Πηγή: Eric London & Thomas Scripps – wsws.org
Μετάφραση/Επιμέλεια: Ανδρέας Κοσιάρης
Η δίωξη του ιδρυτή των WikiLeaks Τζούλιαν Ασάνζ στο Ειρηνοδικείο του Γουεστμίνστερ στο Λονδίνο είναι μια παρωδία δικαιοσύνης που θα λεκιάζει για πάντα τις κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστραλίας, της Σουηδίας και του Ισημερινού, όπως και όλα τα άτομα που εμπλέκονται.

Εμφανιζόμενοι δίπλα στον Ασάνζ στο δικαστήριο τη Δευτέρα το πρωί, οι δικηγόροι του αποκάλυψαν πως τους είχαν δοθεί μόλις δύο ώρες για να συναντηθούν με τον πελάτη τους στη φυλακή του Μπέλμαρς, για να εξετάσουν αυτά που ο δικηγόρος Γκάρεθ Πιρς χαρακτήρισε ως «τόμους» αποδεικτικών στοιχείων.

Εκφράζοντας τον πεπειραμένο κυνισμό της Βρετανικής ταξικής δικαιοσύνης, η Επαρχιακή Δικαστής Βανέσα Μπαράιτσερ είπε πως αυτή ήταν μια «όχι παράλογη θέση», αναφέροντας την έλλειψη χώρου στην αίθουσα συνεντεύξεων της φυλακής. Με ένα χτύπημα του σφυριού της, η Μπαράιτσερ έστειλε τον Ασάνζ πίσω στο μπουντρούμι του στο Μπέλμαρς, όπου αναμένει την ακρόαση του Φεβρουαρίου για την έκδοσή του, σε συνθήκες που ο Εισηγητής του ΟΗΕ Νιλς Μέλτζερ έχει αποκαλέσει «βασανιστήρια».

Σε αυτή τη φάση του σχεδόν δεκαετούς διεθνούς κυνηγιού μαγισσών κατά του Ασάνζ, κανείς δε θα έπρεπε να εκπλήσσεται με την ξεδιάντροπη ανομία των πιο ισχυρών κυβερνήσεων του πλανήτη. Από τότε που Σουηδοί, Βρετανοί και Αμερικάνοι εισαγγελείς συνωμότησαν το 2010 για να εκδώσουν ένταλμα για τη σύλληψη του Ασάνζ σε σύνδεση με την έρευνα για ψευδείς ισχυρισμούς σεξουαλικών παραπτωμάτων, αυτές οι «προηγμένες δημοκρατίες» έχουν καταπατήσει τους ίδιους τους τους νόμους και τις παραδόσεις τους, υποβάλλοντας τον δημοσιογράφο σε μια ψευδο-νομική διαδικασία που θα κρινόταν ως άδικη ακόμα και με τα στάνταρ του Μεσαίωνα.

Η κοροϊδία της δικαιοσύνης που έλαβε χώρα τη Δευτέρα είναι μια κλιμάκωση της επίθεσης στο δικαίωμα του Ασάνζ στην πρόσβαση σε δικηγόρο. Λαμβάνει χώρα αφότου η ισπανική εφημερίδα El País δημοσίευσε λεπτομερώς το πώς μια εταιρεία υπηρεσιών ασφαλείας, η UC Global, κατασκόπευε κρυφά τις συζητήσεις του Ασάνζ με τους δικηγόρους του και τάιζε τις παράνομες παρακολουθήσεις στη CIA. Η UC Global μοιράστηκε επίσης πλάνα από κάμερες που εγκατέστησε στην Πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο, όπου ο Ασάνζ αναγκάστηκε να ζητήσει άσυλο από το 2012 έως το 2019 για να αποφύγει την έκδοση στις ΗΠΑ. Το ρεπορτάζ της El País έδειξε πως η UC Global κατέγραψε κάθε λέξη που είπε ο Ασάνζ και στρίμαρε ζωντανά αυτές τις συζητήσεις στη CIA.

Παρά την υποστήριξη των εγκληματικά υπάκουων ΜΜΕ, γίνεται αυξανόμενα πιο δύσκολο για τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και του ΗΒ να υποβαθμίσουν τα πρωτοφανώς αντι-δημοκρατικά δεδικασμένα που προτίθενται να θέσουν καθ’όλη τη διάρκεια της δίωξης του Ασάνζ. 

Σε ένα άρθρο γνώμης που δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα στο the Hill, με τίτλο «Θα ελευθερώσει η φερόμενη απρεπής συμπεριφορά της CIA τον Ασάνζ;», ο Αμερικανός δικηγόρος Τζέημς Γκούνταλ έγραψε μια δηκτική επίθεση στην κατασκοπία από πλευράς CIA των απόρρητων συνομιλιών δικηγόρου-πελάτη του Ασάνζ.

Ο Γκούνταλ είναι από τους πιο εμφανείς και αξιοσέβαστους δικηγόρους στις ΗΠΑ, γνωστότερος για την εκπροσώπηση των New York Times όταν η εφημερίδα μηνύθηκε από την κυβέρνηση Νίξον για τη δημοσίευση των Pentagon Papers το 1971. Τα Pentagon Papers είχαν διαρρεύσει από τον αναλυτή της RAND Corporation, Ντάνιελ Έλσμπεργκ, που επίσης έχει ζητήσει την απελευθέρωση του Ασάνζ και της πληροφοριοδότη δημοσίου συμφέροντος, Τσέλσι Μάνινγκ.

Τα Pentagon Papers αποκάλυψαν το πώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ έλεγε ψέμματα στην κοινή γνώμη όταν επέκτεινε τον πόλεμο του Βιετνάμ, που οδήγησε στον θάνατο 55.000 Αμερικανών στρατιωτών και 3 εκατομμυρίων Βιετναμέζων πολιτών. Η δημοσίευσή τους πυροδότησε μια έκρηξη λαϊκού θυμού και τροφοδότησε αντιπολεμικές διαδηλώσεις.

Ο Γκούνταλ έγραψε: «Μπορεί οτιδήποτε να είναι πιο προσβλητικό προς την “αίσθηση δικαιοσύνης”, από μια χωρίς όριο παρακολούθηση, ιδιαίτερα των συζητήσεων δικηγόρου-πελάτη, που μεταδίδεται ζωντανά στους αντίδικους; Η φερόμενη μετάδοση ξεσκέπασε την στρατηγική των δικηγόρων του Ασάνζ, δίνοντας στην κυβέρνηση ένα πλεονέκτημα που είναι αδύνατον να αφαιρεθεί. Εκτός κι αν αποπέμψει τη δίωξη του Ασάνζ, η κυβέρνηση θα έχει πάντα ένα πλεονέκτημα που η υπεράσπιση δε θα μπορέσει ποτέ να φτάσει».

Ο Γκούνταλ εξήγησε ότι «η υπόθεση του Ντάνιελ Έλσμπεργκ μπορεί να είναι διδακτική».

Ο Έλσμπεργκ, όπως ο Ασάνζ, διώχθηκε υπό τον Νόμο Κατασκοπίας για τη διαρροή εγγράφων στους Times και τη Washington Post. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι «υδραυλικοί» του Νίξον διέρρηξαν το γραφείο του ψυχιάτρου του Έλσμπεργκ και τοποθέτησαν κοριό στο τηλέφωνό του. Σε εκείνη την υπόθεση, ο δικαστής Γουίλιαμ Μάθιου Μπυρν απεφάνθη ότι η παρακολούθηση είχε «μολύνει ανεπανόρθωτα τους κατήγορους» και απέρριψε τις κατηγορίες, ελευθερώνοντας τον Έλσμπεργκ.

Ο Γκούνταλ έγραψε πως «για παρόμοιους λόγους, η υπόθεση εναντίον του Ασάνζ θα πρέπει να απορριφθεί».

Πρόσθεσε: «Η συνηθισμένη λύση για παρακολούθηση άνευ εντάλματος είναι ο αποκλεισμός οποιασδήποτε παρανόμως κτηθείσας πληροφορίας από τη δίκη, αλλά αυτή η λύση είναι ανεφάρμοστη εδώ. Το πλεονέκτημα της κυβέρνησης στην παρακολούθηση του Ασάνζ δεν είναι η απόκτηση χειροπιαστών στοιχείων, αλλά άυλων γνώσεων για τη νομική στρατηγική του Ασάνζ. Δεν υπάρχει τρόπος, επομένως, να παρασχεθεί στον Ασάνζ μια δίκαιη δίκη, αφού οι αντίπαλοί του θα γνωρίζουν κάθε κίνηση που θα κάνει».

Πενήντα χρόνια μετά την κατάρρευση της δίωξης του Έλσμπεργκ, δεν υπάρχει κομμάτι της Αμερικανικής ή Βρετανικής άρχουσας τάξης που να έχει την ικανότητα να υπεραμυνθεί βασικών δημοκρατικών αρχών.

Τρεις δεκαετίες μόνιμου πολέμου και οικονομικής σπέκουλας έχουν μεταμορφώσει τον καπιταλιστικό κόσμο στο τσιφλίκι μια παγκόσμιας ολιγαρχίας, προστατευμένο από κράτη-φρούρια, στα οποία οι επιταγές του ιμπεριαλιστικού πλιάτσικου απαιτούν την αυξανόμενη καταπίεση και λογοκρισία παγκοσμίως. Ο Ασάνζ και η Μάνινγκ, που αποκάλυψαν εγκλήματα πολέμου των ΗΠΑ και βοήθησαν στην έμπνευση της κοινωνικής αντίθεσης διεθνώς, είναι οι δοκιμαστικές περιπτώσεις για τις δικτατορικές μορφές εξουσίας που θα επιβληθούν σε εκατομμύρια.

Είναι ένας σοβαρός κίνδυνος για τα δικαιώματα όλων το γεγονός ότι το Βρετανικό σύστημα «δικαιοσύνης» τώρα κινείται στην κατεύθυνση της τοποθέτησης του Ασάνζ στα χέρια των ίδιων αξιωματούχων που επί μήνες συνωμότησαν για να εκτελέσουν τη δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί.

Η Διεθνής Σύμβαση Κοινωνικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο Βρετανικός Νόμος Εκδόσεων του 2003, αποκλείουν τη Βρετανική κυβέρνηση από το να εκδώσει οποιοδήποτε άτομο σε χώρα στην οποία η κυβέρνηση εκτελεί τους αντιπάλους της και δε δύναται να εγγυηθεί ότι το άτομο δε θα σκοτωθεί ή βασανιστεί.

Ο θάνατος του Σολεϊμανί υπογραμμίζει ότι οι ΗΠΑ είναι νομικά ανίκανες να παράσχουν τέτοια εγγύηση.

Η ψευδο-νομική διαδικασία δείχνει ότι αυτό που προσπαθούν να επιτύχουν οι κυβερνήσεις ΗΒ και ΗΠΑ είναι όχι μια έκδοση, αλλά μια έκτακτη παράδοση, που ορίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως κράτηση «εκτός του κανονικού συστήματος δικαιοσύνης» που, «λόγω της εκούσιας παράκαμψης της νόμιμης οδού, είναι ανάθεμα για την εξουσία του νόμου και τις αξίες που προστατεύονται από τη Συνθήκη [της Γενεύης]».

Αυτή η παρωδία δικαιοσύνης έχει αγνοηθεί από το πλήρες φάσμα της αριστερής πτέρυγας του ιμπεριαλιστικού πολιτικού κατεστημένου, συμπεριλαμβανόμενων του Τζέρεμι Κόρμπιν, της Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, του Μπέρνι Σάντερς, της Ιλχάν Ομάρ και όλων όσων σχετίζονται με το Εργατικό Κόμμα στο ΗΒ και τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές του Δημοκρατικού Κόμματος στις ΗΠΑ.

Η σιωπή τους δεν είναι παράλειψη, είναι ταξική θέση. Τα εύπορα ανώτερα-μεσαία ταξικά στρώματα εκ μέρους των οποίων μιλούν αυτοί οι πολιτικοί έχουν πετάξει τα αντιπολεμικά λάβαρα δεκαετιών στα σκουπίδια, και έχουν εγγραφεί ως μαζορέτες για τον Αμερικάνικο και Βρετανικό ιμπεριαλισμό. Πίσω από τις σοφιστείες τους περί του ότι «ανθρωπιστικές» ευαισθησίες δικαιολογούν τους πολέμους στη Λιβύη και τη Συρία, τα αληθινά κίνητρά τους κατοικοεδρεύουν στα φουσκωμένα χαρτοφυλάκια μετοχών τους, ενισχυμένα από το ιμπεριαλιστικό πλιάτσικο.

Υπάρχει μονάχα μία κοινωνική δύναμη ικανή να ηγηθεί της μάχης για την απελευθέρωση του Τζούλιαν Ασάνζ και της Τσέλσι Μάνινγκ, να υπεραμυνθεί των δημοκρατικών δικαιωμάτων και να σταματήσει την παγκόσμια πορεία προς τη δικτατορία και τον πόλεμο. Το τέλος του 2019 είδε την εργατική τάξη, με δύναμη δισεκατομμυρίων και πιο διεθνώς συνδεδεμένη από ποτέ, να κινείται προς την πάλη σε επίπεδα που δεν έχουμε δει εδώ και δεκαετίες. Είναι επείγουσα ευθύνη των σοσιαλιστών να προσδώσουν σε αυτό το κίνημα μια επαναστατική σοσιαλιστική οπτική για να μεταμορφωθεί ο κόσμος στη βάση της ισότητας, ελεύθερος από πολέμους και δικτατορία.