Με τις Ισραηλινές εκλογές να μην έχουν ξεκάθαρο νικητή, αμφότεροι ο εν ενεργεία πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο μόνος σοβαρός του αντίπαλος Μπένι Γκαντζ, θα προσπαθήσουν τώρα να σχηματίσουν έναν κυβερνητικό συνασπισμό.

Σε αντίθεση με τις εκλογές του Απριλίου, οπότε το δεξιό Λικούντ του Νετανιάχου και η κεντρώα συμμαχία «Μπλε και Λευκό» του Γκαντζ ήρθαν ισόπαλες, αυτή τη φορά ο Γκαντζ έχει δύο παραπάνω έδρες από τον Νετανιάχου, με την καταμέτρηση στο 97%.

Όποια κυβέρνηση και να σχηματιστεί, θα έχει εξουσία όχι μόνο πάνω στους Ισραηλινούς πολίτες με δικαίωμα ψήφου, αλλά και στους Παλαιστίνιους που ζουν υπό Ισραηλινή κατοχή στην ανατολική Ιερουσαλήμ, τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας από το 1967, και δεν έχουν αυτό το δικαίωμα.

Από την άλλη, οι εκλογές έχουν λίγη σημασία για τους Παλαιστίνιους που ζουν υπό κατοχή. Η ιδέα της απόσυρσης του Ισραηλινού στρατού από τις Παλαιστινιακές περιοχές και της αποδοχής ενός κυρίαρχου και βιώσιμου Παλαιστινιακού κράτους είναι ξένη για τον Γκαντζ όσο είναι και για τον Νετανιάχου.

Το κατά πόσο οι Ισραηλινές κυβερνήσεις στα τέλη του 20ου αιώνα σκεφτόντουσαν στα σοβαρά την πιθανότητα μιας λύσης δύο κρατών παραμένει υπό συζήτηση. Όμως, προς το παρόν στον 21ο αιώνα, το παιχνίδι που παίζουν το Ισραήλ και η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) δεν έχει να κάνει με τη διαπραγμάτευση για «ειρήνη», με τη μορφή των ανέφελων σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και ενός Παλαιστινιακού κράτους. Αλλά μάλλον με την προσποίηση της διαπραγμάτευσης — και την αποφυγή της ευθύνης για την προβλεπόμενη αποτυχία των συνομιλιών.

Σε αντίθεση με τον Γκαντζ, ο Νετανιάχου ανακοίνωσε πως θα προσαρτήσει μεγάλα κομμάτια της Δυτικής Όχθης, συμπεριλαμβανόμενων των Εβραϊκών εποικισμών και του μεγαλύτερου μέρους της Κοιλάδας του Ιορδάνη. Όμως, καθώς η Δυτική Όχθη είναι υπό την εξουσία και τον εποικισμό του Ισραήλ εδώ και μισό αιώνα, η προσάρτηση θα ήταν λίγο περισσότερο από συμβολική και δε θα άλλαζε θεμελιωδώς την κατάσταση στο έδαφος.

Τον Αύγουστο, ο Γκαντζ δεσμεύτηκε να «σφυροκοπήσει τη Γάζα» σε περίπτωση στρατιωτικών συγκρούσεων. Υπό τη δική του πρωθυπουργία, υπάρχει η πιθανότητα η εξουσία του Ισραήλ στην παράκτια λωρίδα να εφαρμοστεί ακόμα πιο καταπιεστικά από ό,τι μέχρι τώρα αυτή τη δεκαετία.

Ενωμένοι κατά του Ιράν

Σε σχέση με τις πολιτικές για την ευρύτερη περιοχή, ο Γκαντζ ακολουθεί τη γραμμή του Νετανιάχου υιοθετώντας σκληρή στάση ενάντια στο Ιράν. Τον Φεβρουάριο, αναφερόμενος στο Ιράν, ο Γκαντζ είπε: «Στη βάρδια μου, δε θα υπάρξει κανένας κατευνασμός».

Ο Γκαντζ έχει επίσης στηρίξει την πολιτική του Ισραήλ για τον περιορισμό του συμμάχου του Ιράν στον Λίβανο και τη Συρία, της Χεζμπολά. Από το 2013, το Ισραήλ έχει συχνά εξαπολύσει αεροπορικές επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών στόχων στη Συρία που στηρίζονται από το Ιράν, η δράση των οποίων είναι καίριας σημασίας για την επιβίωση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ.

Σε σχέση με την Αραβο-Ισραηλινή σύγκρουση, η λεγόμενη «συμφωνία του αιώνα» του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, που αναμένεται σύντομα, δε θα είναι παρά η συμβολική κηδεία μιας ιδέας – της λύσης δύο κρατών – που είναι κλινικά νεκρή εδώ και χρόνια. Πολύ πιο ενδιαφέρον είναι κατά πόσο το σχέδιο θα δώσει περαιτέρω ώθηση στην κανονικοποίηση των σχέσεων κομματιών του Αραβικού κόσμου με το Ισραήλ, και αν θα ενθαρρύνει την υπό κατασκευή αντι-Ιρανική συμμαχία του Ισραήλ με τη Σαουδική Αραβία.

Υπάρχουν πολλά ρίσκα προσωπικά για τον Νετανιάχου. Πιθανόν μόνο ένας νόμος που θα χάριζε στον Ισραηλινό πρωθυπουργό πλήρη ασυλία από διώξεις θα μπορούσε να σώσει τον Νετανιάχου από την απαγγελία κατηγοριών για διαφθορά, και ένας τέτοιος νόμος θα περάσει μονάχα αν ο ίδιος παραμείνει στην εξουσία.

Μένει να φανεί τις επόμενες ημέρες αν ο παραπαίων Νετανιάχου θα κερδίσει την – μάλλον – τελευταία μεγάλη πολιτική του μάχη και αν θα παραμείνει στην εξουσία ενάντια στις πιθανότητες — και τι ρόλο θα παίξει η εξωτερική πολιτική απέναντι στη Μέση Ανατολή στη στρατηγική του για το χτίσιμο συμμαχιών.

Πηγή: Martin Beck – The Conversation