεται από την ιδιαίτερη διπροσωπία των διεθνών πιέσεων στο Ισραήλ και της ξαφνικής αυτοπεποίθησης των εκ δεξιών πολιτικών αντιπάλων του Νετανιάχου. Η ακροδεξιά είναι άλλωστε ένας χώρος που δε φημίζεται για την ηρωικότητα των μελών της, πολύ λιγότερο δε για την πρόθεσή τους να ρισκάρουν την πολιτική τους καριέρα για ιδεολογικές θέσεις.
Στα δικά μας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η σιγή ιχθύος της κυβέρνησης Μητσοτάκη εν όψει των κινητοποιήσεων της 10ης Αυγούστου σε όλη την Ελλάδα ενάντια στη γενοκτονία. Είναι εμφανής η αντίθεση της κυβέρνησης και των παρατρεχάμενών της με τη στάση της μετά τη Σύρο και κατά τη Ρόδο, όπου έβγαζε πύρινους λόγους με ρυθμούς πολυβόλου υπερασπιζόμενη το δικαίωμα των στρατιωτών του Ισραήλ στον τουρισμό. Ας κρατήσουμε αυτό το στιγμιότυπο κατά νου για να το συγκρίνουμε με την επόμενη στροφή των εξελίξεων.

