Από το θρυλικό Route 66 της γενιάς των Μπίτνικ στο Route 61 της τζαζ, των μπλούζ και της ροκ εν ρολ και από εκεί στη Νέα Υόρκη. Το Κ διέσχισε με αυτοκίνητο την προεκλογική Αμερική ταξιδεύοντας από τον Ειρηνικό προς τον Ατλαντικό Ωκεανό. Σταμάτησε στο Λος Άντζελες των λατίνων, στο Λας Βέγκας της οικονομικής ύφεσης, στη Νέα Ορλεάνη της φτώχειας, στο Μέμφις του ρατσισμού και στη Νέα Υόρκη της φιλελευθερης αντεπίθεσης. Πέντε πόλεις – πέντε καταστάσεις που θα κληθεί να διαχειριστεί ο επόμενος ένοικος του Λευκού Οίκου.

Ταξιδεύοντας παρατηρήσαμε μια χώρα που ξοδεύει περισσότερα από όσα παράγει, που πολεμά περισσότερους απ’ όσους την απειλούν, που σέβεται λιγότερους από όσους φιλοξενεί. Αντίκρισαμε όμως και μια χώρα που επιχειρεί να απαγκιστρωθεί από την οκταετία της διακυβερνησης Μπους.

Το Ταξίδι ξεκινά. Πρώτος σταθμός η Πόλη των Αγγέλων

Λος Άντζελες

Λίγο κρασί (Καλιφόρνιας), λίγο θάλασσα και το Χόλιγουντ. Καμία άλλη πόλη στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούσε να εκπροσωπεί καλύτερα το περίφημο Αμερικανικό όνειρο από ότι το Λος Άντζελες. Με την προυπόθεση φυσικα ότι δεν θα πέσεις σε απεργία των σεναριογράφων, ότι δεν θα αντιληφθείς τις υπόγειες κρατικές επιδοτήσεις προς του οινοπαραγωγούς, που αναιρούν τη ρητορική περί ελεύθερου εμπορίου, και ότι οι υπέρβαροι Αμερικανοί δεν θα έχουν αντικαταστήσει τους καλογυμνασμένους ναυαγωσώστες του Μπέιγουοτς. Το Αμερικανικό Όνειρο δεν μένει πια εδώ.

Ούτως η άλλως οι περισσότεροι από όσου έχουν ακόμη ανάγκη να ονειρεύονται βλέπουν τα όνειρά τους… στα ισπανικά. Η «μειονότητα» των λατίνων και των ισπανόφωνων, που αριθμεί 13 εκατομμύρια μέλη, αποτελεί πλέον την πλειοψηφία του πληθυσμού της Καλιφόρνιας – αναλογία που έχει να επιτευχθεί από την εποχή που ο Φελίπε Ντε Νέβε, ο Ισπανός κυβερνήτης της Λας Καλιφόρνιας, ιδρυσε την πόλη του Λος Άντζελες το 1781.

Σήμερα η πόλη ελέγχεται και πάλι από έναν λατίνο, τον δήμαρχο Αντόνιο Βιλαραϊγκόσα, που εξελέγη χάρη στην υποστήριξη των 4 εκατομμυρίων ισπανόφωνων της πόλης. Ο Βιλαραϊγκόσα βρέθηκε επικεφαλής της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης των ΗΠΑ αφού πρώτα θήτευσε σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα συνδικάτα της χώρας. Η εκλογή του το 2005 έδωσε στους Δημοκρατικούς μια πρώτη ανάσα ύστερα από τις συνεχείς πολιτικές ήττες που τους επεφύλλασε η ρεπουμπλικανική πλειοψηφεία του Τζορτζ Μπους.

Το πρόβλημα με την πόλη των Αγγέλων είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ το καλύτερο χονευτήρι μειονοτήτων. Η πόλη προσπαθεί μάταια να κρύψει μέσα της τις μνήμες από την εξέγερση των μαύρων το 1991 που κατεστάλη μόνο με την επέμβαση των ενόπλων δυνάμεων. Οι παλαιότεροι ίσως θυμούνται και τα επεισόδια του 1965 στη συνοικία Γουάτς– μια ακόμη σύγκρουση μάυρων πολιτών με λευκούς αστυνομικούς που μόνο ο Γκι Ντε Μπορ και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ είχαν τολμήσει να αναγνωρίσουν ως ταξική και όχι φυλετική.

Σήμερα η φυλετική ένταση εκδηλώνεται συχνότερα μεταξύ των ίδιων των μειονοτικών ομάδων. Οι συγκρούσεις συμμοριών είαι συχνότατο θέαμα για όσους τολμούν να πλησιάσουν τα γκέτο της μεγαλούπολης. Καθημερινές μάχες ανάμεσα σε μαυρους και λατίνους, τις δυο πληθυσμιακές ομάδες δηλαδή που μέσα στις επόμενες δεκαετίες αναμένεται να αποτελούν την πλειοψηφεία του Αμερικανικού πληθυσμού.

Δύσκολα μπορείς να διαισθανθείς αυτό το φυλετικό, ταξικό και κοινωνικό ηφαίστειο αν περιορίσεις τις βόλτες σου στο Kodak Theatre στη λεοφώρο του Χόλιγουντ η αν αναζητήσεις μόνο τους σέρφερς στις παραλίες της Καλιφόρνιας. Αυτό όμως φαίνεται να είναι και το βασικότερο πρόβλημα της σύγχρονης Αμερικής: κινείται σαν τουρίστας ανάμεσα στα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα των τελευταίων δεκαετιών. Υψώνει απλώς τείχη για να διακόψει την είσοδο μεταναστών από το Μεξικό. Οχυρώνει τους μαύρους και τους Λατίνους σε απάνθρωπα γκέτο ενώ χτίζει μικρές καστροπολιτείες για να προστατεύσει τα ανώτερα και ανώτατα εισοδηματικα στρώματα.

Το Λος Αντζελες με τις επαύλεια των αστέρων του Χόλιγουντ δεν αποτελεί εξαίρεση στο θλιβερό κανόνα. Ενδεχωμένος δείχνει το πρόβλημα στις πραγματικες του διαστάσεις. Δεν δείχνει όμως τη λύση.

Το νοικιασμένο αυτοκίνητο, που θα μας μεταφέρει στην άλλη άκρη των ΗΠΑ μας περιμένει. Φορτώνουμε και ξεκινάμε για την Sin City. Την πόλη της αμαρτίας.

Las Vegas

Ένας ανιαρός αυτοκινητόδρομος που διασχίζει την έρημο σε φέρνει από το Λος Άντζελες στο Λας Βέγκας. Από την Πόλη των Αγγέλων στην Πόλη της Αμαρτίας. Φτάνοντας βράδυ έχεις την αίσθηση ότι ακούς το βουητό από τα δισεκατομμύρια λαμπιόνια που φωτίζουν τη μέκα του τζόγου. Μια νύχτα τους αξίζει όσο τριάντα ημέρες μας. Στην κυριολεξία, αφού αυτή η πόλη καταναλώνει σε 24 ώρες την ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζεται η Ελλάδα για ένα μήνα.

Ένας επισκέπτης που θα γνώριζε τις ΗΠΑ μέσα από το Λας Βέγκας θα πίστευε ότι η αμερικανική οικονομία διέρχεται τις λαμπρότερες ημέρες μιας αυτοκρατορίας. Δεν είναι μόνο οι σουίτες των 3.000 τετραγωνικών μέτρων που ενοικιάζονται έναντι 40.000 δολαρίων τη βραδιά. Δεν είναι ούτε τα αμφιβόλου αισθητικής υπερθεάματα, (το τεχνητό ηφαίστειο, ή η προσομείωση ναυμαχίας με πειρατές). Είναι, περισσότερο μια διάχυτη αίσθηση πως μόνο μια οικονομία με τρομακτικό πλεόνασμα ενεργητικότητας θα μπορούσε να σπαταλά με τέτοιους ρυθμούς.

Το πρόβλημα είναι ότι την ίδια ακριβώς εντύπωση θα σχημάτιζε και ο επισκέπτης που θα έφτανε στο Λας Βέγκας το 1931, όταν η πόλη γνώρισε την πρώτη μεγάλη άνθηση. Μόνο που τότε η Αμερική ήταν βυθισμένη στη Μεγάλη Ύφεση. Ένοιωθε, ακόμη, νωπές τις πληγές της οικονομικής κρίσης που εκδηλώθηκε στην Γουόλ Στριτ το 1929.

Εδώ, άλλωστε, βρίσκεται και η πραγματική μαγεία του Λας Βέγκας. Η πόλη της αμαρτίας ανθεί όταν η αμερικανική οικονομία βρίσκεται σε επιβράδυνση ή ύφεση. Όταν μια απελπισμένη κοινωνία αναζητά διεξόδους στο ποτό, το τζόγο και τα φαραωνικά υπερθεάματα.

Το Λας Βέγκας, όμως αντιπροσωπεύει και μια ακόμη αντίφαση της αμερικανικής οικονομίας. Πίσω από την αστραφτερή βιτρίνα οι ΗΠΑ κρύβουν ένα δυσθεώρητο εμπορικό χρέος – μεγάλο μέρος του οποίο έχει «αγοραστεί» από ανταγωνιστές όπως η Κίνα και η Ιαπωνία.

Η εικόνα όμως δεν είναι καλύτερη και για το «βασιλιά δολάριο». Η συνεχής πτώση έναντι του ευρώ είναι μια απειλή. Ακόμη μεγαλύτερος όμως θα είναι ο κίνδυνος, προειδοποιούν αρκετοί οικονομολόγοι εάν το αμερικανικό νόμισμα πάψει να αποτελεί μέσο συναλλαγών στην αγορά πετρελαίου και αντικατασταθεί από το ευρώ ή από ένα «καλάθι νομισμάτων». Τότε εκτός από το βασιλειά δολάριο θα αποκαλυφθεί και η γύμνα μιας βασίλισσας της ίδιας της αμερικανικής οικονομίας.

«Ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί άνθρωποι δεν συμφωνούσαν ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Μπούς είναι τόσο λανθασμένη» είχε πεί κάποτε στο «Κ» ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ. Ο ίδιος παρουσίασε προ ημερών και μια ακόμη αιτία που κατά τη γνώμη του οξύνει την κρίση. Το κόστος του πολέμου στο Ιράκ, έχει ξεπεράσει πλέον τα τρία τρισεκατομμύρια δολάρια και οι Αμερικανοί φορολογούμενοι εξακολουθούν να πληρώνουν 25 δισεκατομμύρια δολάρια το μήνα για τις επιχειρήσεις στη Μεσοποταμία.

Η οικονομική ύφεση δεν θα μπορούσε φυσικά να περάσει απαρατήρητη από την εκλογική μάχη. Οι ρεπουμπλικάνοι θυμούνται ακόμη ότι ο πατήρ Μπούς κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο αλλά έχασε τις εκλογική μάχη από τον Μπιλ Κλίντον ο οποίος πρόταξε τα οικονομικά ζητήματα με το σλόγκαν It’s the economy stupid – Είναι η οικονομία ανόητε. Και οι Δημοκρατικοι επιχειρούν, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να υποσχεθούν κάτι καλύτερο για τον Μεγάλο Ασθενή της παγκόσμιας οικονομίας.

Και το Λας Βέγκας είναι ίσως η μοναδική πόλη στις ΗΠΑ σφυρίζει αδιάφορα. Την επόμενη πεντατετία θα επενδυθούν 40 δισεκατομμύρια δολάρια στην ανάπτυξη ξενοδοχειακων μονάδων και καζίνο. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση.

Νέα Ορλεάνη

Χρειάστηκαν δεκαετίες για να οικοδομήσει η Νέα Ορλεάνη το προφίλ της μποέμικης μητρόπολης της τζάζ. Χρειάζεσαι όμως μόνο μερικά λεπτά στην κεντρική λεοφώρο της περίφημης Γαλλικής Συνοικίας για να αποδομήσεις το μύθο. Αν εξαιρέσεις την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και μερικές τζαζ γωνιές, οι οποίες λειτουργούν πλέον εν είδη μουσείου, η νυχτερινή διασκέδαση θυμίζει επικυνδυνα το Φαλιράκι της Ρόδου.

Παχύσαρκοι, μεθυσμένοι τουρίστες περιφέρουν τη μιζέρια τους προσποιούμενοι ότι ζουν κάτι από το θρύλο του παρελθόντος. Μόνο που, όπως θα τους έλεγε και ο BB.King, «The thrill is gone, baby».

Εάν τα κεντρικά σοκάκια απομυθοποιούν τη τζαζ προσωπικότητα της πόλης, τα προάστεια γκρεμίζουν την πρόσοψη ολόκληρου του αμερικανικού ονείρου, όπως είχε σημειώσει κάποτε ο αιδεσιμότατος Τζέσε Τζάκσον. Τριά χρόνια μετά το πέρασμα του τυφώνα Κατρίνα οι συνοικίες των χαμηλότερων οικονομικά στρωμάτων θυμίζουν βομβαρδισμένη πόλη. Μερικές σημαίες κυμματίζουν ακόμη σκισμένες. Όπως τις άφησε ο τυφώνας.

Οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ πριν από την καταστροφή συμπεριλαμβάνονταν στην κατηγορία των λεγόμενων «σχεδών φτωχών». Πρόκειται για πενήντα εκατομμύρια Αμερικανούς που ζούν μια ανάσα πάνω από το όριο της φτώχειας. Έχουν ακριβώς τόσα χρήματα όσα απαιτούνται για να μην δικαιούνται τα δωρεάν συσίτια και την ιατρική περίθαλψη που προσφέρει το κράτος στους αληθινούς φτωχούς. Στις υπόλοιπες πολιτείες των ΗΠΑ οι σχεδόν φτωχοί επιβιώνουν συνήθως φορτώνοντας τις πιστωτικές τους κάρτες. Ουσιαστικά μεταθέτουν για διάστημα λίγων χρόνων την πτώση κάτω από το όριο της φτώχειας. Η φούσκα στην αγορά ακινήτων (το πικρό κληροδότημα που άφησε στην αμερικανική οικονομία ο πρώην πρόεδρος της FED Άλαν Γκρίνσπαν) τους έδινε μέχρι πρόσφατα μια ακόμη σανίδα σωτηρίας. Η ιδιοκτησία ακινήτων λειτουργούσε σαν μια μηχανή που κόβει χρήματα. Όταν όμως οι τιμές άρχισαν να κατρακυλούν, τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα ένιωσαν πρώτα τους κραδασμούς.

Οι σχεδόν φτωχοί της Νέας Ορλεάνης, όμως, δεν είχαν ούτε καν αυτές τις ευκαιρείες να καθυστερήσουν το πέρασμά τους στο χαμηλότερο σκαλοπάτι. Ο Τυφώνας τους έριξε εν μια νυκτί κάτω από το όριο της φτώχειας. Πλέον, συμπεριλαμβάνονται στην μεγάλη οικογένεια των 37 εκατομμυρίων φτωχών. Χιλιάδες άτομα μετανάστευσαν σε γειτονικές πόλεις, όπως έκαναν πριν από επτά δεκαετίες οι ήρωες του Τζον Στάινμπεγκ στα «Σταφύλια της Οργής». Τους βλέπεις ακόμη και σήμερα στο Μέμφις ή το Νάσβιλ να ζητούν ελευμοσύνη, να κοιμούνται κάτω από γέφυρες και να σχηματίζουν ουρά για το συσσίτιο.

Σε αντίθεση όμως με την εποχή του Στάινμπεγκ, όταν το κράτος παρεναίβει με την πολιτική του New Deal για να βοηθήσει τους άπορους, για τους φτωχούς της Νέας Ορλεάνης η κρατική βοήθεια δεν ήρθε ποτέ. Ακόμη και οι στρατιώτες που έφτασαν στην πόλη, με εντολή να να πυροβολούν όσους έκλεβαν φαγητό από τα σούπερ μάρκετ, ήταν ιδιωτικοί υπάλληλοι της εταιρείας μισθοφώρων Blackwater. Η πόλη γνώρισε ένα σοκ ιδιωτικοποιήσεων που επηρέασε το σύστημα υγείας και την εκπαίδευση αφήνωντας τους εναπομείναντες «σχεδόν φτωχούς» σε ακόμη χειρότερη κατάσταση.

Η πόλη της Τζαζ τραγουδά και πάλι τα μπλουζ.

Μέμφις

«Σήμερα το βράδυ θέλω να παίξεις το Take My Hand Precious Lord. Και να το παίξεις όσο καλύτερα μπορείς. Ακούς;». Έχουν περάσει ακριβώς τέσσερις δεκαετίες από εκείνο το απόγευμα της 4ης Απριλίου του 1968 όταν ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έλεγε τις τελευταίες αυτές λέξεις. Μιλούσε στον μουσικό Μπεν Μπράντς που είχε τρέξει να δεί τι συμβαίνει όταν άκουσε ένα πυροβολισμό. Βρήκε τον μαύρο ηγέτη σωριασμένο στο πάτωμα, του δωματίου 306 στο Μοτέλ Lorraine του Μέμφις. Μια σφαίρα είχε διαπεράσει τη σπονδυλική του στήλη και είχε σφηνωθεί στο δεξί ώμο. Πέθανε λίγα λεπτά αργότερα.

Σήμερα το Take My Hand Precious Lord, ένα κλασικό γκόσπελ ύμνο του 1932, παίζεται σπάνια σε πρωινές λειτουργίες μαύρων στο Μέμφις. Ίσως το ακούσεις και σε κάποια άνευρη διασκευή στο γειτονικό Γκρέισλαντ – το κιτς μαυσωλείο του Έλβις Πρίσλεϊ.

Η πόλη των μπλούζ, της φολκ αλλά και του ροκ εν ρολ, έχει αλλάξει από τις ημέρες του 1968. Μερικά πράγματα όμως παραμένουν τα ίδια. Όπως τα ανεκπλήρωτα όνειρα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ από την περίφημη ομιλία του I Have a Dream. Μπορείς να τον ακούσεις να τα απαριθμεί στο Lorraine Motel, που σήμερα λειτουργεί σαν μουσείο…

«Έχω ένα όνειρο, ότι τα τέσσερα μικρά παιδιά μου μια μέρα θα ζούν σε ένα έθνος όπου δεν θα κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους αλλά από την προσωπικότητά τους». Τέσσερις δεκαετίες αργότερα οι μαύροι της Αμερικής όχι μόνο δεν ζουν όπως οι Λευκοί αλλά ζουν και ελαφρώς… λιγότερο. Έρευνεα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην Washington Post αποδυκνείει ότι το προσδόκιμο ζωής των μαύρων στα αστικά κέντρα έχει πέσει στα 66,7 χρόνια -όσο δηλαδή και στη Δυτική Αφρική. Τα παιδιά του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα ακόμη και για να γεννηθούν. Η παιδική θνησιμότητα των μαύρων είναι μεγαλύτερη κατά 15% σε σχέση με τους λευκούς ενώ οι μαύρες μητέρες έχουν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν στη γέννα. Επίσης από τα τεσσερα παιδιά του μαύρου ηγέτη, το ένα δεν θα πήγαινε καν στο σχολείο.

«Έχω ένα όνειρο» συνεχίζει η ηχογραφημένη φωνή «ότι μια ημέρα, στους κόκκινους λόφους της Τζόρτζια, οι γιοί των πρώην σκλάβων και οι γιοι των ιδιωκτητών τους θα μπορούν να καθήσουν μαζί στο τραπέζι της αδελφοσύνης». Το να καθήσουν βέβαια στο ίδιο τραπέζι είναι μάλλον δύσκολο δεδομένου ότι η πλειονότητα των μαύρων ζεί στα σύγχρονα γκέτο των μεγαλουπόλεων. Εξάλλου αρκετοί «έγχρωμοι» θα απουσίαζαν αναγκαστικά από το τραπέζι γιατί θα βρίσκονταν στη φυλακή. Σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύτηκε στα τέλη Φεβρουαρίου ένας στους εννέα μαύρους, ηλικίας 20 έως 34 ετών, βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα. Ακόμη μεγαλύτερο έιναι το ποσοστό αυτών που τελούν υπό αστυνομική επιτήρηση γεγονός που, σημαίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα έχουν χάσει και τα εκλογικά τους δικαιώματα. Μια όχι και τόσο ευχάριστη είδηση για μια χώρα που εδώ και μήνες υπερηφανευόταν ότι είναι σε θέση να εκλέξει ένα μαύρο πρόεδρο.

Ο μαύρος φύλακας στο μουσείο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έχει να σου διηγηθεί αρκετές ακόμη ιστορίες για το χθές και το σήμερα των «έγχρωμων» ανθρώπων στις ΗΠΑ. Αν τον ρωτήσεις τι απέγιναν τα μέλη της Κού Κλούξ Κλαν που κάποτε εκπροσωπούσαν το ρατσιστικό πρόσωπό της Αμερικής θα σε κοιτάξει για λίγο στα μάτια και θα σου πεί. «Είναι ακόμη εδώ, μικρέ. Απλώς δεν τους βλέπεις γιατί φοράνε γραβάτες αντί για κουκούλες».

Νέα Υόρκη

Η επιστροφή του ορθού λόγου

To Μεγάλο Μήλο – όπως συνήθιζαν να αποκαλούν την πόλη τους οι παροικούντες τη Νέα Υόρκη – θα μπορούσε να έχει δικά της σύνορα και να ζητά βίζα από τους Αμερικανούς που θέλουν να εισέλθουν. Απλώς είναι άλλη χώρα. Ίσως μάλιστα και να έχει τελικά σύνορα χωρίς κανένας να το έχει καταλάβει. Πως αλλιώς να εξηγήσεις ότι καθώς οδηγείς προς το Μανχάταν εξαφανίζονται τα αυοκίνητα που σε προσπερνούσαν με κολλημένα αυτοκόλλητα για το Θεό, τον Τζορτζ Μπούς και τα ανδραγαθήματα του Πνταγώνου. «Είμαι περήφανη/ός που ο άντρας μου / πατέρας μου / γιός μου πολεμούν στο Ιράκ» έγραφαν τα αυτοκόλητα στα αυτοκίνητα που σταματούσαν δίπλα μας στο Τέξας. Στη Νέα Υόρκη τα συνθήματα αλλάζουν: «Υπάρχουν τόσοι πολλοί χριστιανοί φονταμενταλιστές και εμείς έχουμε τόσο λίγα λιοντάρια» διαβάζεις σε ένα T-shirt. «Buck Fush» βλέπεις σε μια κονκάρδα σε εναν προφανή αναγραμματισμό.

Η επίθεση φιλελευθερισμού και ανεκτικότητας συνεχίζεται και στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Πριν από μερικούς μήνες φιγουράριζε το «Η περί θεού αυταπάτη» του άθεου ερευνητή Ρίτσαρντ Ντόκινς. Στη συνέχεια ήρθε ο Αμερικανός πρώην πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ να παρομοιάσει το κράτος του Ισραήλ με το Απαρτχάιντ. Μαζί του και η γνωστή συγγραφέας Ναόμι Κλέιν συνέκρινε μέσα από το τελευταίο της βιβλίο την επιβολή του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού με τα βασανιστήρια που πραγματοποιεί η CIA.

Αφήνουμε τα βιβλιοπωλεία και περπατάμε προς την Time Square. Σε μια από τις γιγαντοοθόνες προβάλλεται το δελτίο ειδήσεων του δικτύου MSNBC με τον Κιθ Όλμπερμαν. Τον ακούς να αναρωτιέται φωναχτά αν τελικά ο Αμερικανός πρόεδρος «είναι απλως ψεύτης ή και διανοητικά καθυστερημένος». Τα σχόλιά του θα χαρακτηρίζονταν χυδαίος, αριστερίστικος, αντιαμερικανισμός στην Ευρώπη. Ακούγονται όμως απόλυτα φυσιολογικά στην καρδιά της Νέας Υόρκης. Και αν ο δρόμος σου σε βγάλει προς την κινέζικη συνοικία δεν αποκλείεται να δείς τον Νόαμ Τσόμσκι, τον αναλυτή Πολ Κρούγκμαν ή τον Μάικλ Μούρ να μπαίνουν στο στούντιο του ανεξάρτητου δικτύου ενημέρωσης Democracy Now για να δώσουν μια συνέντευξη στη δημοσιογράφο Άμι Γκούντμαν.

«Μην γελιέστε δεν είναι αυτό το πραγματικό πρόσωπο της Αμερικής» έσπευσε να μας εξηγήσει η ίδια όταν περάσαμε και εμείς την πόρτα του γραφείου της. Και αμέσως μετά συμπλήρωσε: «ορισμένες λαμπρές εξαιρέσεις δεν μπορούν να αλλάξουν την ηχό από τα τύμπανα του πολέμου που χτυπούν τα ισχυρά μέσα ενημέρωσης».

Παρόλα αυτά οι φιλελευθεροι άνεμοι που φυσούν κατά καιρούς στη Νέα Υόρκη βρίσκουν μερικές φορές το δρόμο τους προς τις κεντρικές πολιτείες. Μια νέα γενιά ακαδημαϊκών τολμά να συζητήσει κοινωνικά και πολιτικά θέματα που αποτελούσαν ταμπού στις προεδρικές εκλογές του 2004. Κάποιοι πιάστηκαν από την αθεϊα για να αμφισβητήσουν το οικοδόμημα της χριστιανικής δεξιάς. Άλλοι μίλησαν για το ρόλο του ισραηλινού λόμπι στην εξωτερική πολιτική, προσβάλλοντας τα ιερά και τα όσια της αμερικανικής διπλωματίας. Ορισμένοι τόλμησαν να μιλήσουν ακόμη και για την ανάγκη ανασύστασης κάποιας μορφής κράτους πρόνοιας που θα ασχοληθεί με τα σχεδόν 90 εκατομμύρια φτωχών και «σχεδόν φτωχών». Οι φωνές αυτές βέβαια χάθηκαν, όπως έλεγε και η Γκούντμαν από τα τύμπανα του πολέμου. Ακόμη και η Χίλαρι Κλίντον, όταν μίλησε δειλά, για την ανάγκη ενίσχυσης του συστήματος υγείας έλαβε από ορισμένους τον χαρακτηρισισμό της «Κόκκινης» υποψηφίου. Hilary – USSA έγραψαν ορισμένοι blogers παραπέμποντας στα αρχικά της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Παρόλα αυτά η Αμερική της Νέας Υόρκης εξακολουθεί να προσφέρει το κοσμοπολίτικο αντίπαλο δέος στην Αμερική του Τζορτζ Μπούς. Η Αμερική της Γουόλ Στριτ απέναντι στην Αμερική του Τέξας. Η επιλογή είναι… δική τους.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Ιούνιος 2011

Σχετικά θέματα:
Route 61: Η μουσική λεωφόρος της Αμερικής
Τα μπλουζ της σκονης
ΗΠΑ: On the road… χωρίς γέφυρες

CLOSE
CLOSE