Δύο σκίτσα του Μιχάλη Κουντούρη με αφορμή τις πρόσφατες επιθέσεις των ισραηλινών δυνάμεων εναντίον Παλαιστινίων στη «Μεγάλη Πορεία της Επιστροφής» προκάλεσαν την παρέμβαση της ισραηλινής πρεσβείας.

Το ένα σκίτσο, που δημοσιεύθηκε στις 10 Απριλίου, απεικονίζει έναν κρατούμενο που φέρει στο πέτο τη Λωρίδα της Γάζας στη θέση του κίτρινου αστεριού. Το δεύτερο σκίτσο, της 11ης Απριλίου, δείχνει έναν ελεύθερο σκοπευτή με ματωμένες παλάμες πάνω στο Τείχος των Δακρύων.

Με επιστολή της στην εφημερίδα, η πρέσβυς του Ισραήλ κ. Ιρίτ Μπεν-Αμπα κατηγόρησε το σκιτσογράφο για αντισημιτισμό.

Η Λέσχη Ελλήνων Γελοιογράφων σε ανακοίνωσή της καταδικάζει την παρέμβαση και τη στοχοποίηση του Μιχάλη Κουντούρη.

Ολόκληρη η ανακοίνωση της Λέσχης Ελλήνων Γελοιογράφων:

«Δύο γελοιογραφίες του Μιχάλη Κουντούρη στην Εφημερίδα των Συντακτών που στηλίτευαν το έγκλημα που διεξάγεται στη Λωρίδα της Γάζας, ήταν αρκετές για να ξεκινήσει μια εξοργιστική επιχείρηση στοχοποίησης και απαξίωσης του εκλεκτού συναδέλφου και της δουλειάς του.

Η επίθεση αυτή, δυστυχώς, δεν μας αιφνιδιάζει. Είναι η πολλοστή φορά που επιστρατεύεται η βαριά κατηγορία του αντισημιτισμού για να εξουδετερωθεί η άποψη ένας σκιτσογράφου που επιλέγει να καυτηριάσει την πολιτική του Ισραήλ απέναντι στην Παλαιστίνη και χρησιμοποιεί ως «πρώτη ύλη» την Ιστορία. Συστηματική είναι επίσης η προσπάθεια των επίδοξων λογοκριτών να προσπαθούν να δικαιολογήσουν ως μια «κακή ελληνική γελοιογραφική παράδοση» το γεγονός ότι βάλουν κατά σύστημα κατά κορυφαίων γελοιογράφων που η πορεία τους, οι ευαισθησίες και το ήθος τους είναι καταγεγραμμένα με χρυσά γράμματα στην Ιστορία του Τύπου, και γι’ αυτό έχουν επιβραβευθεί από την εμπιστοσύνη και την αγάπη των αναγνωστών.

Στην περίπτωση του Μιχάλη Κουντούρη αστοχούνε διπλά, γιατί πρόκειται για τον έλληνα γελοιογράφο με τις περισσότερες διεθνείς διακρίσεις. Προφανώς όλος ο πλανήτης αποτελεί μια «κακή ελληνική παράδοση».

Ως Λέσχη Ελλήνων Γελοιογράφων εκφράζουμε τη συμπαράσταση μας στον Μιχάλη Κουντούρη και διαβεβαιώνουμε πως τέτοιες επιθέσεις δεν θα μένουν αναπάντητες. Γνωρίζουμε πως ως κρίνοντες, κρινόμαστε. Το επιδιώκουμε άλλωστε. Ωστόσο είναι εντελώς διαφορετική η σκληρή, ακόμα και η κακοπροαίρετη κριτική από την συκοφαντία και την «δολοφονία χαρακτήρα». Πόσο μάλλον όταν στιγματιζόμαστε ως φορείς απόψεων τις οποίες πολεμάμε καθημερινά μέσα από τη δουλειά μας, όπως ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός και η μισαλλοδοξία.»