Τις τελευταίες ώρες κυκλοφορεί στο ίντερνετ ένα απόσπασμα από την πρωινή εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη στο οποίο ανακοινώνει ότι στο εξής θα έχει μεμονωμένες συνεντεύξεις με υπουργούς. Χωρίς δηλαδή να δίνει το λόγο σε στελέχη της αντιπολίτευσης, που θα μπορούσαν να αντικρούσουν τα επιχειρήματά τους.

Αυτή η στάση δεν είναι αναγκαστικά λανθασμένη, στο βαθμό που οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης θα έχουν το δικό τους χρόνο να τοποθετηθούν.

Αρμόδιος για να ελέγχει τον καλεσμένο του σε μια τηλεοπτική συνέντευξη δεν είναι ένας αντίπαλος πολιτικός, αλλά ο δημοσιογράφος.

Αυτός, έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα με τη βοήθεια της δημοσιογραφικής του ομάδας, μπορεί θεωρητικά να αποσπάσει την αλήθεια από τον συνομιλητή του.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου το θέμα είναι ιδιαίτερα τεχνικό θα μπορούσε να ζητήσει τη συνδρομή ενός ειδικού επιστήμονα ή ενός συναδέλφου του, που καλύπτει το αντίστοιχο ρεπορτάζ και μπορεί να μεταφέρει τις θέσεις ή τα ερωτήματα των ειδικών.

Αν ο πολιτικός έχει απέναντί του έναν δημοσιογράφο σαν τον Τζέρεμι Πάξμαν του BBC, ο οποίος (όταν το ήθελε) μπορούσε να στριμώξει στη γωνία υπουργούς και πρωθυπουργούς κάνοντάς τους 12 φορές την ίδια ερώτηση, δεν χρειάζεται στο πάνελ και ένας πολιτικός της αντιπολίτευσης.

Και τώρα μπορείτε να γελάσετε. Γιατί στην Ελλάδα των εφοπλιστών, των πάσης φύσεως βαρόνων και των τραπεζιτών που ελέγχουν τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρός έλεγχος ενός πολιτικού — εκτός αν αυτό τυχαίνει να θέλει τη συγκεκριμένη στιγμή ο ιδιοκτήτης του σταθμού.

Στη χώρα μας έχουμε φτάσει να μην δίνεται πλέον ο λόγος ακόμη και σε νοσοκομειακούς γιατρούς για να μην τολμήσουν να αμφισβητήσουν την κυβέρνηση και κοπεί η κρατική χρηματοδότηση των ΜΜΕ.

Οι πολίτες δεν μπορούν να εμπιστευθούν τους δημοσιογράφους όταν τα μέσα στα οποία εργάζονται λαμβάνουν 11 εκατομμύρια ευρώ με αδιαφανείς (μέχρι στιγμής) διαδικασίες, για εργασίες που είναι υποχρεωμένα να προσφέρουν δωρεάν.

Οι πολίτες δεν μπορούν να εμπιστεύονται δημοσιογράφους που εδώ και χρόνια πληρώνονται εμμέσως μέσω διαφημίσεων και δανείων μεγάλων τραπεζών.

Απέναντι σε αυτή την ολοκληρωτική έλλειψη εμπιστοσύνης η παρουσία πολιτικών από διαφορετικά κόμματα έδινε μια ψευδαίσθηση ισορροπίας και αντικειμενικότητας.

Καθώς τα μικρότερα κόμματα αλλά και οι ειδικοί επιστήμονες έμεναν στο περιθώριο ο «διάλογος» διεξαγόταν συνήθως μεταξύ ανθρώπων που υποστήριζαν τις ίδιες αξίες και το ίδιο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο. Ουσιαστικά διαφωνούσαν στο ποιος μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα σαν διαχειριστής του status quo.

Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μιντιακά εκτρώματα όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, τα οποία γνώριζαν τους κανόνες του τηλεοπτικού παιχνιδιού και μπορούσαν να «κυριαρχήσουν», όχι με επιχειρήματα αλλά με ζωώδεις κραυγές. Όποιος διέθετε την πιο τσιριχτή φωνή είχε την τύχη της αρκούδας που περιφερόταν παλιά σε κάθε ζωοπανήγυρη για να ευχαριστεί τα πλήθη. Σε αυτό το παιχνίδι οι καναλάρχες ήταν οι αρκουδιάρηδες και οι πολιτικοί των μεγάλων κομμάτων τα ζώα. Με τη διαφορά ότι οι τελευταίοι αντί για κάποιο γλύκισμα ή λίγο περισσότερο φαΐ, συνήθως υπουργοποιούνταν.

Άρης Χατζηστεφάνου