Ταϊλάνδη διαδηλώσεις

Ταϊλάνδη: Η εξουσία οργιάζει, η νεολαία αντεπιτίθεται

Το 1932 αποτέλεσε τη χρονιά κατάλυσης της απόλυτης μοναρχίας στην Ταϊλάνδη, ανοίγοντας τον δύσβατο όπως θα αποδεικνυόταν δρόμο προς τη δημοκρατία. Από τότε η Ταϊλάνδη θα γνωρίσει την αλλαγή 18 Συνταγμάτων και την επιβολή 13 πραξικοπημάτων. Ως φόρος τιμής σε εκείνη τη χρονιά, στο κέντρο της Μπανγκόκ στέκει το Μνημείο της Δημοκρατίας, μια εντυπωσιακή σύνθεση αγαλμάτων με τη μορφή φτερών που κατέστη πολλές φορές τα τελευταία 50 χρόνια σημείο αναφοράς αιματηρών διαδηλώσεων και βίαιης καταστολής.

Οι φετινές διαδηλώσεις, ωστόσο, μοιάζουν κάπως διαφορετικές από τις προηγούμενες. Οι εξουσιαστές του κοινοβουλίου και της μοναρχίας δεν έχουν να αντιμετωπίσουν πια αντιπολιτευτικούς «ταραξίες» αλλά ένα αυθόρμητο, οριζόντιο και αδιαμεσολάβητο κίνημα μαθητών και φοιτητών που απαιτεί ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και καταρρίπτει αναχρονιστικές ιδέες βαθειά ριζωμένες στην ταϊλανδέζικη κοινωνία.

Χιλιάδες νέοι και νέες ξεχύνονται στους δρόμους βροντοφωνάζοντας τρία βασικά αιτήματα: τη διάλυση του υπάρχοντος κοινοβουλίου, τη συνταγματική μεταρρύθμιση και την παύση των διώξεων στους επικριτές του καθεστώτος και της μοναρχίας. Πρωθυπουργός είναι ο Prayut Chan-o-cha, πρώην αρχηγός του στρατού που το 2014 ηγήθηκε του πραξικοπήματος που κράτησε τη χώρα σε καθεστώς στρατιωτικής κυριαρχίας για πέντε χρόνια. Το 2019 αναγκάστηκε να κηρύξει εκλογές στις οποίες αναδείχθηκε νικητής — ωστόσο, σύμφωνα με την πλειοψηφία της κοινής γνώμης μόνο αδιάβλητες δεν ήταν. Ταυτόχρονα προσάρμοσε το υφιστάμενο Σύνταγμα ώστε να παραχωρεί δυσανάλογες εξουσίες στους γερουσιαστές που διορίζονται από το χουντικό καθεστώς καθιστώντας τις τροπολογίες πρακτικά αδύνατες και παραγκωνίζοντας το λοιπό κοινοβούλιο. Ο βασιλιάς από την άλλη έχει αποκηρύξει παντελώς τη συμβολική, σύμφωνα με το Σύνταγμα, θέση του και έχει εμπλακεί δυναμικά στην πολιτική ζωή της χώρας παίρνοντας τον άμεσο έλεγχο της περιουσίας του παλατιού και μονάδων του στρατού με την υποστήριξη πραξικοπηματιών και ισχυρών δισεκατομμυριούχων. Όποιος τολμά να επικρίνει τις ανωτέρω πρακτικές της μοναρχίας και τον θεσμό γενικότερα, απειλείται με φυλάκιση έως και 15 έτη ανά κατηγορία καθιστώντας τον νόμο έναν από τους σκληρότερους στον κόσμο.

Οι απαρχές αυτού του γενικότερου κλίματος δυσαρέσκειας εντοπίζονται ήδη από τον Φεβρουάριο. Αφορμή στάθηκε η «διάλυση» του προοδευτικού κόμματος Future Forward από το Συνταγματικό Δικαστήριο, στην προγραμματική ατζέντα του οποίου συμπεριλαμβάνονταν ο περιορισμός της εξουσίας του στρατού στην ταϊλανδέζικη πολιτική, η αποκέντρωση της γραφειοκρατίας και η βελτίωση της κοινωνικής και οικονομικής ισότητας. Λίγους μήνες μετά, η πανδημία της CoViD-19 οδήγησε την οικονομία της Ταϊλάνδης σε ελεύθερη πτώση οξύνοντας το ταξικό χάσμα και θέτοντας σε πρώτο πλάνο μια δυαδική πραγματικότητα, όπου από τη μια μεριά έστεκαν οι δισεκατομμυριούχοι της χώρας ενώ από την άλλη όλοι εκείνοι που ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Τον Ιούνιο ο ακτιβιστής Wanchalearm Satsaksit που βρισκόταν σε αυτοεξορία στην Καμπότζη εξαφανίστηκε μυστηριωδώς, γεγονός που εκκίνησε μια διαδικτυακή εκστρατεία στο Twitter για απαντήσεις από το καθεστώς, η οποία «έπεσε» τον Ιούλιο οπότε και αναζωπυρώθηκαν οι διαδηλώσεις.

Αυτό που εξελίσσεται αυτή τη στιγμή στην Ταϊλάνδη είναι η σύγκρουση δύο ασυμβίβαστων θεωριών κυριαρχίας. Η κλασσική και παγίως θεμελιωμένη ιδέα της μοναρχίας και της συσσώρευσης εξουσίας και κεφαλαίου προσαρμοσμένη στα σημερινά πρότυπα του απόλυτου καπιταλισμού και αυτή της κλασσικής δημοκρατίας με την ολοκληρωτική εξουσία στα χέρια του λαού ως ζήτημα του φυσικού δικαίου. Οι εκδηλώσεις αμφισβήτησης της μοναρχίας αποτελούσαν για αιώνες θέμα ταμπού, σε αντιπαραβολή με το σήμερα όπου η νέα γενιά επιχειρεί να ανατρέψει ένα απαρχαιωμένο εξουσιαστικό σύστημα το οποίο θα έλεγε κανείς ότι επεκτείνεται και στην τωρινή του «εκσυγχρονισμένη» εκδοχή, αυτή της καπιταλιστικής διακυβέρνησης. Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας των κινητοποιήσεων αποτυπώνεται και μέσα από την αντίδραση της κυβέρνησης-καθεστώτος με την επιβολή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης με σκοπό την περαιτέρω καταστολή, τη λογοκρισία, τη μιντιακή προπαγάνδα και την ενεργοποίηση παραστρατιωτικών και παρακρατικών ομάδων με τη συνεχή εμφάνιση περιστατικών απαγωγών και συκοφάντησης των διαδηλωτών.

Όποια κι αν είναι η έκβαση του συγκεκριμένου αγώνα το μόνο σίγουρο είναι ότι οι διαδηλωτές κατάφεραν να επιφέρουν ρωγμές στο εξουσιαστικό αφήγημα. Κι αυτό γιατί ζητήματα που παλαιότερα ο λαός τολμούσε να τα συζητήσει μόνο σε ιδιωτικά πηγαδάκια και σε κλειστούς κύκλους, τώρα τέθηκαν ανοιχτά και δημόσια καθιστώντας υπόλογο ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο.

Μετά το πραξικόπημα του 2014 μια μικρή ομάδα ανθρώπων, κυρίως μαθητές άρχισε να οργανώνεται γύρω από ζητήματα δημοκρατίας ξεφεύγοντας από την κομματική πολιτική που είχε δομήσει μεγάλο μέρος του αντιπολιτευτικού λόγου της χώρας. Είναι πιθανό τα αποκεντρωμένα κοινωνικά κινήματα να αδυνατούν να διατηρήσουν την ενότητα τους. Ίσως όμως η απαγκίστρωση από οποιαδήποτε πολιτική επιρροή και γραφειοκρατική οργάνωση να εκφράζει στην ουσία της την ριζοσπαστική αντίδραση που γεννάται από τη νεολαία: μια αντίδραση πηγαία, αληθινή, ακηδεμόνευτη και επικίνδυνη ακριβώς γιατί δεν μπαίνει σε καλούπια με αποτέλεσμα να ξεχειλίζει σαν χείμαρρος παρασύροντας τα μπάζα παρωχημένων αντιλήψεων. Και σε τελική ανάλυση πράγματι πολλές φορές τέτοια κινήματα μπορεί να μην επιλύουν τα πολιτικά προβλήματα, αλλά είναι πάντα εκεί για να στηλιτεύσουν κάθε τι που απειλεί τα κοινωνικά κεκτημένα και να εγείρουν ερωτήματα που όλοι μας θα κληθούμε εν τέλει να απαντήσουμε.

Δήμητρα Μπέη