Καθώς η ανθρωπότητα αναμένει με αγωνία εάν οι ΗΠΑ θα κλιμακώσουν τις επιθέσεις τους εναντίον του Ιράν, υπάρχει ένας τομέας της λεγόμενης ήπιας ισχύος (soft power) των ΗΠΑ, o οποίος φέτος συμπληρώνει τέσσερις δεκαετίες συνεχούς «πολέμου» με την Τεχεράνη: η βιομηχανία του θεάματος

«Το Χόλιγουντ κήρυξε τον πόλεμο στο Ιράν» έγραφαν αρκετές ιρανικές εφημερίδες μετά την κυκλοφορία της ταινίας «300» (2006) για τη Μάχη των Θερμοπυλών. Στην πραγματικότητα ο συγκεκριμένος πόλεμος είχε ξεκινήσει ένα τέταρτο του αιώνα νωρίτερα, όταν η ισλαμική επανάσταση στέρησε από την Ουάσινγκτον έναν από τους βασικότερους πυλώνες της για τον έλεγχο της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Κομβικό ρόλο στην κυρίαρχη αφήγηση για τη «θυματοποίηση» των ΗΠΑ από το Ιράν παίζουν τα (ομολογουμένως συναρπαστικά για κάθε σεναριογράφο) γεγονότα της ομηρίας των Αμερικανών διπλωματών στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη από το 1979 έως το 1981. Αντίθετα, σχεδόν πάντα αποσιωπώνται οι εξίσου συναρπαστικές ιστορίες που προηγήθηκαν και ακολούθησαν της ομηρίας: το πραξικόπημα που οργάνωσε η CIA με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες για την επιστροφή του Σάχη το 1953 και ο βρόμικος ρόλος που έπαιξε η Ουάσινγκτον στον πόλεμο Ιράκ – Ιράν, στηρίζοντας τα εγκλήματα πολέμου που πραγματοποιούσε ο Σαντάμ Χουσεΐν.

Αμπάς Κιαροστάμι, Ιρανός σκηνοθέτης

«Την ημέρα που θα μας τελειώσει το πετρέλαιο θα είμαστε ελεύθεροι»

Οι ιστορίες «ομηρίας» Αμερικανών πολιτών από «αιμοδιψείς» Ιρανούς ξεκινούν ήδη από το 1981 με την τηλεοπτική σειρά «Escape from Iran: The Canadian Caper» και συνεχίζονται πέντε χρόνια αργότερα με τη σειρά μυθοπλασίας «On Wings of Eagles» με τον Μπαρτ Λάνκαστερ. Στην κορυφή βέβαια των ταινιών για τα γεγονότα στην αμερικανική πρεσβεία βρίσκεται το «Argo» (2012) με τον Μπεν Άφλεκ, το οποίο με εξαίρεση 15 δευτερόλεπτα ιστορικής διαύγειας στην αρχή της ταινίας αντιστρέφει πλήρως την πραγματικότητα. Ένα περιστατικό που οδήγησε σε διεθνή ταπείνωση τις ΗΠΑ, συνέβαλε στην εκλογική ήττα του προέδρου Κάρτερ και τελικά επιλύθηκε μόνο χάρη στην παρέμβαση του Καναδού πρέσβη, παρουσιάζεται σαν ακόμη ένας θρίαμβος της CIA.

Στις περισσότερες ταινίες του Χόλιγουντ η κριτική δεν περιορίζεται στην ιρανική ηγεσία αλλά διαχέεται στο σύνολο του ιρανικού λαού. Οι Ιρανοί πολίτες συνήθως εμφανίζονται με τη μορφή απειλητικού όχλου ή σαν οριενταλιστικές καρικατούρες, που εργάζονται σε κάποιο παζάρι και πάντα απειλούν τους Δυτικούς επισκέπτες όχι γι’ αυτά που έχουν κάνει αλλά γι’ αυτό που είναι: αλλόθρησκοι εκφραστές του «ελεύθερου κόσμου».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ταινία «Όχι χωρίς την κόρη μου» (1991), όπου η Αμερικανίδα σύζυγος ενός Ιρανού παγιδεύεται σε μια εφιαλτική ιρανική κοινωνία. Δεν αποτελεί φυσικά έκπληξη ότι η ταινία γυρίστηκε στο Ισραήλ, το οποίο έχει τη δική του κινηματογραφική και τηλεοπτική παράδοση στη διαστρέβλωση της ιρανικής πραγματικότητας.

Πολύ πιο πρόσφατα ο Τζούλιαν Ασάνζ είχε καταγγείλει ότι το αρχικό σενάριο της ταινίας «Ο άνθρωπος που πούλησε τον κόσμο» (Fifth Estate), για την ιστορία των WikiLeaks, αποτελούσε μια συγκαλυμμένη προσπάθεια ενίσχυσης όσων ζητούσαν έναν πόλεμο με το Ιράν, αφού παρουσίαζε Ιρανούς επιστήμονες να κατασκευάζουν πυρηνικά όπλα (μια ιστορία που παρεμπιπτόντως δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση των WikiLeaks).

Τα πλέον ακραία χαρακτηριστικά εξανδραποδισμού του ιρανικού λαού φυσικά προέρχονται από την ταινία «300», όπου οι Πέρσες παρουσιάζονται παραμορφωμένοι και με κτηνώδη χαρακτηριστικά. Αν και οι δημιουργοί της ταινίας δικαιολόγησαν αυτήν την επιλογή σημειώνοντας ότι στηρίχτηκαν στα κόμικς των Φρανκ Μίλερ και Λιν Βάρλεϊ, το γεγονός ότι κυκλοφόρησε καθώς ο Τζορτζ Μπους και ο Ντικ Τσένι χτυπούσαν τα τύμπανα του πολέμου εναντίον της Τεχεράνης προκάλεσε κύματα οργής στο εσωτερικό του Ιράν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη μεγάλη κινηματογραφική αναφορά στη Μάχη των Θερμοπυλών με την ταινία «300 Spartans» του 1962 (για την οποία το ελληνικό υπουργείο Άμυνας είχε διαθέσει ως κομπάρσους 1.100 φαντάρους για τα γυρίσματα στην Περαχώρα Κορινθίας) απέφευγε τις ακρότητες στην αναπαράσταση των Περσών. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η ταινία είχε χαρακτηριστεί ως μια ψυχροπολεμική αλληγορία για τις αρετές του «ελεύθερου κόσμου» απέναντι στη Σοβιετική Ένωση.

Οι σύγχρονοι «300» του Ζακ Σνάιντερ οδηγούν αυτήν την αφήγηση στα άκρα αναπαράγοντας όχι μόνο τις θεωρίες του Χάντινγκτον για τη σύγκρουση των πολιτισμών αλλά και τις θέσεις του τότε προέδρου Τζορτζ Μπους για την αντιπαράθεση ανάμεσα στον ενωμένο «ελεύθερο κόσμο» με τα δεσποτικά καθεστώτα. Ομολογουμένως, όπως υποστηρίζει και ο Γκάρι Λέουπ, καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Ταφτς της Μασαχουσέτης, γι’ αυτήν την «εθνικιστική υπεραπλούστευση» ευθύνεται και ο Ηρόδοτος, ο οποίος αποσιώπησε τα δουλοκτητικά χαρακτηριστικά των ελληνικών πόλεων-κρατών αλλά και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις, που οδήγησαν ορισμένες περιοχές να συμμαχήσουν με τους Πέρσες. Ακόμη και ο Ηρόδοτος όμως δεν προσπαθούσε να εξανδραποδίσει τους αντιπάλους του και κυρίως τον Ξέρξη, όπως θα το κάνει το Χόλιγουντ. «Μονάχα ο Ξέρξης», θα γράψει ο πατέρας της Ιστορίας, «είχε τέτοιο παράστημα και ομορφιά που να του δίνει το δικαίωμα να εξουσιάζει αυτή τη δύναμη τόσων εκατομμυρίων ανδρών».

Άρης Χατζηστεφάνου | Εφημερίδα των Συντακτών 11/01/2020