Το info-war.gr παρουσιάζει προδημοσίευση του νέου μυθιστορήματος εναλλακτικής ιστορίας του Δημήτρη Μπελαντή «Ο Στάλιν στην Κολιμά», που θα κυκλοφορήσει στις 27 Νοεμβρίου από τις Εκδόσεις Τόπος.

Στην μεγάλη διαμάχη για την διαδοχή του Λένιν στην ηγεσία των μπολσεβίκων και του σοβιετικού κράτους, επικράτησε γρήγορα ο Στάλιν. Το γεγονός αυτό, σχετικά αναμενόμενο με όρους ισχύος, δεν ήταν νομοτελειακά αναγκαστικό. H πιθανότητα να είχαν νικήσει οι πολιτικές δυνάμεις γύρω από τον Τρότσκι και τους συμμάχους του ήταν μια υπαρκτή ιστορική δυνατότητα.

Το μυθιστόρημα του Δ. Μπελαντή έχει σαν αφετηρία του αυτό το ενδεχόμενο. Ο Στάλιν βρίσκεται εκτοπισμένος στο γκουλάγκ της Κολιμά. Πρέπει να συνδυάσει τις δεξιότητές του για να επιζήσει και να αντιστρέψει την ροή της Ιστορίας, αναδεικνύοντας πλευρές της ψυχικής δύναμής του, αλλά και του πιο σκληρού, λαϊκού και ίσως λούμπεν υποστρώματος της προσωπικότητάς του. Η εξέγερση των οπαδών του στην Κολιμά, τις πρώτες μέρες του 1936, θα φέρει τα πάνω-κάτω.

Προδημοσίευση από την αρχή του βιβλίου:

Τετάρτη 1.1.1936, Πρωτοχρονιά
15η ημέρα στο τρένο. Το ταξίδι.

Αντίθετα με τους άλλους επιβάτες του τρένου μεταγωγών, ο θόρυβος δεν του έφερνε ύπνο. Τα τσαφ τσουφ τού δημιουργούσαν μια όχι και τόσο δυσάρεστη διέγερση.

Έστριψε το τσιγάρο, με αργές σχεδόν τελετουργικές κινήσεις. Το μακρύ τσιγάρο έμοιαζε με εκείνο που πολλά χρόνια αργότερα κάποιοι νεαροί στη Δύση θα ονόμαζαν «τσιγαριλίκι». Είχε γίνει διανομή καπνού πιο νωρίς από τους φύλακες της NKVD1. Πολλοί κρατούμενοι πρέπει να είχαν ήδη πεθάνει στη μακρά διαδρομή από το Μαγκαντάν, στις ακτές του παγωμένου Βόρειου Ειρηνικού, μέσα στο θωρακισμένο τρένο για την Κολιμά. Τους είχαν στοιβάξει σαν τις μύγες μέσα στα σιδερένια βαγόνια χωρίς πολλές και περιττές ανέσεις, μέσα στο άχυρο, τα σκουπίδια και τα περιττώματα. Τον αιφνίδιο θάνατο τον καταλάβαιναν αργά, από την αψύτητα της υπόγλυκης οσμής της αποσύνθεσης. Ο κρατούμενος, άντρας ή γυναίκα, συνήθως περνούσε από τον ύπνο στον θάνατο, χωρίς ενδιάμεσα στάδια και προσχήματα. Σαν να ροχάλιζε κακόηχα, ξάφνου σύριζε, έβγαζε ένα υπόκωφο βογκητό. Τιναζόταν λίγο, πού και πού το βογκητό γινόταν πιο ηχηρό, πάλευε να σωθεί, τέντωνε χέρια και πόδια και μετά ξεφούσκωνε. Τότε όλοι ήξεραν πια: ένας ακόμη είχε τινάξει τα πέταλα. Η πείνα και το βαρύ ψύχος είχαν κάνει τη μακάβρια δουλειά τους. Στην επόμενη στάση τύλιγαν τον νεκρό σε μια γκρίζα βαριά στρατιωτική κουβέρτα και τον παρέδιδαν στην τοπική φρουρά για ατομική ή ομαδική ταφή. Πιο συνηθισμένη ήταν η ομαδική. Μια και έξω, κάτω από μερικές στρώσεις χιόνι. Ένας πρόχειρος σταυρός από ξύλο, αν οι φύλακες κράταγαν έναν κόκκο θρησκευτικής πίστης ή έστω δεισιδαιμονίας, αλλιώς τίποτε. Και μετά, η αιώνια λήθη. Μοναχικός θάνατος, ομαδικός τάφος.

Από τον Γιόζεφ, συνήθως, ζήταγαν να πει δυο κουβέντες για τον άγνωστο νεκρό προτού τον πάρουν οριστικά. Οι πιότεροι και οι πιότερες ζήταγαν μάλλον μια θρησκευτική παραμυθία παρά μια κομματική παινεψιά, μια κίνηση κομματικής αλληλεγγύης· άλλωστε, ο Γιόζεφ είχε διαγραφεί από το Κόμμα εδώ και χρόνια. Παράξενο, σχεδόν αλλόκοτο. Ακόμη και σήμερα, οι περισσότεροι –αν όχι όλοι– μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν. Ήταν ο πρώην αρχηγός των μπολσεβίκων, αυτός που κάποτε πατούσε και έτρεμε η γης. Στα δύο χρόνια, τα ξεχασμένα πια δύο χρόνια, που ήταν Γραμματέας του Κόμματος, ο λαός τον σεβόταν, ορθότερα τον σεβόταν και τον φοβόταν συνάμα. Γιατί άραγε; Mα, ήταν φανερό. Με σιδερένιο χέρι διοίκησε το κόμμα του Λένιν στα χρόνια της αρρώστιας του αρχηγού, με σιδερένιο χέρι θα διοικούσε και τη χώρα στη συνέχεια. Παρά εκείνο τον άκαιρο καβγά με τη Ναντέζντα Κρούπσκαγια, τη γυναίκα του αρχηγού (αυτή την γκιόσα, σκέφτηκε σχεδόν ατάραχα), το φθινόπωρο του 1922, που τόσο του στοίχισε αργότερα. Ήταν η ψυχή του κομματικού μηχανισμού, ήταν αυτός, ο Λένιν και ο Τρότσκι, η σιδερένια τριάδα που έκανε τον Οκτώβρη. Τρεις που έκαναν την επανάσταση. Τη στιγμή που άλλοι ηγέτες, όπως ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ και ο Λεβ Κάμενεφ λάκισαν, δείλιασαν, πέρασαν στην οπορτουνιστική μειοψηφία που απευχόταν τον Οκτώβρη, τον προβόκαραν. Και μετά, προς το τέλος του εμφυλίου, ο αρχηγός τού έδωσε το χρίσμα του Οργανωτικού Γραμματέα. Κάτι σαν το «δακτυλίδι» του Λένιν.

Μπορεί ο αγώνας για την ηγεσία να ήταν ακόμη ανοιχτός τότε. Ο Γιόζεφ, όμως, και η κλειστή γεωργιανή ομάδα του είχαν για αρκετό καιρό το καθαρό προβάδισμα. Ένα αόρατο μα φωτεινό δίχτυ οδηγούσε από τη Μόσχα και το Πέτρογκραντ σε όλη τη Ρωσική Ομοσπονδία, σε όλη τη Σοβιετική Ένωση. Ένα δίχτυ που ξεκίναγε από τον Γιόζεφ προσωπικά και έφτανε στους πιστούς ανθρώπους του παντού. Οι Γεωργιανοί κομμουνιστές έπαιζαν σημαντικό ρόλο. Άνθρωποι σαν τον Λαβρέντι Μπέρια ή τον Γκριγκόρι Κονσταντίνοβιτς Ορτζονικίτζε, τον λεγόμενο και «Σέργκο», ήταν αφοσιωμένοι σ’ αυτόν, με το αίμα και τη ζωή τους, από τα παράνομα χρόνια της δράσης κατά του τσαρισμού στη Γεωργία ή από πολύ πιο πρόσφατα. Δεν θα τον άφηναν να πέσει χωρίς να πέσουν και οι ίδιοι. Έτσι πίστευε τουλάχιστον για πολύ καιρό, ακόμη και γι’ αυτό το κάθαρμα τον Μπέρια. Βιώματα όπως η περίφημη αιματηρή καταστολή εκ μέρους τους κατά των μενσεβίκων στη Γεωργία το 1921, μια καταστολή και με εθνοτικά χαρακτηριστικά, γεγονός που είχε στρέψει την οργή του Λένιν κατά του Γιόζεφ, τους είχαν φέρει κοντά. Βιώματα της καταπιεστικής συνενοχής.

Μετά, όλα χάλασαν, η τύχη του παρέλυσε, βάρυνε τόσο που δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της. Αναπάντεχες εξελίξεις τού στέρησαν την αδιαφιλονίκητη εξουσία. Όπως είχαν πει και οι Εγγλέζοι ιμπεριαλιστές και αποικιοκράτες μετά το κάζο τους στην Αμερική τον 18ο αιώνα, ο κόσμος γύρισε ανάποδα.2 Και ο Γιόζεφ έχασε την εξουσία. Αν δεν ήταν ένας αμετανόητος διαλεκτικός υλιστής, ένας αδιάλλακτος ορθολογιστής, θα πίστευε πως του είχαν κάνει μάγια. Πως τον βασκάνεψαν εκεί λίγο πριν από την ανατολή του ήλιου του ή, μάλλον, λίγο αφότου η κόκκινη αυγή του άρχιζε να παίρνει μορφή, πως ένα φαινομενικά ασήμαντο άστρο της αυγής ήρθε και εμπόδισε τον ήλιο να ανατείλει κανονικά, την ημέρα να ξεδιπλωθεί με τον τρόπο που φαινόταν για καιρό ο μόνος φυσιολογικός τρόπος εξέλιξής της. Ήταν σαν την άσχημη αίσθηση από ένα αγχωτικό όνειρο λίγο πριν από τον ξύπνο, όπου θες να κινητοποιηθείς για να γλιτώσεις τον θάνατο ή την καταστροφή, αλλά τα μέλη σου βαραίνουν, βαραίνουν πολύ, κόβονται, και ο εχθρός, αυτός που καθόλου δεν υπολόγισες, παίρνει άφοβα και ανέξοδα την πρωτοβουλία των κινήσεων και σε διαλύει. Ναρκοπληξία3.

Και τώρα αυτός ο πρώην αρχηγός των μπολσεβίκων, ο δεύτερος κατά χρονική σειρά αρχηγός του σοβιετικού κράτους, κατάντησε, έστω για λίγο, ο φορέας ενός τόσο κοινότοπου και δυσάρεστου καθήκοντος να ξαποστέλνει, με δυο λόγια παρηγοριάς μπρος στους άλλους κρατούμενους, τους ήδη αποβιώσαντες ομήρους του σοβιετικού κράτους και του σοβιετικού χειμώνα. Είχε γίνει –για το σύντομο διάστημα του ταξιδιού, λίγες ημέρες μόνο– κάτι σαν ο επίσημος νεκροθάφτης του τρένου, ο ιερέας μιας ηττημένης αίρεσης. Θυμήθηκε ένα παλιό σχόλιο των «σφετεριστών» ότι, αν του άφηναν την εξουσία, θα γινόταν ο «νεκροθάφτης της επανάστασης». Γέλασε μέσα του ηχηρά. Και γιατί, άραγε, αυτός να λέει τα ξόδια των νεκρών; Μα, είχε ηθική υποχρέω­ση. Όλοι ήξεραν ότι στα μικράτα του είχε κάνει μαθητής στο ιεροδιδασκαλείο της Τιφλίδας. Δέκα ολόκληρα χρόνια. Η μάνα του, η θεο­σεβούμενη Αικατερίνη Γκελάντζε, τον έβαλε οικότροφο, χαράζοντας μια πιθανή σεβάσμια καριέρα για τον γιο της που θα τον έβγαζε από την απόλυτη φτώχεια και θα τον κράταγε κοντά στον Θεό.

Όμως, οι παράνομες πολιτικές δράσεις τού στέρησαν αυτή την ευκαιρία. Το διάβασμα του Αντι-Ντίρινγκ του Ένγκελς και του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, οι συνωμοτικές του παρέες με τους μαρξίζοντες σοσιαλδημοκράτες και τους αναρχίζοντες ναρόντνικους οδήγησαν στην άδοξη αποβολή του. Αντί να γίνει ιερέας ή και δεσπότης, έγινε κομισάριος του Κόμματος, έγινε κομματικός καθοδηγητής και ηγέτης, λίγο προτού πάρει τον δρόμο για το πρώτο στρατόπεδο της ζωής του. Το τσαρικό στρατόπεδο στη Σιβηρία. Στην ίδια Σιβηρία που ταξίδευε, που επέστρεφε, κρατούμενος και τώρα, έπειτα από τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια αγώνων, μεγάλων ανατάσεων και μεγάλων καταπτώσεων. Η Σιβηρία, η αρχή και το πιθανό τέλος της αγωνιστικής δράσης του.

Είχε κρατήσει, όμως, κάποιες σταθερές θύμησες από την ιερατική σχολή, πέρα από τον θεωρητικό σχολαστικισμό και την ιησουίτικη πλην «ορθόδοξη χριστιανική» κατηχητική τεκμηρίωση των θείων απόψεων. Για παράδειγμα, θυμόταν πολλούς εκκλησιαστικούς Ψαλμούς, κυρίως από τον Δαβίδ. Αλλά και αποσπάσματα από τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης, για κάθε περίσταση. Καθώς ξόδιαζε τον άντρα που πέθανε αναπάντεχα δίπλα του στο τρένο, στα εξήντα του πάνω κάτω, με τα λεκιασμένα γκρίζα μαλλιά και τη λεκιασμένη μακριά γκρίζα γενειάδα, έναν άντρα που πολύ πιθανόν θα ανήκε στην τάση του, στην ομάδα του, στον λαό του, του ήρθε αμήχανα στο στόμα το απόσπασμα από το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (11,4): «ακούσας δε ο Ιησούς είπεν· αύτη η ασθένεια ουκ έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι’ αυτής».

Ήταν το απόσπασμα που αναφερόταν στον θάνατο και την ανάσταση του Λαζάρου. Όσοι κρατούμενοι είχαν κάποια θρησκευτική παιδεία τον κοίταξαν με νόημα, περίφοβα μην τους καταλάβουν οι άντρες-φρουροί της μυστικής αστυνομίας της NKVD. Αντιλαμβάνονταν ότι τα λόγια τού πρώην αρχηγού δεν αφορούσαν μόνο τον ηλικιωμένο τελευταίο νεκρό, αυτόν τον ασήμαντο νεκρό, και την πιθανότητα της ατομικής του ανάστασης. Αφορούσαν την ανάσταση του αρχηγού, την πολιτική του ανάσταση. Την επιστροφή του στη μονοπρόσωπη εξουσία του σοβιετικού κράτους, την επιστροφή του Πραγματικού ‘Ήλιου του ρωσικού κομμουνισμού απέναντι στον Ψεύτη Ήλιο του σφετεριστή Ηγέτη4. Την επαναφορά στην ορθή και σωτήρια θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια και μόνη χώρα», την έξοδο από το τραγικό και αντιμαρξιστικό δόγμα της «διαρκούς και διεθνούς επανάστασης», το οποίο, εξαιτίας της σφετεριστικής ψευτοκομμουνιστικής ηγεσίας τού σήμερα, είχε βάλει τη Σοβιετική Ένωση σε πλείστες όσες περιπέτειες και συμφορές τα τελευταία δέκα χρόνια.

Από το φιάσκο της εμφανούς στήριξης της μειοψηφικής επανάστασης στην Κίνα, κάτι που είχε απομονώσει τους Κινέζους κομμουνιστές ως «αντιπατριώτες» και «σοβιετοκίνητους», αλλά και τους είχε αποκόψει από την αγροτική μάζα της υπαίθρου (με αποτέλεσμα την αποτρόπαιη εκτέλεση του όχι και πολύ γνωστού ηγέτη τους Μάο Τσε Τουνγκ στην Καντόνα το 1928), ως το φιάσκο της προσπάθειας μετατροπής μιας ισχυρής εργατικής εξέγερσης στις Αστούριες το 1934 σε πανισπανική επανάσταση, χωρίς τη σωστή πολιτική και οργανωτική προετοιμασία. Ο Στάλιν είχε καταγγείλει τα τυχοδιωκτικά αυτά λάθη στην παράνομη μπροσούρα του πριν από τη σύλληψή του από την Τσεκά, το 1933. Η μπροσούρα είχε τον εύγλωττο τίτλο «Η Κομμουνιστική Διεθνής μετά τον Λένιν»5. Η Σοβιετική ‘Ενωση, ύστερα από αυτές τις «υπεραριστερές» προσπάθειες της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του ψευτοηγέτη, είχε μπει σε διεθνή αντεπαναστατική καραντίνα, κυρίως μετά την κοινή απεργία των κομμουνιστών και των ναζί στην απεργία κατά της σοσιαλδημοκρατικής τοπικής κυβέρνησης της Πρωσίας το 1931, που τραγικά οδήγησε, δύο χρόνια αργότερα, επ’ αφορμή ενός ναζιστικού αποτυχημένου πραξικοπήματος, στην παράλληλη καταστολή του γερμανικού ΚΚ και των ναζί από τον γερμανικό στρατό και στη σταθεροποίηση μιας σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης στα πλαίσια της ακατάλυτης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ήταν γνωστή παγκόσμια η φράση του Γιόζεφ: «Με αυτούς τους ψευτοκομμουνιστές και χρεοκόπους στην εξουσία, μια μέρα θα σας πνίξουν οι καπιταλιστές σαν γατάκια στην μπανιέρα, πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης».

Αυτά πέρναγαν σαν στιγμιότυπα μιας ταινίας από το μυαλό του Γιόζεφ, καθώς απολάμβανε τη φοβισμένη έκφραση των απογοητευμένων από την Ιστορία αλλά και γοητευμένων πάντοτε από τον ίδιο υποστηρικτών του, που αναζητούσαν κρυφά νοήματα στους Ψαλμούς ή στα Ευαγγέλια, όπως αυτά απαγγέλλονταν από τον ίδιο, τον μόνο γνήσιο αρχηγό του κράτους, τον κυνηγημένο και αποσυνάγωγο «Απόστολο του Μαρξισμού». Στο βάθος του βαγονιού, στη συμμετρικά αντίθετη γωνία, διέκρινε τον «σύντροφό του εν όπλοις» Γκριγκόρι Κονσταντίνοβιτς Ορτζονικίτζε, γνωστό και ως «Σέργκο», τον μόνο μεγάλο αξιω­ματούχο της ομάδας του, που του επιτράπηκε να συνοδεύσει προσωπικά ως συνεξόριστος τον Γιόζεφ στο κακόφημο στρατόπεδο της Κολιμά. Παρά τις κακουχίες, ηθικό υψηλό.

Οι σταλινικοί δεν κάνουν πίσω ποτέ απέναντι στην κρατική αντεπαναστατική τρομοκρατία, είναι άνθρωποι από ατσάλι. Ο Γκριγκόρι: ψηλός, λιανός, σχετικά όμορφος, μακρόστενο μελαχρινό πρόσωπο, κάπως ασιατικό, ανάμεσα στη γλυκύτητα και τη σκληρότητα, αποφασιστικός, στοχοπροσηλωμένος, δογματικός. Ικανότατος στα ζητήματα βιομηχανικής διεύθυνσης και σχεδιασμού, έκανε και λαϊκός κομισάριος το 1926-1928, προτού αποκαθηλωθεί λόγω της άκαμπτης πίστης του στον Γιόζεφ. Του ζητήθηκε να δώσει ομολογία πίστης στους «σφετεριστές» – δεν λύγισε, αντιστάθηκε. Βασανίστηκε αμείλικτα από την Τσεκά, τη μυστική αστυνομία του σφετεριστικού αντεπαναστατικού κέντρου. Θυμήθηκε την παλιά κομματική φωτογραφία: ο Μπουχάριν να λάμπει σαν τον ήλιο, το «αγαπημένο παιδί του Κόμματος», κατά τον Λένιν, ο μεγάλος δήθεν θεωρητικός του Κόμματος, δίπλα του ο Αλεξέι Ρίκοφ με το μουστάκι, λιανός και σκεφτικός, μετά ο ίδιος ο Στάλιν να σκάει στα γέλια, ο Γκριγκόρι δίπλα του, γελαστός αλλά σοβαρός, ο Στάλιν να ακουμπά τρυφερά με το χέρι του το γυμνό κρανίο του Γραμματέα του ουκρανικού ΚΚ, Στανισλάβ Κοσιόρ.

Η φωτογραφία είχε παρθεί λίγο πριν από εκείνη την κρίσιμη και τραγική συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου στη Μόσχα, αυτή που θα γινόταν το μοιραίο σημείο ιστορικής καμπής, το πέρασμα στον χαμό. Μια φωτογραφία που κράταγε πάντα πάνω του, που δεν θα του την έπαιρναν με τίποτε, παρά μόνο αν τον καθάριζαν. Ήξερε, άλλωστε, ότι είχαν αλλάξει πια από καιρό τις παλιές επίσημες φωτογραφίες. Ο Στάλιν, οι πιστοί του σύντροφοι και συναγωνιστές είχαν εξαφανιστεί από τις φωτογραφίες, ο Λένιν φαινόταν να συνοδεύε­ται παντού από στελέχη των «σφετεριστών», όπως αυτό το κάθαρμα ο Μπέρια και κυρίως ο Τρότσκι, ο Ζινόβιεφ, ο Ράντεκ, ο Πιατακόφ, ο Ρακόφσκι. Παντού, την Ιστορία την είχαν γράψει οι μισητοί στον λαό και την παγκόσμια εργατική τάξη εκπρόσωποι του αντισταλινικού Θερμιντόρ. Οι λεγόμενοι και «διεθνιστές». Κοσμοπολίτες του κερατά ήταν, όχι πραγματικοί διεθνιστές.

Ο Γκριγκόρι σηκώθηκε από τη θέση του. Με δυσκολία περπάτησε τα λίγα μέτρα ως τον αρχηγό, του είχαν σπάσει συντριπτικά το αριστερό γόνατο σε μια από τις ανακρίσεις στη Λουμπιάνκα, ποτέ δεν πάτησε ξανά καλά. Δεν τον πήγαν σε δίκη, όπως δεν πήγαν και τον Γιόζεφ, ήξεραν πως δεν θα ομολογούσε τις ψευτιές του ηγετικού φραξιονιστικού κέντρου. Είχε ένα μπαστούνι από καρυδιά που δύσκολα τον κράταγε όρθιο. Ήρθε αχνοπατώντας και κάθισε δίπλα στον αρχηγό του.

Ο Γιόζεφ είχε ακόμη τρεις τέσσερις δόσεις από μαχόρκα, τον ξερό και δυνατό ρωσικό καπνό χαμηλής ποιότητας, τον καπνό των στρατιωτών και των κρατουμένων. Ένιωσε ένα ρεύμα από συντροφική ζεστασιά για τον Γκριγκόρι. Από την εποχή που απαλλοτρίωναν μαζί τράπεζες στο Μπακού και στην Τιφλίδα για λογαριασμό της επανάστασης ήταν αχώριστοι. Είχαν ενώσει το αίμα τους με τον γνωστό παραδοσιακό τρόπο – ο ένας για τον άλλο· γλέντησαν, συζήτησαν, βγήκαν με τις γυναίκες τους, πήγαν ταυτόχρονα με άλλες γυναίκες, ήπιαν και μέθυσαν με το κόκκινο γλυκό Κιντβαράνι, συνωμότησαν. Χάιδεψε το ασιατικό μουστάκι του και χαλάρωσε. Έστριψε ένα μακρύ σιγαρέτο για τον σύντροφό του. Τα γαλάζια μάτια του Γκριγκόρι έλαμψαν. Πράγματι το είχε ανάγκη. Το έβαλε στο στόμα ηδονικά. Τράβηξε μερικές τζούρες και άφησε το κεφάλι του να πέσει προς τα πίσω, βάλσαμο.

«Γαμώτο, Γιόζεφ. Ταξιδεύουμε τέσσερα μερόνυχτα τώρα. Πού πάμε;»

«Στην Κολιμά, Γκριγκόρι. Ξέρεις καλά τι είναι. Δεν είναι τόπος παραθερισμού, είναι τόπος να ψοφήσεις. Ποινικοί, αντικοινωνικά στοιχεία, καθάρματα αλλά και χιλιάδες πιστοί κομμουνιστές που ακολουθούν τον δρόμο μας, που παλεύουν για την αποκατάσταση του πραγματικού μπολσεβικισμού-λενινισμού, που ζητάνε το στέριωμα του κομμουνισμού στα ρωσικά χώματα και το τέλος των “διεθνών περιπετειών” και των υποκινήσεων ανώριμων επαναστατικών εξεγέρσεων. Ο δυτικός μαρξισμός του “Ηγέτη”. Ας καγχάσω. Ψευτοδιανοούμενοι της δεκάρας».

«Ποια θα είναι η δική μας μοίρα σε αυτό το απίστευτο ψυγείο που μας πάνε;»

«Αν επιβιώσουμε, επιβιώσαμε. Όσο είσαι μαζί μου, δεν θα σε καθαρίσουν κανονικά. Δεν κοτάνε τα ψοφίμια. Μη φοβάσαι. Είναι πολύ “λίγοι” για να καθαρίσουν ηγέτες σαν εμένα κι εσένα». Ιδίως εμένα, σκέφτηκε από μέσα του.

Ο Ορτζονικίτζε ένιωσε πραγματική ευφορία. Ο αρχηγός τον έβαζε σε ίση μοίρα με τον ίδιο. Δεν ήταν και λίγο.
«Και να φανταστείς, Γιόζεφ», τον κοίταξε στα μάτια, «ότι ο αρχηγός του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας ακόμη και κάτω από την εξουσία των “σφετεριστών” είναι ο Λαβρέντι, ο παλιός δικός μας άνθρωπος».

«Πουλημένο τομάρι, τον είχα καταλάβει πριν από τη “στροφή του 1924”. Να σου πω τι πιστεύω, Γκριγκόρι… Ήταν άνθρωπος των “σφετεριστών” από την αρχή. Εντάχθηκε από την αρχή στον μηχανισμό μας για να μας σπιουνεύει, να μας δίνει στεγνά. Ήταν “φυτευτός”».

«Έδειχνε, όμως, να σου έχει μεγάλη λατρεία». Στα χαρακτηριστικά του Γκριγκόρι είχε αποτυπωθεί το καθαρό, αδιάσπαστο μίσος. Ο Λαβρέντι δεν θα ’βγαινε ζωντανός, αν έπεφτε στα χέρια του. Θα του ’βγαζε τα μάτια με τα δάχτυλα, κάποτε ήξερε να το κάνει καλά. Ο Μπέρια ήταν υπεύθυνος για τον βασανισμό και την εκτέλεση πολλών τιμημένων στελεχών της σταλινικής παράταξης. Του Καγκάνοβιτς, του Μπουλγκάνιν, του Μικογιάν. Του ίδιου του Γενικού Γραμματέα του ουκρανικού ΚΚ και κατόπιν του παράνομου σταλινικού κόμματος στην Ουκρανία Νικίτα Σεργκέγιεβιτς Χρουστσόφ. Ο τελευταίος δολοφονήθηκε από τα βόλια στο εκτελεστικό απόσπασμα και η τελευταία του φράση ήταν «Ζήτω για τον Στάλιν».

«Ήταν στημένο παιχνίδι, σου λέω. Δούλευε ήδη για τον Εβραίο, το κάθαρμα». Ο Γιόζεφ έριξε το βλέμμα του στο μοναδικό μικρό παράθυρο του σιδερένιου περίκλειστου βαγονιού. Ένα τοπίο από χιονισμένες σημύδες και άλλα ψηλά δέντρα της σιβηρικής τούντρας. Ακόμη και η σιβηρική τίγρη δύσκολα επιβίωνε σε αυτή την κόλαση από πάγο. Σαν να ένιωσε τη μηχανή του τρένου να επιβραδύνει. Είδε από το μικρό παράθυρο έναν ψηλό τοίχο από σκούρο μπετόν, με διακριτά φυλάκια οπλοπολυβόλων να πλησιάζει στο τρένο. Μια ανόσια σκέψη πέρασε από το γεωργιανό μυαλό του, από το χοντρό καύκαλο του κεφαλιού του. Άραγε, θα αφήσουμε τα κόκαλά μας σε αυτόν τον κωλότοπο; Εδώ και χρόνια, είχε αποδυναμώσει μέσα του συνειδητά την ιδέα της επιστροφής στην εξουσία. Θα πέθαινε πολιτικός κρατούμενος. Ήταν πάντοτε ένας ρεαλιστής πολιτικός, αμείλικτα ρεαλιστής. Στους δικούς του έλεγε τα απολύτως ανάποδα από αυτά που πίστευε. Έπρεπε να διατηρήσει το κύρος του στο σοβιετικό και το διεθνές κίνημα, ένα σταθερό λενινιστικό φως που χρόνια μετά τον θάνατό του θα οδηγούσε την κραταιή ομάδα των σταλινικών κομμουνιστών πίσω στην εξουσία. Βεβαίως, δεν θα υπήρχε κανείς αντάξιός του να πάρει την εξουσία. Τέλος πάντων. Ακόμη και ο ασύλληπτος πάντοτε Βιατσεσλάβ Μολότοφ, ο «Φαντομάς των σταλινιστών», θα ήταν, αν επιβίωνε από τις διώξεις, μια σχετικά καλή επιλογή ηγεσίας, ιδίως μετά την απρόσμενη σύλληψη και εκτέλεση του ακραία πιστού του Νικίτα Σεργκέγιεβιτς Χρουστσόφ. «Πρέπει να αντέξουμε, λοιπόν, Γκριγκόρι. Να μην αφήσουμε τα παλιόσκυλα να χαρούν με το χάλι μας. Να προετοιμάσουμε την αναπόφευκτη επιστροφή μας».

Καθώς τα έλεγε αυτά, ένα σπαστικό γέλιο παραμόρφωσε το πρόσωπο του Γιόζεφ. Από το μυαλό του πέρασε η σκανδαλιστική φράση από την «προς Κορινθίους Επιστολή» του Αποστόλου Παύλου: «Ει κατά άνθρωπον εθηριομάχησα εν Εφέσω τι μοι το όφελος; Ει νεκροί ουκ εγείρονται, φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» (κεφάλαιο 15,32). Και δεν έχουμε και να φάμε και να πιούμε, το κέρατό μου. Λίγη βότκα τώρα θα ήταν ό,τι πρέπει.

«Ούτε άνθρωπος δεν θα μας μιλάει φανερά, Γιόζεφ. Ακόμη και οι καλύτεροι σύντροφοι θα κάνουν πως μας αγνοούν. Μόνο με κρυφά σημειώματα θα επικοινωνούν μαζί μας, μαζί σου. Θα δεις».

Θόρυβος ξαφνικά μέσα στο βαγόνι. Από την πόρτα όρμησαν τέσσερις πέντε «τσεκίστες»6, με χακί αμπέχονα, μπλε και κόκκινες επωμίδες. Είχαν τα αυτόματα στα χέρια, εκτός από τον αξιωματικό που κράταγε ένα περίστροφο Μοσίν-Ναγκάν του 1895. Πλησίασαν και άρχισαν να τους σπρώχνουν με τους υποκόπανους. Ήταν, όμως, φανερό ότι δεν ήθελαν να τους τραυματίσουν. Κυρίως τον Γιόζεφ… Ακόμη ενέπνεε σεβασμό.
«Όλοι στη σειρά. Προχωράτε κανονικά. Κανείς να μην τρέξει. Θα πυροβοληθεί ακαριαία».

Βγήκαν από το βαγόνι μιλώντας χαμηλόφωνα. Σχημάτισαν μια ομάδα τριάντα ατόμων, στοιχημένες δέκα σειρές των τριών. Όμοιες σχηματίζονταν από τους επιβιώσαντες των άλλων βαγονιών. Οι περισσότεροι κοντοκουρεμένοι για τα ζωύφια, προχώραγαν μέσα στις γκρίζες χλαίνες τους. Κυρίως άντρες αλλά και μερικές γυναίκες.

Περπάτησαν γύρω στα πεντακόσια μέτρα. Το χορτάρι παγωμένο και πατημένο κάτω από τις αρβύλες τους. Κρύο που σε σκότωνε σχεδόν με το που έμπαινε μέσα από τη χλαίνη.

Πλησίασαν το τείχος του στρατοπέδου, ενός από τα πολλά μπετονένια φρούρια που σχημάτιζαν τον κεντρικό οικισμό της Κολιμά. Οι φρουροί άγρυπνοι με τα αυτόματα στο χέρι, δεξιά και αριστερά. Άλλοι φρουροί τούς σκόπευαν από τα μπετονένια υπερυψωμένα φυλάκια του φρουρίου. Άκαμπτα χαρακτηριστικά κάτω από τους γούνινους σκούφους. Προφανώς, επίλεκτοι σκοπευτές της NKVD.

Πέρασαν από διαδοχικά ακάνθινα συρματοπλέγματα. Στην πόρτα κάθε διαδοχικής περίφραξης ο κλασικός φρουρός με το οπλοπολυβόλο.

Όμως, φτάνοντας στην κεντρική πύλη και αφού πέρασαν την τάφρο, είδαν καθαρά μέσα στο στρατόπεδο. Η παρουσία τους δεν ήταν αδιάφορη. Παρά την τρομοκρατία και την καταστολή των φυλάκων, εκατοντάδες κρατούμενοι ήταν όρθιοι, παραταγμένοι και τους περίμεναν. Ορθότερα, τον περίμεναν. Σαν διάβηκε η σειρά του την πύλη, άρχισε ένα ατελεύτητο χειροκρότημα. Παρά τις φωνές των φυλάκων και τα χτυπήματα με τους υποκόπανους, οι σταλινικοί κρατούμενοι χειροκρότησαν παρατεταμένα την έλευση του αρχηγού.

Παρατεταμένα, αδιάσπαστα. Και μετά ήρθε ο ύμνος. Ο ύμνος της Σοβιετικής Ένωσης. Εκατοντάδες στόματα τον τραγούδησαν, τόλμησαν να τον εκστομίσουν με δάκρυα στα μάτια, κοιτώντας τον παγωμένο λευκό ουρανό και τα γκριζόμαυρα μουντά τείχη του φρουρίου. Δεν ήταν η Διεθνής, ο επίσημος ύμνος δηλαδή των «σφετεριστών», η πάγια κατάχρηση και μόλυνση του Διεθνούς Ύμνου των Εργατών από τη φραξιονιστική ομάδα, η άγρια παραποίηση του μεγαλείου του διεθνούς κινήματος. Ήταν ο παράνομος μεγαλειώδης ύμνος, το ταξικό και πατριωτικό μεγάλο τραγούδι για τον πραγματικό αρχηγό, τον αρχηγό της πατρίδας και της τάξης τους, τον αρχηγό της παράταξής τους διεθνώς, τον μεγάλο Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν.

Ο Γιόζεφ δάκρυσε. Δεν τον είχαν ξεχάσει ακόμη. Δεν θα τον ξεχνούσαν ποτέ.

Το βιβλίο «Ο Στάλιν στην Κολιμά» θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Τόπος στις 27 Νοεμβρίου.

Στάλιν