Thomas Cook

Πώς φτάσαμε στον δεύτερο «θάνατο» της Thomas Cook

Του Αρη Χατζηστεφάνου

Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Φιλελεύθεροι αναλυτές από όλο τον κόσμο καλούν το κράτος (δηλαδή τους φορολογούμενους) να παρέμβουν για να διασώσουν την ιδιωτική εταιρεία ταξιδιών Thomas Cook, η οποία κατέρρευσε αφήνοντας πίσω της 21.000 εργαζόμενους και 150.000 πελάτες που δεν ξέρουν πώς θα γυρίσουν στη χώρα τους.

Αυτό που παραλείπουν να σημειώσουν οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς, είναι ότι το βρετανικό κράτος είχε παρέμβει και στο παρελθόν για να εθνικοποιήσει την Thomas Cook, όταν η εταιρεία οδηγήθηκε και πάλι στη διάλυση μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Συγκεκριμένα από το 1948 έως το 1972 λειτουργούσε χωρίς κανένα πρόβλημα υπό τον έλεγχο της Βρετανικής Επιτροπής Μεταφορών.

Μετά την εκ νέου ιδιωτικοποίησή της, άλλαξε αρκετά ονόματα και επιχειρηματικά σχήματα πριν καταλήξει στον έλεγχο μιας γερμανικής εταιρείας, της C&N Touristic AG. Ήταν ένα από τα πολλά παραδείγματα κραταιών επιχειρήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, τα οποία μετά την ιδιωτικοποίηση περνούσαν στα χέρια ξένων χωρών.

Πώς έφθασε λοιπόν ο βασιλιάς των ταξιδιωτικών γραφείων στην ολοκληρωτική κατάρρευση; Το μεγαλύτερο τμήμα της ευθύνης οφείλεται κατά γενική ομολογία στην αποτυχημένη διοίκηση της εταιρείας από διαδοχικούς CEO, οι οποίοι τα τελευταία πέντε χρόνια τσέπωσαν και κολοσσιαία μπόνους συνολικής αξίας 20 εκατομμυρίων λιρών, ενώ η εταιρεία βυθιζόταν στα χρέη.

Η διοίκηση απέτυχε να προσαρμοστεί στις συνθήκες της εποχής, όπου η πλειονότητα των τουριστών κλείνει πλέον τα αεροπορικά εισιτήρια και τα ξενοδοχεία μέσω του ίντερνετ. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μόνο ένας στους επτά Βρετανούς έκλεινε πλέον τα εισιτήρια του από μεγάλα ταξιδιωτικά γραφεία – και αυτοί οι πελάτες ήταν συνήθως μεγαλύτεροι των 65 χρόνων και προέρχονταν από χαμηλά εισοδηματικά στρώματα.

Στην μακροχρόνια κατολίσθηση ήρθε να προστεθεί και η κλιματική αλλαγή, και κυρίως το κύμα καύσωνα του 2018 που έπεισε αρκετούς βορειοευρωπαίους να μην αναβάλουν ή να ακυρώσουν τις διακοπές του και να μείνουν στις χώρες τους, όπου οι θερμοκρασίες ανέβαιναν και η ηλιοφάνεια αυξανόταν.

Η συζήτηση στην Αγγλία αποκτά φυσικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, καθώς αρκετοί οπαδοί της παραμονής στην ΕΕ αποδίδουν την κατάρρευση στις διαπραγματεύσεις για το Brexit. Παρά το γεγονός όμως ότι η αναταραχή είχε σίγουρα ορισμένες επιπτώσεις στην ισχύ του βρετανικού νομίσματος (και κατ’ επέκταση στη δυνατότητα των Βρετανών να ταξιδεύουν στο εξωτερικό), το συγκεκριμένο επιχείρημα παραλείπει δύο σημαντικά στοιχεία: Ότι τα χρέη της Thomas Cook συσσωρεύονται από το 2011 και ότι σε γενικές γραμμές οι Βρετανοί συνεχίζουν να ταξιδεύουν κανονικά (το 2018 το 60% του πληθυσμού έκανε διακοπές στο εξωτερικό έναντι 56% της προηγούμενης χρονιάς).

Η κατάρρευση του γίγαντα των ταξιδιών οφείλεται σε σειρά παραγόντων για κανέναν από τους οποίους δεν ευθύνεται το βρετανικό δημόσιο και οι Βρετανοί φορολογούμενοι. Αυτοί δηλαδή που καλούνται να πληρώσουν το λογαριασμό μιας αποτυχημένης ιδιωτικής εταιρείας.

  • Στην αρχική μορφή του κειμένου αναφέρθηκε λανθασμένος αριθμός εργαζομένων στην Thomas Cook. Αν και οι θέσεις εργασίας που απιειλούνται άμεσα είναι δύσκολο να υπολογιστούν λόγω της συνεργασίας της εταιρείας με υπεργολάβους στο χώρο του τουρισμού, η μητρική εταιρεία απασχολούσε 21.000 άτομα.