Την αποκάλυψη ότι η πραγματική ανεργία στην Ελλάδα αγγίζει το 31.3% έκανε ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, σε απάντησή του στον ευρωβουλευτή της Λαϊκής Ενότητας (ΛΑΕ), Νίκο Χουντή.

Όπως αναφέρει ο Έλληνας ευρωβουλευτής “στην απάντησή του, ο Πρόεδρος της ΕΚΤ είναι αποκαλυπτικός για την κατάσταση της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, η οποία παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό, τόσο επίσημης ανεργίας, όσο και διευρυμένης. Το πραγματικό ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα, στο οποίο συνυπολογίζονται «τα άτομα που είναι διαθέσιμα αλλά δεν αναζητούν εργασία, τα άτομα που αναζητούν εργασία αλλά δεν είναι διαθέσιμα να εκμεταλλευτούν ευκαιρίες απασχόλησης εντός δύο εβδομάδων και υποαπασχολούμενοι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης που επιθυμούν να εργαστούν περισσότερες ώρες», αγγίζει το 31.3% για το 2016, όταν το 2006 ήταν στο 12.9%, ενώ το επίσημο ποσοστό ανεργίας βρίσκεται στο τελευταίο τρίμηνο του 2016 στο 23.4%”.

Την ίδια ώρα η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου, μιλώντας στον ρ/σ «Στο Κόκκινο», υποστηρίζει ότι η ανεργία μειώθηκε στο 21,7%, τον Απρίλιο, επικαλούμενη τα αποτελέσματα του Πληροφοριακού Συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ».

Ακολουθεί η πλήρης απάντηση του Μάριο Ντράγκι στον Νίκο Χουντή, μαζί με σχετικό πίνακα για την ανεργία, που απέστειλε η ΕΚΤ, για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

Αξιότιμο μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κύριε Χουντή,
Σας ευχαριστώ για την επιστολή σας, την οποία μου διαβίβασε ο κ. Roberto Gualtieri, Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, μαζί με συνοδευτική επιστολή στις 31 Μαΐου 2017.
Στο πλαίσιο με τίτλο «Assessing labour market slack» του Οικονομικού Δελτίου της ΕΚΤ εξετάζονται οι εξελίξεις σε διευρυμένους δείκτες υποχρησιμοποίησης του εργατικού δυναμικού σε σύγκριση με τον μάλλον στενό ορισμό του ποσοστού ανεργίας. Όπως εξηγείται στο πλαίσιο, η διαφορά μεταξύ των δύο δεικτών μέτρησης οφείλεται στο γεγονός ότι συνεκτιμούνται τρεις επιπλέον ομάδες ανέργων πέραν του αριθμού όσων προσμετρούνται ως άνεργοι , συγκεκριμένα:

• τα άτομα που είναι διαθέσιμα αλλά δεν αναζητούν εργασία (συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων «που έχουν αποθαρρυνθεί»)•
• τα άτομα που αναζητούν εργασία αλλά δεν είναι διαθέσιμα να εκμεταλλευτούν ευκαιρίες απασχόλησης εντός δύο εβδομάδων, δηλ. το χρονικό διάστημα που απαιτείται προκειμένου να θεωρούνται άνεργοι σύμφωνα με τον διεθνή ορισμό•
• υποαπασχολούμενοι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης που επιθυμούν να εργαστούν περισσότερες ώρες.

Επιπλέον, οι δύο δείκτες διαφέρουν ελαφρώς ως προς τους παρονομαστές τους. Στον διευρυμένο δείκτη γίνεται προσαρμογή του εργατικού δυναμικού προκειμένου να συνεκτιμούνται οι δύο πρώτες εκ των παραπάνω ομάδων, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται συνήθως στους υπολογισμούς για τα ποσοστά ανεργίας βάσει τυποποιημένου ορισμού.
Κατόπιν του συγκεκριμένου ερωτήματός σας, οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ υπολόγισαν τα ποσοστά (τα οποία είναι επί του παρόντος διαθέσιμα έως και το δ΄ τρίμηνο του 2016, σύμφωνα με μέσους όρους τεσσάρων τριμήνων σε κυλιόμενη βάση), τα οποία παρατίθενται στο Παράρτημα της παρούσας επιστολής, μαζί με τα εναρμονισμένα ποσοστά ανεργίας της Eurostat «βάσει τυποποιημένου ορισμού» για τα αντίστοιχα τρίμηνα.

Δεδομένου ότι τα ποσοστά ανεργίας βάσει τυποποιημένου ορισμού παρουσιάζουν ευρέως αναγνωρισμένες σημαντικές διαφορές από χώρα σε χώρα, δεν προκαλεί ενδεχομένως έκπληξη το γεγονός ότι οι διευρυμένες εκτιμήσεις της υποαπασχόλησης του εργατικού δυναμικού υποδεικνύουν επίσης αποκλίνουσες εξελίξεις μεταξύ των χωρών. Έτσι, ενώ η πιο πρόσφατη εκτίμηση της διευρυμένης υποχρησιμοποίησης του εργατικού δυναμικού για τη ζώνη του ευρώ διαμορφώθηκε σε επίπεδο μόλις κάτω από το 18,5%, οι εκτιμήσεις ανά χώρα κυμαίνονται από 7,3% και 9,6% του διευρυμένου εργατικού δυναμικού στη Μάλτα και στη Γερμανία αντίστοιχα μέχρι 29,2% στην Ισπανία και 31,3% στην Ελλάδα. Με βάση την πιο μακρόχρονη σειρά διαθέσιμων στοιχείων, διαπιστώνεται ότι σε όλες σχεδόν τις χώρες της ζώνης του ευρώ καταγράφηκε σημαντική αύξηση στους διευρυμένους δείκτες υποχρησιμοποίησης του εργατικού δυναμικού στη διάρκεια της κρίσης – συχνά ως αποτέλεσμα σημαντικών αυξήσεων τόσο στα ποσοστά ανεργίας όσο και σε διευρυμένους δείκτες υποαπασχόλησης. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν η Γερμανία και η Σλοβακία, όπου οι μετρήσεις της διευρυμένης υποχρησιμοποίησης του εργατικού δυναμικού ήταν σχετικά υψηλές ακόμη και πριν από την κρίση.

 

Σε όλες τις χώρες τα ποσοστά ανεργίας έχουν σημειώσει κάποια υποχώρηση μετά την κορύφωσή τους – ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιείται το ποσοστό ανεργίας «βάσει τυποποιημένου ορισμού» υπό τη στενότερη έννοια ή ο διευρυμένος δείκτης υποαπασχόλησης. Επιπλέον, όπως φαίνεται στον Πίνακα 1, σε έξι χώρες της ζώνης του ευρώ (Γερμανία, Εσθονία, Λεττονία, Λιθουανία, Μάλτα και Σλοβακία) καταγράφηκαν στο τέλος του 2016 χαμηλότερα ποσοστά υποαπασχόλησης σε σχέση με το α΄ τρίμηνο του 2006 και σε τρεις από αυτές (Γερμανία, Μάλτα και Σλοβακία) υποχώρηση σημείωσαν επίσης και τα ποσοστά ανεργίας βάσει τυποποιημένου ορισμού την ίδια περίοδο (όπως φαίνεται στον Πίνακα 2).
Εν κατακλείδι, θα ήθελα να επαναλάβω ότι στόχος των αποφάσεων της ΕΚΤ για τη νομισματική πολιτική είναι πρωτίστως η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο. Η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να προσαρμόζεται στις εξελίξεις που αφορούν συγκεκριμένες χώρες και, όπως έχω επανειλημμένως εξηγήσει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η σημερινή διευκολυντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής ωφελεί όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ.

Με εκτίμηση,

Mario Draghi