Ο πόλεμος που ξέσπασε απέναντι στα πλαστικά καλαμάκια μπορεί να έχει καταστροφικά αποτελέσματα στη συζήτηση για την κλιματική αλλαγή, προειδοποιούν επιστήμονες. Γιατί οι μικρές πράξεις δεν έφεραν ποτέ μεγάλα αποτελέσματα.

Οταν οι Σουμέριοι παρήγαγαν τα πρώτα καλαμάκια (για να πίνουν την μπίρα τους φυσικά), το 3000 π.Χ., δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι η μετεξέλιξη της εφεύρεσής τους θα απειλούσε, μια μέρα, ολόκληρο τον πλανήτη. Δεν το είχε σκεφτεί ούτε ο Μάρβιν Στόουν, ο οποίος έδωσε στα καλαμάκια τη σημερινή τους μορφή στις αρχές του 1880 και σίγουρα δεν ασχολήθηκε με το θέμα ο Τζόζεφ Φρίντμαν, ο οποίος παρουσίασε το πρώτο καλαμάκι με ευλύγιστη κεφαλή το 1937.

Οπως φαίνεται, όμως, όλοι αυτοί οι μεγάλοι εφευρέτες είχαν δίκιο να μην ανησυχούν. Γιατί τα πλαστικά καλαμάκια, ακόμη και σήμερα, δεν αποτελούν σοβαρή απειλή για τον πλανήτη μας, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του κινήματος για την κατάργησή τους.

Οπως εξηγούσε πρόσφατα το δίκτυο Bloomberg, ακόμη κι αν πετάγαμε όλα τα καλαμάκια του κόσμου στη θάλασσα, θα αντιστοιχούσαν μόλις στο 0,03% από τα 8 εκατομμύρια τόνους πλαστικού που καταλήγουν στους ωκεανούς κάθε χρόνο. Εξάλλου, ορισμένες από τις πιο μαχητικές κινητοποιήσεις για να καταργηθούν τα καλαμάκια στηρίζονταν σε ψευδή στοιχεία που παρουσίασε πρώτος ένας… εννιάχρονος, υπολογίζοντας ότι κάθε ημέρα στις ΗΠΑ χρησιμοποιούνται 500 εκατομμύρια καλαμάκια.

Παρ’ όλα αυτά δεκάδες εταιρείες και κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο σπεύδουν να εκμεταλλευτούν την οργή για τα καλαμάκια, προκειμένου να διαφημίσουν τις περιβαλλοντικές τους «ανησυχίες», ακόμη και αν ανάμεσά τους βρίσκονται ορισμένοι από τους μεγαλύτερους ρυπαντές του πλανήτη.

Αν όλοι προσπαθήσουμε από λίγο, θα πετύχουμε… λίγα πράγματα – Ντέιβιντ Μακάι, πρώην σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης σε θέματα Ενέργειας

Για να είμαστε δίκαιοι, οι πρωτεργάτες του κινήματος δεν είχαν αυταπάτες για το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος, ούτε ήθελαν να παραπλανήσουν τη διεθνή κοινή γνώμη. Στηριζόμενοι στη θεωρία της διάδοσης (spillover effect) πίστευαν ότι μια αναμφισβήτητα θετική αλλά ασήμαντη κίνηση θα ευαισθητοποιούσε τον κόσμο για το πραγματικό πρόβλημα της χρήσης πλαστικών. Οταν μια οικογένεια, έλεγαν, συζητά στο τραπέζι για τα καλαμάκια, η συζήτηση θα περάσει γρήγορα και στους σημαντικότερους κινδύνους που αντιμετωπίζει το περιβάλλον.

Ολο και περισσότεροι επιστήμονες, όμως, υποστηρίζουν ότι ο δρόμος για την κόλαση είναι σπαρμένος με απαγορεύσεις για καλαμάκια. Κατ’ αρχάς το φαινόμενο της διάδοσης δεν έχει επιβεβαιωθεί σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες, όπως η υποχρέωση των πελατών να αγοράζουν τις πλαστικές σακούλες στα σούπερ μάρκετ. Ερευνες στην Ουαλία έδειξαν ότι, αν και το συγκεκριμένο μέτρο μείωσε εντυπωσιακά την κυκλοφορία της πλαστικής σακούλας, δεν συνέβαλε καθόλου στην ενίσχυση της περιβαλλοντικής συνείδησης των πολιτών.

Αντίθετα, αρκετοί ερευνητές μιλούν τώρα για την αρνητική διάδοση (negative spillover): Ο καταναλωτής αισθάνεται ότι έπραξε το καθήκον του για την προστασία του περιβάλλοντος και, εν γνώσει του ή και ασυνείδητα, αυξάνει άλλες δραστηριότητες που βλάπτουν τη φύση. Ενα παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται με όσους αγοράζουν νέα αυτοκίνητα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, αγνοώντας ότι η ενέργεια που σπαταλήθηκε για να παραχθούν κάνει μεγαλύτερη ζημιά στο περιβάλλον από αυτή που προκαλούσε το παλιό τους αυτοκίνητο.

Πέρα, όμως, από τις πρακτικές συνέπειες, η μάχη ενάντια στα καλαμάκια φέρνει στο προσκήνιο και βαθύτερα οικονομικά, πολιτικά και εν τέλει φιλοσοφικά ερωτήματα. «Αν όλοι προσπαθήσουμε από λίγο, θα πετύχουμε… λίγα πράγματα», έλεγε ο μακαρίτης Ντέιβιντ Μακάι, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και επικεφαλής της ομάδας επιστημονικών συμβούλων του βρετανικού υπουργείου Ενέργειας.

Ανατρέποντας την (φιλελεύθερη παουλοκοελιανή) αντίληψη ότι οι μικρές πράξεις ενός ατόμου μπορούν να έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα για το κοινωνικό σύνολο, ο Μακάι εξηγούσε ότι οι μικρές ενέργειες (όπως το να μην αφήνουμε τους φορτιστές του κινητού στην πρίζα ή ακόμη και να αγοράζουμε ηλεκτρικά αυτοκίνητα) έχουν ασήμαντα αποτελέσματα. «Αυτό που με ενδιαφέρει», έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου του με τίτλο «Sustainable Energy – Without the Hot Air», «είναι να περιορίσουμε τις εκπομπές μπαρούφας που παράγουμε σχετικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη».

Το συμπέρασμά του ήταν ότι η διάσωση του πλανήτη απαιτεί ριζοσπαστικές παρεμβάσεις στους μηχανισμούς προσφοράς και ζήτησης προϊόντων, δηλαδή πολιτικές αποφάσεις που επηρεάζουν τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος.

Σε ακόμη πιο ριζοσπαστικά (όσο και προφανή) συμπεράσματα κατέληξαν δεκάδες επιστήμονες από διαφορετικούς κλάδους που συναντήθηκαν το 2013 σε διημερίδα της βασιλικής Εταιρείας Επιστημών στο Λονδίνο. «Κανένας εδώ δεν μιλά για πλαστικές σακούλες… ή για το το προσωπικό μας αποτύπωμα (footprint) στην παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα», σχολίαζε ο φλεγματικός «Guardian», παρουσιάζοντας τα συμπεράσματα του συνεδρίου, στο οποίο οι επιστήμονες αμφισβήτησαν την πεμπτουσία του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος.

Οι ερευνητές των κοινωνικών επιστημών μιλούσαν για τον ακραίο καταναλωτισμό, οι οικονομολόγοι ανέτρεπαν τις θεωρίες ότι μπορεί να υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη σε οικονομικά συστήματα που στηρίζονται στον λιγνίτη και όλοι συμφωνούσαν ότι απαιτείται ένα θεμελιωδώς διαφορετικό οικονομικό σύστημα. Η αντίληψη μάλιστα για τις μικρές πράξεις που θα φέρουν μεγάλες αλλαγές χαρακτηρίστηκε ως αποπροσανατολιστική και επικίνδυνη όταν χρησιμοποιείται σε συζητήσεις για την κλιματική αλλαγή.

Ισως τελικά ο κόσμος να σωθεί, μόνο όταν ο τελευταίος καπιταλιστής καταπιεί το τελευταίο καλαμάκι της βιομηχανίας πλαστικών.

 

INFO
Διαβάστε:
Sustainable Energy – Without the Hot Air
Ο Ντέιβιντ Μακάι διαλύει τους πιο διαδεδομένους μύθους για τις επιπτώσεις που έχουν στο περιβάλλον οι μικρές καθημερινές μας συνήθειες.

 

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών – 4/8/2018