Σε ένα νέο αμερικανικό τηλεπαιχνίδι για φοιτητές, ο νικητής μπορεί να κερδίσει ως έπαθλο τα χρήματα που οφείλει σε δάνεια για τις σπουδές του. Μια νέα ρωμαϊκή αρένα στήνεται για μια ολόκληρη γενιά που έχει υποθηκεύσει το μέλλον της στις τράπεζες πριν ακόμη πάρει πτυχίο

Eδώ και δεκαετίες συγγραφείς και δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν την ταινία του Σίντνεϊ Πόλακ «Σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν» σαν μια αλληγορική αναφορά στον εξευτελισμό στον οποίο υπόκεινται εργαζόμενοι και συνταξιούχοι για να κερδίσουν ένα πενιχρό εισόδημα. Στην ταινία, οι πρωταγωνιστές συμμετέχουν σε έναν διαγωνισμό χορού μέχρι θανάτου, στον οποίο νικητής αναδεικνύεται όποιος καταφέρει να παραμείνει όρθιος για περισσότερες ώρες. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτή η τελετή εξευτελισμού ξεκινά πριν ακόμη μπεις στην αγορά εργασίας;

Από την περασμένη εβδομάδα Αμερικανοί φοιτητές έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν σε ένα τηλεπαιχνίδι γνώσεων, οι διοργανωτές του οποίου υπόσχονται να πληρώσουν το υπέρογκο χρέος που έχουν συσσωρεύσει προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις σπουδές τους. Το παιχνίδι ξεκινά με τους τρεις παίκτες να αναφέρουν το όνομά τους μαζί με το ποσό που οφείλουν σε κάποια τράπεζα ή στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση: «χρωστάω 8.400 δολάρια», «χρωστάω 12.583 δολάρια», «χρωστάω 28.587 δολάρια».

Το κοινό βγάζει άναρθρες κραυγές τρόμου στο άκουσμα κάθε ποσού και στη συνέχεια παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τους παίκτες που συναγωνίζονται για το ποιος θα ξεκινήσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία χωρίς δεσμεύσεις και ποιοι θα υποθηκεύσουν την υπόλοιπη ζωή τους σε κάποιο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.

«Αυτό το τηλεπαιχνίδι δεν έπρεπε να υπάρχει» δήλωσε σε συνέντευξή του στο περιοδικό «The Atlantic» ο παρουσιαστής, Μάικλ Τόρπεϊ, ο οποίος έχει τη δική του προσωπική ιστορία να διηγηθεί για τα φοιτητικά χρέη. Γνωστός στο αμερικανικό κοινό από την τηλεσειρά «Orange is the New Black», o Τόρπεϊ αναγκαζόταν να κάνει για χρόνια διαφημίσεις εσωρούχων προκειμένου να βοηθήσει τη γυναίκα του να αποπληρώσει ένα φοιτητικό χρέος 40.000 δολαρίων.

Αλλοι δεν στάθηκαν τόσο «τυχεροί». Πριν από πέντε χρόνια οι «New York Times» παρουσίαζαν την περίπτωση του φοιτητή Στιβ Μπέντεφελντ, ο οποίος, προκειμένου να ξεχρεώσει τα φοιτητικά δάνεια, αναγκάστηκε να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό και να πολεμήσει στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ενώ όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, τρεφόταν με ό,τι μπορούσε να καλλιεργήσει και να κυνηγήσει σε δασικές εκτάσεις.

Το φοιτητικό χρέος (όπως γνωρίζει και κάθε πολίτης που έχει δει τη χώρα του να εκχωρεί την κυριαρχία της στους δανειστές) δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο υποτέλειας, από τον οποίο είναι συχνά αδύνατο να ξεφύγεις. Στις ΗΠΑ, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση μπορεί να αρχίσει να αφαιρεί χρήματα από το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα των φοιτητών, ενώ οι τράπεζες δεν τους δανείζουν πλέον ούτε σεντ, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορούν να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα ή γραφείο με το οποίο θα ξεχρέωναν τις οφειλές τους.

Το αποτέλεσμα είναι τα χρέη να αυξάνονται περαιτέρω, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και στα 150.000 δολάρια. Τα τελευταία χρόνια, τα φοιτητικά δάνεια στις ΗΠΑ έφτασαν το 1,4 τρισ. δολάρια, δημιουργώντας παράλληλα και μια νέα χρηματοπιστωτική φούσκα που θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα την αμερικανική οικονομία.

Αυτό που δεν μπορούν, όμως, να παρουσιάσουν τα αριθμητικά δεδομένα είναι ο βαθμός της πολιτικής και κοινωνικής υποταγής που συνοδεύει τα δυσθεώρητα χρέη των φοιτητών. Η ανάγκη αποπληρωμής καθορίζει κάθε επαγγελματική και κοινωνική απόφαση των φοιτητών, από το πώς θα συμπεριφέρονται στους μελλοντικούς εργοδότες τους μέχρι το αν θα συμμετάσχουν σε μια αντικυβερνητική διαδήλωση – όπου μια απλή προσαγωγή από την αστυνομία μπορεί να στιγματίσει το ποινικό τους μητρώο και να τους καταστήσει ανεπιθύμητους για μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Οι πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις των φοιτητικών χρεών, εξηγούσε το αμερικανικό περιοδικό «Jacobin», θα μπορούσαν να εξηγηθούν με αναφορές στο βιβλίο «Η γέννηση της βιοπολιτικής» του Φουκό: το σύστημα δημιουργεί υπηκόους, η ηθική συμπεριφορά αλλά και οι οικονομικές δραστηριότητες των οποίων είναι πανομοιότυπες με αυτήν ενός επιχειρηματία που αναλαμβάνει κάποιο ρίσκο στις επενδύσεις του.

Οπως εξηγούσε ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Τζέραλντ Ντέιβις, στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, ο οποίος στηρίζεται στις έννοιες της πίστωσης και του χρέους, η ίδια η εκπαίδευση παύει να αποτελεί κοινωνικό αγαθό και μετατρέπεται σε «ανθρώπινο κεφάλαιο», δηλαδή ένα ακόμη στοιχείο στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο του κάθε φοιτητή. Και τα φοιτητικά χρέη –το τίμημα για την απόκτηση εν δυνάμει κοινωνικής ανόδου– είναι η πλέον επισφαλής επένδυση σε αυτό το χαρτοφυλάκιο.

Είναι λοιπόν το τηλεπαιχνίδι «Paid Off» η σύγχρονη μεταφορά της ταινίας «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» – με τη διαφορά ότι η υποταγή (και ο εξευτελισμός) δεν έρχεται στο τέλος του επαγγελματικού βίου αλλά πριν από την έναρξή του ακόμη; Ο παρουσιαστής Μάικλ Τόρπεϊ υποστηρίζει ότι το παιχνίδι δημιουργήθηκε για να αναδείξει το πρόβλημα και στηρίζεται στα αιτήματα που είχε παρουσιάσει το κίνημα «Occupy» για τη διαγραφή των φοιτητικών χρεών. Στο δεύτερο επεισόδιο, μάλιστα, ο ίδιος κάλεσε τους παίκτες να υψώσουν το μεσαίο δάκτυλο προς το αμερικανικό Κογκρέσο.

Ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, όμως, το παιχνίδι αποτελεί τη μεταφορά της ρωμαϊκής αρένας στην τηλεόραση. Ενας αγώνας επιβίωσης μεταξύ σκλάβων.

 

INFO
Διαβάστε:
«Η γέννηση της βιοπολιτικής» (Εκδόσεις Πλέθρον)
Η σειρά μαθημάτων που έδωσε ο Μισέλ Φουκό στο Κολέγιο της Γαλλίας το 1979 ίσως μας βοηθήσει να καταλάβουμε το φοιτητικό χρέος στις ΗΠΑ το 2018.

Δείτε:
Paid off
Το τηλεπαιχνίδι που χαρακτηρίστηκε «δυστοπικό» από το πρώτο επεισόδιο. Τα διαφημιστικά του τρέιλερ είναι διαθέσιμα στο Youtube.

 

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών – 14/7/2018