Τι σημαίνει η ένταξη της Ελλάδας στον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ-Σαουδικής Αραβίας – του Άρη Χατζηστεφάνου

Η δήλωση του υπουργού Άμυνας ότι η Ελλάδα ανήκει «στον ίδιο άξονα με τη Σαουδική Αραβία» αποτελεί τη δημόσια παραδοχή μιας πολιτικής που οικοδομείται στην Αθήνα από την πρώτη στιγμή της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Τώρα, με δεδομένες τις εκρηκτικές εξελίξεις που πυροδοτεί η κατάρρευση του μετώπου του ISIS στη Μέση Ανατολή, αυτή η σύμπραξη απειλεί να σύρει τη χώρα σε εξαιρετικά επικίνδυνα μονοπάτια τόσο για την εξωτερική όσο και την εσωτερική της ασφάλεια.

Τις τελευταίες δεκαετίες η Ουάσινγκτον αποτελούσε ταυτόχρονα σύμμαχο του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας – δυο χωρών που θεωρητικά τουλάχιστον βρίσκονταν σε ανειρήνευτη αντιπαράθεση από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 με τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ και τον πετρελαϊκό αποκλεισμό που αποφάσισε ο ΟΠΕΚ.

Όπως έχουμε εξηγήσει όμως πολλές φορές στο παρελθόν το Ριάντ και το Τελ Αβίβ αποφάσισαν εδώ και χρόνια να ενώσουν τις δυνάμεις τους απέναντι στον βασικό τους εχθρό, το Ιράν. Οι πρώτες επαφές ξεκίνησαν σε επίπεδο μυστικών υπηρεσιών και συνεχίστηκαν με υποσχέσεις εμπορικής συνεργασίας αλλά και την πρόθεση του Ριάντ να ανοίξει τον εναέριο χώρου του σε ισραηλινά μαχητικά για ασκήσεις (ακριβώς δηλαδή ότι έκανε και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ).

Η πρωτοφανής διπλωματική επίθεση του Ριάντ εναντίον του Κατάρ επιτάχυνε τον γάμο ευκαιρίας καθώς το Ισραήλ κατηγορούσε για χρόνια το εμιράτο ότι στηρίζει οικονομικά την οργάνωση Χαμάς.

Ο πραγματικός συνδετικός κρίκος, όμως, μεταξύ των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας ήταν η προσπάθειά τους να διεμβολίσουν το στρατηγικό τόξο που επιχειρούσε να στήσει η Τεχεράνη με τη Συρία και την οργάνωση Χεζμπολάχ του Λιβάνου. Για αυτό το λόγο και οι τρεις χώρες είτε ενίσχυσαν έμπρακτα ή ανέχτηκαν την γιγάντωση του Ισλαμικού Κράτους, το οποίο μάχονταν όλου τους συμμάχους της Τεχεράνης (την σιιτική κυβέρνηση του Ιράκ, το καθεστώς Ασαντ στη Συρία και την Χεζμπολάχ στο Λίβανο).

Ο ρόλος των ΗΠΑ, στην χρηματοδότηση, την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό εξτρεμιστών ισλαμιστών οι οποίοι συνενώθηκαν υπό την ομπρέλα του Ισλαμικού Κράτους, είναι γνωστός και πολύ καλά τεκμηριωμένος εδώ και χρόνια.

Η διαδικασία αυτή γινόταν με τη χρηματοδότηση της Σαουδικής Αραβίας (όπως ακριβώς δημιουργήθηκε δηλαδή και το κίνημα των Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του 80) και άλλων αραβικών καθεστώτων. Όπως είχαν αποκαλύψει οι Financial Times ο πρίγκηπας Σαούντ, της Σαουδικής Αραβίας είχε δηλώσει στον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, ότι «o ISIS είναι η (σουνιτική) απάντησή μας στην υποστήριξη που παρέχετε στο Dawa (σιιτικό κόμμα στο Ιράκ)».

Να θυμίσουμε για άλλη μια φορά ότι σε εμπιστευτικό μήνυμά της, που διέρρευσε στο Wikileaks, η Αμερικανίδα πρώην υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον ανέφερε ότι η Σαουδική Αραβία «προσφέρει μυστική οικονομική και επιμελητειακή υποστήριξη στον ISIS και σε άλλες εξτρεμιστικές ομάδες σουνιτών στην περιοχή».

To Ισραήλ, από την πλευρά του, εκτός από το να βομβαρδίζει τις συριακές δυνάμεις που μάχονταν τον ISIS, προσέφερε και απευθείας οικονομική βοήθεια, μαζί με καύσιμα και τρόφιμα, σε ισλαμιστές μαχητές στο εσωτερικό της Συρίας, όπως είχε αποκαλύψει η εφημερίδα Wall Street Journal.

Άλλωστε σειρά Ισραηλινών αξιωματούχων είχε αναφερθεί στη σημασία που έχουν οι δυνάμεις του ISIS για τα συμφέροντα του Ισραηλινού κράτους.  Το κορυφαίο ισραηλινό ίδρυμα ερευνών BESA, γνωστό στην Ελλάδα και από τις στενές σχέσεις που διατηρεί με το υπουργείο Άμυνας επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, χαρακτήριζε «στρατηγικό λάθος» το ενδεχόμενο διάλυσης του ISIS επισημαίνοντας ότι «η διατήρηση της παρουσίας του ISIS εξυπηρετεί στρατηγικούς στόχους (του Ισραήλ)».

Άλλοι αξιωματούχοι του στρατού εξηγούσαν σε απεσταλμένο  του Politico ότι το Ιράν αποτελεί μεγαλύτερη απειλή «σε σχέση με την παγκόσμια τζιχάντ», δηλαδή τον «ιερό πόλεμο» του Ισλαμικού Κράτους.

Οι τρεις «σωματοφύλακες» του ISIS όμως, οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, είδαν αυτό το τόσο πολύτιμο εργαλείο τους να χάνει μια μετά την άλλη τις μάχες.

Πρόσφατα, οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις, υποστηριζόμενες από σιιτικές δυνάμεις από το Ιράκ και το Λίβανο – που με τη σειρά τους στηρίζονται από το Ιράν – απομάκρυναν τους μαχητές του Ισλαμικού Κράτους από το τελευταίο τους προπύργιο στη Συρία – την πόλη Αλμπού Καμάλ στις όχθες του Ευφράτη.

Ο καθοριστικός ρόλος που έπαιξε και η Τεχεράνη σε αυτή την εξέλιξη έχει σημάνει συναγερμό στις ΗΠΑ, τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, που συνειδητοποιούν ότι το Ιράν δημιουργεί και πάλι μια γεωπολιτική «γέφυρα» για την προβολή της ισχύος του στο Λίβανο, τη Συρία και το Ιράκ.

Ο άξονας Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ – Ριάντ επιχειρεί να τινάξει αυτή τη γέφυρα στον αέρα με συντονισμένες κινήσεις που στοχεύουν στη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, αλλά και την πρόκληση αναταραχής στο Λίβανο. (ακούστε το σχετικό αφιέρωμα του INFO-WAR εδώ).

 

Η ήττα του ISIS οδηγεί δηλαδή σε κλιμάκωση της επιθετικότητας των τριών δυνάμεων, οι οποίες καλούνται πλέον να δράσουν  ανοιχτά για να εξασφαλίσουν τα πλεονεκτήματα που τους προσέφερε μέχρι σήμερα η δράση του ISIS.

Η συμμετοχή της κυβέρνησης Τσίπρα σε αυτόν τον «άξονα του κακού» απειλεί, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, να σύρει και τη χώρα μας στο επίκεντρο του νέου γεωπολιτικού τυφώνα.

Η στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ (με αποκορύφωμα την εκπαίδευση ισραηλινών πιλότων σε προσομοιώσεις επιθέσεων στο Ιράν), η σύσφιξη των σχέσεων με το Ριάντ και η ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, που συμφώνησε ο Τσίπρας με τον Τραμπ, φέρνουν την Ελλάδα στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης.

Έχοντας χάσει την – φαινομενική τουλάχιστον – ουδετερότητά της, στα μάτια του αραβικού κόσμου, η Ελλάδα μπαίνει σε μια μάχη από την οποία δεν έχει να κερδίσει τίποτα και έχει να χάσει πάρα πολλά. Τα νέα προσφυγικά ρεύματα που θα φτάσουν στην Ελλάδα αλλά και η εξάπλωση τρομοκρατικών πυρήνων στην Ευρώπη είναι οι προφανείς συνέπειες μια ενδεχόμενης ανάφλεξης για την οποία η ελληνική κυβέρνηση θα είναι ταυτόχρονα θύτης και θύμα.