λογοκρισία Ακρίτα δημοσιογράφοι

Τα ανεξάρτητα ΜΜΕ στοχοποιούνται και στην Πολωνία

Στην Πολωνία για 30 χρόνια, το ραδιόφωνο ZET προσέφερε στο κοινό του ένα κράμα μουσικής, επικαιρότητας και περιστασιακού χιούμορ. Αλλά οι Πολωνοί που συντονίστηκαν στη συχνότητα του σταθμού στις 10 Φεβρουαρίου άκουσαν κάτι διαφορετικό. Αντί για το αναμενόμενο πρόγραμμα, ένα σύντομο μήνυμα, έπαιζε σε λούπα. Το μήνυμα ενημέρωνε τους ακροατές ότι η πολωνική κυβέρνηση ήθελε να «καταστρέψει τα ανεξάρτητα μέσα». 

«Διαμαρτυρόμαστε για να πειστείτε πώς θα μοιάζει η Πολωνία χωρίς ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης», έλεγε το μήνυμα. «Ζητάμε συγνώμη από εσάς, τους ακροατές και τους συνεργάτες μας, για την αλλαγή στο σημερινό πρόγραμμα. Αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή». 

Και το ραδιόφωνο ZET δεν ήταν το μόνο. Για 24 ώρες, πολλά από τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης της Πολωνίας ενώθηκαν ενάντια στο νομοσχέδιο επιβολής φόρου στα έσοδα από διαφημίσεις. Για αυτά κάτι τέτοιο αποτελεί σοβαρή – και στοχευμένη – απειλή για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Τηλεοπτικές εκπομπές «έριξαν μαύρο» προβάλλοντας το μήνυμα «Εδώ θα έπρεπε να είναι το αγαπημένο σας πρόγραμμα». Οι διαδικτυακές πύλες απέκλεισαν την πρόσβαση σε άρθρα. 43 ομάδες μέσων ενημέρωσης υπέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή χαρακτηρίζοντας το σχέδιο της κυβέρνησης «εκβιασμό». Προειδοποίησαν ότι η εισαγωγή του θα οδηγήσει στην «αποδυνάμωση, ή ακόμη και εκκαθάριση» ορισμένων πολωνικών ΜΜΕ. Ειδικά σε μια εποχή που οι προϋπολογισμοί έχουν ήδη τεμαχιστεί από την πανδημία του COVID-19. 

Το κυβερνών κόμμα Νόμου και Δικαιοσύνης της Πολωνίας (PiS) υποστήριξε ότι ο φόρος θα επιβληθεί για να βοηθήσει το σύστημα υγείας της χώρας να αναρρώσει από την πανδημία. Αρχικά απέρριψαν τις διαδηλώσεις ως υποκινούμενες με εγωιστικά κίνητρα από εταιρείες ΜΜΕ που πληρώνουν λίγους φόρους. Όμως, καθώς η κριτική για το νομοσχέδιο άρχισε να εξαπλώνεται, οι αξιωματούχοι άλλαξαν ρότα. Συγκεκριμένα δήλωσαν ότι τμήματα αυτού θα τροποποιηθούν. Ξεκαθάρισαν πως η εισφορά δεν θα στοχεύσει μικρούς, ντόπιους Πολωνούς «παίκτες», αλλά θα συγκρατήσει τους «διεθνείς γίγαντες». 

Λίγα στελέχη των μέσων ενημέρωσης, ωστόσο, πιστεύουν ότι η μάχη έχει τελειώσει. Πολλοί βλέπουν τον φόρο ως τον πιο πρόσφατο μέτρο στην ήδη υπάρχουσα πολιτική του PiS για περιορισμό της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται ο έλεγχος του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού και ο περιορισμός διαφημίσεων από κρατικούς φορείς σε ΜΜΕ που αντιτίθεται στην κυβερνητική γραμμή. Προς το παρόν, η Πολωνία διαθέτει μια ισχυρή ανεξάρτητη αγορά μέσων μαζικής ενημέρωσης. Οι τάσεις όμως είναι ανησυχητικές. Από τότε που το PiS ανέλαβε την εξουσία το 2015, η χώρα έχει πέσει από την 18η στην 62η θέση στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου.

Ορισμένοι Πολωνοί δημοσιογράφοι φοβούνται ότι η χώρα θα μπορούσε να καταλήξει σε παρόμοιο μονοπάτι με αυτό της Ουγγαρίας, όπου η κυβέρνηση του Βίκτορ Ορμπάν «πνίγει» πολλά από τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης της χώρας. 

Αντιπολίτευση από τις ΗΠΑ 

Από τότε που ανήλθε στην εξουσία, το PiS, ένα συντηρητικό-εθνικιστικό κόμμα με ισχυρούς δεσμούς με την Πολωνική Καθολική Εκκλησία, δεν έχει αποκρύψει το γεγονός ότι πιστεύει ότι τα ΜΜΕ της Πολωνίας χρειάζονται αναθεώρηση. Το κόμμα ισχυρίζεται εδώ και πολύ καιρό ότι ξένες ομάδες, όπως το Ελβετό-Γερμανικό Ringier Axel Springer ή το Discovery των ΗΠΑ, κατέχουν πάρα πολλά από τα πολυμέσα της Πολωνίας. Υποστηρίζουν ότι τα ανωτέρω είναι προκατειλημμένα έναντι των συντηρητικών. 

«Πρέπει να έχουμε τα δικά μας ΜΜΕ. Στη χώρα μας, τα μη πολωνικά μέσα ενημέρωσης θα πρέπει να αποτελούν εξαίρεση», δήλωσε ο αναπληρωτής πρωθυπουργός, σε συνέντευξή του στο wPolsce.pl τον περασμένο μήνα.

Κατά τα τελευταία πέντε χρόνια, το PiS και οι σύμμαχοί του έχουν συχνά τοποθετηθεί υπέρ της προοπτικής για θέσπιση νομοθεσίας για τον επανασχεδιασμό του τοπίου των ΜΜΕ, είτε επιβάλλοντας όρια στην ξένη ιδιοκτησία, είτε περιορίζοντας το μερίδιο αγοράς που μπορεί να ανήκει σε έναν μόνο όμιλο. Ωστόσο, εν μέσω διαφωνιών στο κυβερνών στρατόπεδο, δεν έχει ακόμη προταθεί νομοθεσία. 

Ένα πρόβλημα είναι ότι θα ήταν δύσκολο να συνδυαστεί μια τέτοια νομοθεσία με το δίκαιο της ΕΕ. Ένα άλλο είναι ότι οι ΗΠΑ έχουν ξεκαθαρίσει ότι θα αντιταχθούν σε κινήσεις που βλάπτουν ομάδες που ανήκουν στις ΗΠΑ. Αυτό συμπεριλαμβάνει και το Discovery’s TVN, τον μεγαλύτερο ανεξάρτητο από την κυβέρνηση ραδιοτηλεοπτικό φορέα της Πολωνίας. 

Ελλείψει νομοθεσίας, το PiS προέτρεψε τις κρατικές εταιρείες να αγοράσουν ξένα πολωνικά μέσα ενημέρωσης. Τον Δεκέμβριο, η PKN Orlen συμφώνησε να αγοράσει την Polska Press από το γερμανικό Verlagsgruppe Passau. Η κίνηση αυτή δίνει στο κρατικό διυλιστήριο πετρελαίου, το οποίο διευθύνεται από έναν στενό σύμμαχο του PiS, τον έλεγχο σε 20 από τις 24 περιφερειακές εφημερίδες της Πολωνίας και σε σχεδόν 120 τοπικές εβδομαδιαίες. 

«Κάνοντας πολιτική» 

Ο πρόεδρος της Πολωνίας και στενός σύμμαχος του PiS, λέει ότι η εξαγορά της Polska Press ήταν μια «επιχειρηματική συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με όλες τις νομικά απαιτούμενες διαδικασίες. Αυτός που αγοράζει είναι αυτός που μπορεί να το αντέξει οικονομικά. Είναι τόσο απλό».

Ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι η ταραχώδης ιστορία της Πολωνίας του 20ου αιώνα ευθύνεται για το ότι οι ιδιωτικοί πολωνικοί όμιλοι δεν είχαν χρόνο να δημιουργήσουν το κεφάλαιο για να ολοκληρώσουν τέτοιες συμφωνίες. 

«Όσο διαφωνούμε μεταξύ μας, και εμείς έχουμε επιρροή στα μέσα ενημέρωσης, και δεν παρεμβαίνει κανείς στις εσωτερικές μας διαφορές, τότε όλα είναι καλά», λέει. «Εάν αποδειχθεί ότι ορισμένες πολιτικές διαδικασίες συμβαίνουν μέσω των δραστηριοτήτων των ΜΜΕ που βρίσκονται στα χέρια ξένου κεφαλαίου, τότε υπάρχει πρόβλημα». 

Ένας λόγος που η εξαγορά του Polska Press προκαλεί ανησυχία στους δημοσιογράφους είναι η κατάσταση των κρατικών ΜΜΕ της Πολωνίας. Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, οι πολωνικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να ασκήσουν επιρροή στον κρατικό τηλεοπτικό οργανισμό TVP. Αλλά οι κριτικοί λένε ότι το PiS έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. 

«Δεν επιχειρήσω να εξιδανικεύσω το τοπίο των μέσων ενημέρωσης πριν από το 2015», λέει ο αναπληρωτής συντάκτης της Dziennik Gazeta Prawna. «Προηγουμένως θα μπορούσε κανείς να να υποστηρίξει ότι [κάποια κάλυψη στα κρατικά μέσα ενημέρωσης] ήταν μεροληπτική, ότι ορισμένες πληροφορίες ήταν πολύ υποκειμενικές. Αλλά τώρα, ο κύριος σκοπός τους δεν είναι να παράγουν νέα, αλλά να κάνουν πολιτική». 

Στις περσινές διαδηλώσεις υπέρ των αμβλώσεων μια δήλωση στο κρατικό κανάλι προκάλεσε αντιδράσεις. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι στα μεσαιωνικά χρόνια, οι γυναίκες σε ένα μέρος της Πολωνίας που προκαλούσαν δημόσια αναταραχή έπρεπε να περπατήσουν γύρω από την κύρια πλατεία της πόλης με μια πέτρα στο λαιμό τους. 

Λίγους μήνες νωρίτερα, ένα ακόμα σκάνδαλο ξέσπασε. Ένας κρατικός σταθμός μουσικής φέρεται να λογόκρινε ένα τραγούδι επικριτικό για τον Καζίνσκι, τον Πρόεδρο του κυβερνώντος κόμματος. 

Σε μια έκθεση, το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το τμήμα παρακολούθησης εκλογών του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, δήλωσε ότι το TVP «ενήργησε ως μέσο εκστρατείας για τον κατεστημένο φορέα και συχνά απεικόνιζε την αντιπολίτευση ως απειλή για τις πολωνικές αξίες και το εθνικό συμφέρον». Συνέχισε λέγοντας ότι «απέτυχε στο νομικό του καθήκον να παρέχει ισορροπημένη και αμερόληπτη κάλυψη». Ορισμένα ρεπορτάζ, πρόσθεσε, «ενδύθηκαν με ξενοφοβικούς και αντισημιτικούς χαρακτηρισμούς». 

Πιέσεις στα ανεξάρτητα μέσα 

Ο καθηγητής Τάντιουζ Κοβάλσκι, στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, δημοσίευσε μια έκθεση σχετική με το ζήτημα. Διαπίστωσε ότι η διαφήμιση κρατικών εταιρειών σε φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, είχε αυξηθεί από τότε που ήρθε το PiS στην εξουσία. Αντίθετα, ανεξάρτητα μέσα δεν έλαβαν καθόλου διαφημίσεις από κρατικές εταιρείες πέρυσι. Αυτό μοιάζει παράλογο αν σκεφτεί κανείς ότι έχουν μεγαλύτερη κυκλοφορία από τα αντίστοιχα φιλοκυβερνητικά. 

Το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου, που εδρεύει στη Βιέννη, ήταν σαφές. «Κρατικοί πόροι (…) συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ως όπλα για να λιμοκτονούν ορισμένα μέσα», έγραψε σε πρόσφατη έκθεση. «Από το 2015, τα κρατικά ιδρύματα και οι κρατικές και ελεγχόμενες εταιρείες που συντάσσονται με τους πιστούς του PiS έπαψαν να εγγράφονται ή να τοποθετούν διαφημίσεις σε ανεξάρτητα μέσα, διακόπτοντας μια σημαντική πηγή χρηματοδότησης σε μια πολιτική οικονομικού στραγγαλισμού. Αν και η πολιτικοποίηση της κρατικής διαφήμισης δεν είναι κάτι καινούργιο στην Πολωνία, έχει φτάσει σε νέα επίπεδα κάτω από το PiS». 

Πηγή: Financial Times