Συνέπεια και ασυνέπεια για την Ουκρανία – του Ζιλμπέρ Ασκάρ

Πηγή: elaliberta

Ας φανταστούμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στη Βενεζουέλα, όπως σκέφτονταν να κάνουν για λίγο καιρό υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, και ότι η Ρωσία αποφάσισε να προμηθεύσει την κυβέρνηση της Βενεζουέλας του Νικολάς Μαδούρο με όπλα για να τη βοηθήσει να πολεμήσει τους εισβολείς. Τα αμερικανικά στρατεύματα συναντούν σθεναρή αντίσταση στα barrios και την ύπαιθρο της Βενεζουέλας. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Καράκας ξεκίνησαν στην Κολομβία, ενώ η Ουάσινγκτον προσπαθεί να αναγκάσει την κυβέρνηση της Βενεζουέλας να συνθηκολογήσει με τις απαιτήσεις της.

Εκτός αν πιστεύει κανείς ότι η Ρωσία δεν είναι ιμπεριαλιστική χώρα -κάτι που σημαίνει ότι δεν ασπάζεται την υλιστική ανάλυση, αλλά εμμένει σε έναν πολιτικό ορισμό του ιμπεριαλισμού, σύμφωνα με τον οποίο μόνο οι “δυτικές χώρες” μπορούν να είναι ιμπεριαλιστικές-, η κατάσταση που περιγράφεται παραπάνω θα ήταν σαφώς μια κατάσταση δίκαιου πολέμου που διεξάγεται από τη Βενεζουέλα ενάντια σε μια αμερικανική ιμπεριαλιστική εισβολή, στο πλαίσιο μιας συνεχιζόμενης σύγκρουσης μεταξύ του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Ο δίκαιος πόλεμος της Βενεζουέλας θα ήταν επομένως ταυτόχρονα ένας “πόλεμος δι’ αντιπροσώπων” μεταξύ δύο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, με τον ίδιο τρόπο που οι περισσότερες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου -όπως ο πόλεμος της Κορέας ή ο πόλεμος του Βιετνάμ- ήταν πόλεμοι εθνικής απελευθέρωσης καθώς και “πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων” μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Ποια θα ήταν η σωστή θέση για τους διεθνιστές αντιιμπεριαλιστές; Αν δεν είστε απόλυτος ειρηνιστής που πιστεύει στο “να γυρίσουμε και το άλλο μάγουλο”, θα έπρεπε να υποστηρίξετε την παράδοση όπλων στην αντίσταση της Βενεζουέλας, ώστε να μπορέσει να υπερασπιστεί τον πληθυσμό της και να επιτύχει μια θέση από την οποία θα μπορούσε να αποφύγει τη συνθηκολόγηση και να μειώσει το τίμημα που πρέπει να πληρώσει στις διαπραγματεύσεις. Αν κάποιος έλεγε: “Υποστηρίζουμε την αντίσταση της Βενεζουέλας, αλλά αντιτιθέμεθα τόσο στις ρωσικές παραδόσεις όπλων στην κυβέρνηση Μαδούρο όσο και στην οικονομική πίεση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες”, αυτή η στάση θα θεωρούνταν δικαίως μη σοβαρή.

Διότι μια τέτοια θέση θα σήμαινε ότι διακηρύσσει την υποστήριξη προς τους Βενεζουελάνους, ενώ τους στερεί τα μέσα για να αντισταθούν και αντιτίθεται στην άσκηση οικονομικής πίεσης στον επιτιθέμενο. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτή θα ήταν μια εντελώς ασυνεπής θέση. Στη χειρότερη περίπτωση, μια υποκριτική θέση που συγκαλύπτει την αδιαφορία για την τύχη των Βενεζουελάνων – θεωρούνται πρόβατα που θυσιάζονται στο βωμό του αντι-ιμπεριαλισμού (του ρωσικού ιμπεριαλισμού στην προκειμένη περίπτωση)- κάτω από το πρόσχημα ότι τους εύχεται επιτυχία στη δίκαιη αντίστασή τους.

Οι αναγνώστες θα έχουν καταλάβει, φυσικά, ότι στην παραπάνω αλληγορία η Βενεζουέλα αντιπροσωπεύει την Ουκρανία και ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός τον αντίστοιχο ρωσικό. Αυτό μας φέρνει πίσω στη βασική διάκριση μεταξύ ενός άμεσου πολέμου μεταξύ ιμπεριαλιστικών χωρών, στον οποίο κάθε πλευρά προσπαθεί να αρπάξει ένα μέρος του κόσμου, όπως κλασσικότερα συνέβη στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και μιας εισβολής μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης σε μια μη ιμπεριαλιστική χώρα, όπου η τελευταία υποστηρίζεται από μια άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη που τη χρησιμοποιεί ως πληρεξούσιο στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό.

Στην πρώτη περίπτωση, ο διεθνισμός της εργατικής τάξης απαιτεί από τους εργάτες, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων με στολή (δηλαδή των στρατιωτών), να αντιταχθούν στον πόλεμο και από τις δύο πλευρές, αντιτιθέμενοι ο καθένας στον πόλεμο της δικής του κυβέρνησης, ακόμη και αν αυτό θα συνέβαλε στην ήττα της (αυτό είναι το νόημα του «επαναστατικού ντεφετισμού»). Στη δεύτερη περίπτωση, ο επεναστατικός ντεφετισμός απαιτείται μόνο από τους εργάτες και τους στρατιώτες που ανήκουν στην επιτιθέμενη ιμπεριαλιστική χώρα, και με πολύ πιο ενεργό τρόπο και όχι έμμεσα. Απαιτείται να σαμποτάρουν την πολεμική μηχανή της χώρας τους. Οι εργάτες του καταπιεσμένου έθνους, από την άλλη πλευρά, έχουν κάθε δικαίωμα και καθήκον να υπερασπιστούν τη χώρα και τις οικογένειές τους και πρέπει να υποστηριχθούν από τους διεθνιστές παγκοσμίως.

Η στάση που συνίσταται στην έκφραση λύπης για τους Ουκρανούς και στον ισχυρισμό ότι νοιάζονται για την τύχη τους υποστηρίζοντας τις διαπραγματεύσεις και την “ειρήνη” αφηρημένα (ποια ειρήνη;) θεωρείται δικαίως υποκριτική από τους Ουκρανούς σοσιαλιστές. Η κυβέρνηση της Ουκρανίας συμμετέχει ενεργά σε διαπραγματεύσεις με τη ρωσική πλευρά εδώ και εβδομάδες: αυτές οργανώνονται από τη χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, και διεξάγονται στο έδαφός της. Υποστηρίζονται πλήρως από τις περισσότερες κυβερνήσεις του ΝΑΤΟ, οι οποίες ανυπομονούν να δουν τον πόλεμο να τελειώνει προτού οι παγκόσμιες οικονομικές συνέπειές του γίνουν ανεπανόρθωτα καταστροφικές. Έτσι, σίγουρα δεν είναι σαν να αρνείται κάποια πλευρά να διαπραγματευτεί. Τώρα, δεν χρειάζεται μεγάλη εξειδίκευση στην ιστορία του πολέμου για να καταλάβει κανείς ότι οι διαπραγματεύσεις εξαρτώνται από την ισορροπία δυνάμεων που επιτυγχάνεται στο πεδίο της μάχης. Οι Κινέζοι και οι Βιετναμέζοι έχουν μια μακρά εμπειρία από αυτή την άποψη, η οποία συνοψίζεται στη διάσημη μαοϊκή ρήση: “Da Da Tan Tan” (Πολεμήστε, πολεμήστε, συζητήστε, συζητήστε).

Η υποστήριξη της θέσης της Ουκρανίας στις διαπραγματεύσεις για το δικό της εθνικό έδαφος προϋποθέτει την υποστήριξη της αντίστασής της και του δικαιώματός της να αποκτήσει τα όπλα που είναι απαραίτητα για την άμυνά της από όποια πηγή διαθέτει τέτοια όπλα και είναι πρόθυμη να τα παράσχει. Η άρνηση του δικαιώματος της Ουκρανίας να αποκτήσει τέτοια όπλα είναι ουσιαστικά μια πρόσκληση για συνθηκολόγηση. Απέναντι σε έναν συντριπτικά οπλισμένο και πιο βίαιο εισβολέα, αυτό είναι στην πραγματικότητα ντεφετισμός από τη λάθος πλευρά, που ισοδυναμεί ουσιαστικά με υποστήριξη του εισβολέα.