Αλιεύσαμε την αφίσα από το κόμμα του Μητσοτάκη και του Βαρδινογιάννη από το λογαριασμό του Χαρίλαου Ζάβαλου στο Facebook.

To Κόμμα Νεοφιλελεύθερων, όπως διαβάζουμε στην Βικαιπαιδεία και το βιβλίο του Κώστα Διγκαβέ, «Εκλογές 1977», ήταν ένα βραχύβιο ελληνικό πολιτικό κόμμα του κεντρώου χώρου. Ιδρύθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1977 από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, με σκοπό να μετάσχει στις εκλογές του ίδιου έτους.

Κατάφερε να αναδειχθεί πρώτο κόμμα στο νομό Χανίων με ποσοστό 25,71%, αφήνοντας πίσω το ΠΑΣΟΚ (23,44%), την ΕΔΗΚ (20,55%), τη Νέα Δημοκρατία (16,01%) και το ΚΚΕ (10,67%), εξασφαλίζοντας μία έδρα για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Στο νομό Ρεθύμνου αναδείχθηκε δεύτερο κόμμα με ποσοστό 26,02%, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία (29,49%) και μπροστά από το ΠΑΣΟΚ (24,27%) και την ΕΔΗΚ (13,93%), εξασφαλίζοντας τη δεύτερη έδρα για τον Παύλο Βαρδινογιάννη.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 10 Μαΐου 1978, οι δύο εκλεγμένοι βουλευτές προσχώρησαν στη Νέα Δημοκρατία, σε ένα άνοιγμα που είχε επιχειρήσει ο τότε αρχηγός της Κωνσταντίνος Καραμανλής στο χώρο του κέντρου. Μάλιστα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συμμετείχε και στο κυβερνητικό σχήμα ως υπουργός Συντονισμού, διαδεχόμενος στο υπουργείο αυτό τον Γεώργιο Ράλλη.

Όπως εξηγούσε ο Τάσος Κωστόπουλος στην ΕΦ.ΣΥΝ, το πολιτικό πρόγραμμά του κόμματος δεν έχει στην πραγματικότητα τίποτα το (πολιτικά ή οικονομικά) «φιλελεύθερο». Αντιπροσωπεύει, αντίθετα, τη σύζευξη του πιο ακραίου τοπικισμού με τον λαϊκίστικο αρχηγισμό και την εργαλειακή επίκληση του παρελθόντος: σαν νέος Βενιζέλος, ο Μητσοτάκης θα ξαναδώσει πνοή στην Ελλάδα μετά το «οικονομικό χάος» που προκάλεσε ο «αποτυχημένος» Καραμανλής, η δε Κρήτη θ’ αναλάβει για ακόμη μια φορά τα ηνία του έθνους, διορθώνοντας τις επιπτώσεις του «αντικρητικού πνεύματος» της Ν.Δ.