Η νέα ταινία με ζωντανούς νεκρούς του Τζιμ Τζάρμους εισάγει ψήγματα κοινωνικής κριτικής σε ένα πολιτικά αδιάφορο κινηματογραφικό είδος της αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος. Στην πραγματικότητα όμως τα ζόμπι ήταν πάντοτε βαθύτατα πολιτικά.

Αμερικανοί πολιτικοί που θυσιάζουν τον πλανήτη στο όνομα του κέρδους, ένα καπέλο σαν αυτά που φορούσαν οι ψηφοφόροι του Ντόναλντ Τραμπ, τρεις χίπστερ και μερικά ζόμπι που κοιτούν υπνωτισμένα τα κινητά τους είναι τα σημαντικότερα πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα που κατάφερε να συμπεριλάβει ο Τζιμ Τζάρμους στη νέα του ταινία «Dead don’t lie», με την οποία άνοιξε το φετινό Φεστιβάλ των Κανών. «Αθλος», θα αναφωνήσουν οι περισσότεροι γνωρίζοντας ότι οι ταινίες με ζόμπι, που κυκλοφορούν κατά εκατοντάδες την τελευταία δεκαετία, είναι πολιτικά ανούσιες τσιχλόφουσκες για τα μάτια νεαρών θεατών.

Η ιστορία των ζόμπι όμως είναι βαθύτατα πολιτική.

Αν και οι μύθοι της επιστροφής των νεκρών εμφανίζονται ήδη από τα χρόνια της αρχαίας Μεσοποταμίας, τα ζόμπι, όπως τα φανταζόμαστε σήμερα, σχετίζονται πολύ περισσότερο με τους θρύλους της Αϊτής. Οι μαύροι σκλάβοι, που έφτασαν εκεί από τα βάθη της Αφρικής, μετέφεραν δεισιδαιμονίες οι οποίες άρχισαν να λαμβάνουν εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά με την επικράτηση της δουλείας.

Οπως εξηγούσε παλαιότερα η Αμερικανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Εϊμι Γουίλεντζ, οι οδηγοί των σκλάβων της Αϊτής χρησιμοποιούσαν τους μύθους των ζωντανών νεκρών για να αποτρέπουν τους κατοίκους του νησιού από την αυτοκτονία – τη μόνη διέξοδο που είχαν από τα δεινά που τους επέβαλαν οι λευκοί δουλέμποροι ήδη από τα χρόνια του Χριστόφορου Κολόμβου.

Τα ζόμπι της Αϊτής θα εισέλθουν στον αμερικανικό κινηματογράφο με την ταινία «White Zombie» με τον Μπέλα Λουγκόσι. Θα πρέπει να περιμένουν όμως μέχρι το 1968 ώστε ο Τζορτζ Ρομέρο να σκηνοθετήσει τη «Νύχτα των ζωντανών νεκρών», στην οποία αποκτούν την εμφάνιση και το χαρακτηριστικό αργό περπάτημα με το οποίο τα γνωρίζουμε μέχρι και σήμερα.

Καθώς η κυκλοφορία της ταινίας συμπίπτει με την κορύφωση του ριζοσπαστισμού της δεκαετίας του ’60, αρκετοί θα επιχειρήσουν να ερμηνεύσουν με πολιτικά και οικονομικά κριτήρια την «αποκάλυψη των ζόμπι». Μεταξύ άλλων οι ορδές των ζωντανών νεκρών παρουσιάζονται σαν μια κριτική στον αμερικανικό καταναλωτισμό. Παράλληλα ο μαύρος πρωταγωνιστής Ντουέιν Τζόουνς, ο οποίος μάχεται ηρωικά αλλά τελικά δολοφονείται από ομάδες λευκών ενόπλων, ταυτίζεται σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Χ.

Ισως η πιο ενδιαφέρουσα ανάλυση της ταινίας, όμως, παρουσιάζεται στο ντοκιμαντέρ «Nightmares in red, white and blue» («Εφιάλτες σε κόκκινο, λευκό και μπλε») όπου τα ζόμπι παρουσιάζονται σαν μια αλληγορία για την περίφημη «σιωπηρή πλειοψηφία» των ΗΠΑ – αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε νοικοκυραίους.

Αν και ο όρος χρησιμοποιούνταν από τους Αγγλοσάξονες τον 18ο και τον 19ο αιώνα για να περιγράψει τους νεκρούς (οι οποίοι αθροιστικά είναι περισσότεροι από τους ζωντανούς), έλαβε νέα ερμηνεία ύστερα από μια ομιλία του προέδρου Νίξον, ο οποίος αποκάλεσε «σιωπηρή πλειοψηφία» όσους δεν συμμετείχαν στο αντιπολεμικό κίνημα. Τα ζόμπι, λοιπόν, σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ ήταν οι άβουλοι Αμερικανοί πολίτες, που δεν καταδίκασαν ποτέ τον πόλεμο αλλά θα έφταναν σε σημεία κανιβαλισμού για να εξασφαλίσουν την αυτοσυντήρησή τους.

Εκτοτε εκατοντάδες κριτικοί κινηματογράφου και πανεπιστημιακοί επιχειρούν να ερμηνεύσουν τι εκπροσωπούν σε κάθε εποχή οι κινηματογραφικές ορδές των ζόμπι, ουσιαστικά δηλαδή πώς αντιλαμβάνεται κάθε κοινωνία τον κίνδυνο του ανεξέλεγκτου όχλου.

Από τη δεκαετία του ’70 και ύστερα, το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των συγκεκριμένων ταινιών ξεκινά με την αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να διαχειριστεί την κρίση και συνεχίζει με την προσπάθεια μεμονωμένων ατόμων να επιβιώσουν – αφήγηση που ταιριάζει απόλυτα με το φιλελεύθερο πνεύμα που επικράτησε από τη δεκαετία του ’80.

Εξαίρεση αποτέλεσε η απαράδεκτη (από όλες τις απόψεις) ταινία «World War Z» με τον Μπραντ Πιτ, όπου την τελική λύση στο πρόβλημα των ζόμπι επιχειρεί να δώσει ο αμερικανικός στρατός, σε συνεργασία με την ισραηλινή Μοσάντ και τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες.

Σε μια από τις πιο χυδαίες μορφές ισλαμοφοβίας στην παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου, ο σκηνοθέτης παρουσιάζει το Ισραήλ περικυκλωμένο από ζόμπι να προσπαθεί να επιβιώσει χτίζοντας ένα ψηλό τείχος και εναποθέτοντας τις ελπίδες ολόκληρης της ανθρωπότητας στους Ισραηλινούς στρατιώτες που πολυβολούν τους «εισβολείς». Περίπου δηλαδή ό,τι συμβαίνει κάθε Παρασκευή με τις εκτελέσεις Παλαιστινίων που επιχειρούν να επιστρέψουν στα κατεχόμενα εδάφη.

Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η τελευταία ταινία του Τζιμ Τζάρμους επαναφέρει μια πιο υγιή ματιά σχετικά με το τι αντιπροσωπεύουν τα ζόμπι – ίσως επειδή αποτελεί και ένα homage στη «Νύχτα των ζωντανών νεκρών» και το ριζοσπαστικό πνεύμα της εποχής της.

Δείχνοντας τα ζόμπι εξαρτημένα από τα κινητά τους τηλέφωνα να αναζητούν εναγωνίως σήμα wi-fi και να εισβάλλουν σε καταστήματα για να βρουν τα καταναλωτικά προϊόντα που αγόραζαν όταν ήταν ζωντανοί, ο Τζάρμους φαίνεται να επαναφέρει την ταύτιση των ζόμπι με την κουλτούρα της υπερκατανάλωσης.

Ισως πάλι η ταινία να μη σηκώνει και τόση πολιτική ανάλυση. Θα ήταν ίσως καλύτερο να αρκεστούμε στις λίγες απολαυστικές σκηνές, όπως αυτή με τον Ιγκι Ποπ σαν ζωντανό νεκρό να αναζητά εναγωνίως… λίγο καφέ.

 

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών – 1/6/2019