Donald Trump Τραμπ

Πέντε λόγοι που εξηγούν την ανθεκτικότητα του Τραμπ — του Βασίλη Λιόση

Οι αμερικανικές εκλογές τελείωσαν και μερικά συμπεράσματα είναι παραπάνω από εμφανή: α) Καμία ουσιαστική αλλαγή δεν θα πραγματοποιηθεί στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αλλιώς είναι σαν να λέμε πως η φύση του ιμπεριαλισμού θα τροποποιηθεί δραματικά, β) πολύ περισσότερο δεν θα επιτευχθεί κάποια ουσιαστική αλλαγή όσον αφορά τα πιο φτωχά στρώματα του αμερικανικού λαού και γ) ο Τραμπ θα είχε κερδίσει τις πρόσφατες εκλογές αν δεν είχαν προηγηθεί 230.000 νεκροί από την πανδημία καθώς και η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ με ό,τι επακολούθησε, δηλαδή ένας μίνι εμφύλιος τρόπο τινά στην αμερικανική επικράτεια.

Για το α) και β) απόδειξη είναι η χρόνια επικράτηση του δικομματικού συστήματος στις ΗΠΑ με την εναλλαγή των δυο κομμάτων απλώς να σηματοδοτεί ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικής. Όπως έλεγε ένα παλιό βιβλίο του Χορστ Πάττκε, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι μοιάζουν όπως μεταξύ τους δυο αυγά. Όποιος έχει αυταπάτες για το ότι οι δημοκρατικοί είναι προοδευτικοί ή προοδευτικότεροι σε σχέση με τους ρεπουμπλικάνους δεν έχει παρά να θυμηθεί πως επί Ομπάμα έσπασαν κάθε ρεκόρ οι αμερικανικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πως οι ταξικές αντιθέσεις και ο ρατσισμός δεν καταργήθηκαν. Το διαφορετικό ύφος στην πολιτική δεν συνιστά απαραίτητα και μια διαφορετική πολιτική, ανεξάρτητα με το αν με αυτό (το ύφος) «παίζουν» τα εκλογικά επιτελεία, διαφημιστές και ψυχολόγοι. Όσον αφορά το τρίτο συμπέρασμα έχει έναν βαθμό αυθαιρεσίας (άλλωστε δεν μπορεί να αποδειχτεί), αλλά με βάση τη λογική αν μετά από όλα όσα προηγήθηκαν ο Τραμπ έλαβε τόσο μεγάλα ποσοστά, τότε δικαιούμαστε να το διατυπώνουμε.

Σε κάθε περίπτωση το ερώτημα που υπάρχει από την πρώτη ημέρα που ο Τραμπ ανέβηκε στην κυβερνητική εξουσία μέχρι και σήμερα είναι πώς ένας τέτοιος πολιτικός κλόουν μπόρεσε να κερδίσει εκατομμύρια ψηφοφόρους και να δημιουργήσει μία τέτοια δυναμική και τόσο αφοσιωμένους υποστηρικτές; Σε αυτό το ερώτημα θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε κωδικοποιώντας κάποιες σκέψεις.

  1. Πίσω από κάθε πολιτική ανάλυση δεν μπορεί παρά να κρύβεται η οικονομία κι εδώ τα πράγματα βοούν. Οικονομικά ο νούμερο ένα εχθρός των ΗΠΑ σε αυτή τη φάση είναι η Κίνα για την οποία φαίνεται πως δεν είναι πολύ μακριά η χρονιά που θα γίνει η πρώτη οικονομική δύναμη στον κόσμο ή σε κάθε περίπτωση έχει μία δυναμική που δεν διαθέτει σε αυτή τη φάση καμία άλλη καπιταλιστική οικονομία. Ακόμη και εν μέσω κρίσης οι ρυθμοί ανάπτυξής της μπορεί να έπεσαν αλλά κυμάνθηκαν σε υψηλά επίπεδα. Ο Τραμπ και τα τμήματα του κεφαλαίου που τον στηρίζουν βλέπουν τον κίνδυνο και αυτός είναι ο λόγος που ο Τραμπ είχε ως κεντρικό του προεκλογικό σύνθημα το «Να κάνουμε ξανά την Αμερική πρώτη». Δεν επρόκειτο απλώς και μόνο για ένα εθνικιστικό σύνθημα αλλά για βαθιά οικονομικό. Η κόντρα ΗΠΑ-Κίνας έγινε ακόμη πιο ανάγλυφη μέσω της επιβολής δασμών ένθεν κι ένθεν με την κυβέρνηση Τραμπ να ξεκινά τη διαδικασία αυτή. Το γεγονός ότι η Αμερική αντιμετωπίζει σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, το γεγονός ότι περιοχές όπως το Ντιτρόιτ που φημίζονταν για την αυτοκινητοβιομηχανία τους είναι πλέον σαν ερειπωμένες πόλεις, αντικατοπτρίζεται και στο επίπεδο διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων. Η ρητορική, λοιπόν, περί Αμερικής που πρέπει να την ξανακάνουμε πρώτη είναι σαφές ότι άγγιξε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως όταν ο Τραμπ εκλέχτηκε, ψηφίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την εργατική τάξη και υπήρξαν σοβαρές μετακινήσεις ψηφοφόρων από τους Δημοκρατικούς προς τους Ρεπουμπλικάνους.
  2. Στο πλαίσιο και πάλι της οικονομίας ο Τραμπ έκλεισε το μάτι στο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα (ή μάλλον πήρε γραμμή από αυτό) και πρότεινε την ενίσχυσή του ώστε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Έτσι, και συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους ικανοποιούσε αλλά και τα αυτιά απελπισμένων ανέργων που εναγωνίως αναζητούσαν δουλειές.
  3. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η θέση του Τραμπ με βάση την οποία «αν οι σύμμαχοί μας θέλουν να παίζουμε τον παγκόσμιο χωροφύλακα τότε θα πρέπει να συμβάλουν στα στρατιωτικά έξοδα». Και αυτή η θέση στόχευε και πάλι στην οικονομία και ως εκ τούτου μίλαγε στο μυαλό ή καλύτερα στην τσέπη των πληγέντων από την κρίση Αμερικανών. Ενισχυμένη οικονομική συμβολή των συμμάχων στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ θα σήμαινε ελάφρυνση του αμερικανικού προϋπολογισμού.
  4. Πέραν, όμως, των παραπάνω πρέπει να απαντηθεί κι ένα άλλο ερώτημα: γιατί οι Αμερικανοί ή εν πάση περιπτώσει ένα μεγάλο μέρος τους πίστευαν και ακολουθούσαν τα παραληρήματα του Τραμπ που σχετίζονταν με τον κορονοϊό; Ας διευκρινίσουμε πρώτα από όλα τούτο: οι παραδοξολογίες του Τραμπ δεν ήταν προϊόν ψυχικών ανισορροπιών του αλλά αποτέλεσμα της απάντησης στο δίλημμα: ανοσία αγέλης ή κεντρικός σχεδιασμός με ενίσχυση της δημόσιας υγείας για την αντιμετώπιση της πανδημίας; Επομένως, θέλοντας και μη η οικονομία επανέρχεται. Εδώ απαιτείται αναζήτηση σε άλλα πεδία και πιο συγκεκριμένα σε αυτά του πολιτισμού και της παιδείας. Ο Αμερικανός είναι διαπαιδαγωγημένος από τον αμερικανικό κινηματογράφο όπου κάθε υπερβολή έχει θέση όπως και κάθε στρέβλωση της ιστορίας. Υπερήρωες, σάιμποργκ, εκτελεστές που δεν τους πιάνει καμία σφαίρα των κακών και μπορούν κι εξοντώνουν με ξύλο δεκάδες ανθρώπους, κάθε είδους παραλογισμός παρελαύνει στις μεγάλες οθόνες και στις τηλεοράσεις. Επίσης, το μορφωτικό επίπεδο των Αμερικανών βρίσκεται σε τραγικό επίπεδο: «Το 6% των Αμερικανών πιστεύει στην ύπαρξη μονόκερων, το 36% πιστεύει στα UFO, το 18% πιστεύει ακόμα ότι ο ήλιος περιστρέφεται γύρω από τη γη, ενώ σχεδόν ένα 30% πιστεύει ότι το λεγόμενο “Cloud computing” έχει να κάνει με πραγματικά σύννεφα [clouds]», αναφέρει δημοσίευμα του αμερικανικού ειδησεογραφικού ιστότοπου AlterNet, με βάση μία στατιστική έρευνα. Ακόμη, το 45% των Αμερικανών πιστεύει στην ύπαρξη αγγέλων και το 48% πιστεύει σε κάποια μορφή Δημιουργισμού (ο άνθρωπος προέρχεται από τους πρωτόπλαστους και όχι από τον πίθηκο). Τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλύτερα αν αναφερθούμε και σε Αμερικανούς αξιωματούχους. Μεταξύ των 33 ερωτήσεων που υποβλήθηκαν σε 2.500 εκλεγμένους Αμερικανούς αξιωματούχους ήταν και η ερώτηση «αναφέρατε δύο χώρες εχθρικές προς τις ΗΠΑ στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», το 69% απάντησε σωστά ότι ήταν η Γερμανία και η Ιαπωνία. Οι υπόλοιποι επικαλέστηκαν χώρες όπως Αγγλία και Ισπανία, ή Καναδά και Μεξικό, ή Κίνα και Ρωσία! Όλο αυτό υπόβαθρο μπορεί να μας δώσει εξηγήσεις στο γιατί ουκ ολίγοι Αμερικανοί ακολούθησαν την προτροπή του Τραμπ να καταναλώσουν χλωρίνη προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον ιό.
  5. Ο ρατσισμός δεν είναι απλώς και μόνο μία ανθρώπινη διαστροφή, αλλά έχει ταξικό υπόβαθρο. Γενικότερα, η κατασκευή ενός φαντασιακού εχθρού πάντα εξυπηρετεί τους κρατούντες αφού εμποδίζει τη διάκριση των πραγματικών αιτιών. Οι ναζί κατασκεύασαν πολλούς τέτοιους εχθρούς: Εβραίους, Σλάβους, κομμουνιστές, ομοφυλόφιλους, ρομά, διανοητικά και σωματικά ανάπηρους. Η σύγχρονη ακροδεξιά στοχεύει κυρίως σε μετανάστες και πρόσφυγες ενώ στις ΗΠΑ ο μαύρος ως εχθρός είναι μία «διαχρονική αξία». Η άθλια αντιμετώπιση της αστυνομίας ενάντια στους μαύρους, οι συνεχείς δολοφονίες και η εκτεταμένη καταστολή ικανοποίησαν μέρος της λευκής Αμερικής που επιθυμούσε τη διατήρηση της ευταξίας προς όφελος της οικονομίας.

Δυστυχώς, κατά την τετριμμένη πια διαπίστωση ο Τραμπ έφυγε αλλά ο τραμπισμός παραμένει. Και μάλιστα αγκαλιάζει και τη γηραιά ήπειρο. Ακριβώς για αυτό τον λόγο αξίζει και τώρα και στο μέλλον η αποκωδικοποίηση της κοινωνικής συμπεριφοράς των Αμερικανών πολιτών.

Βασίλης Λιόσης