Του Ανδρέα Κοσιάρη
Η συμφωνία των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (Syrian Democratic Forces – SDF) με την κυβέρνηση του Μπασάρ αλ-Άσαντ, για να επιτραπεί η είσοδος σε δυνάμεις του Συριακού Στρατού στις ελεγχόμενες από τους Κούρδους περιοχές της χώρας και να επιχειρήσουν από κοινού να αποκρούσουν την εισβολή της Τουρκίας, αποτελεί μία οδυνηρή, αλλά αναγκαία υποχώρηση που αναγκάζονται να κάνουν οι Κούρδοι.

Αντιμέτωποι με σχεδόν κυριολεκτικό αφανισμό στα χέρια του Τουρκικού στρατού και των Ισλαμιστικών ομάδων που δρουν σε υποστήριξή του, οι Κούρδοι της Συρίας αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα όνειρά τους για μεγαλύτερη αυτονομία και παίζουν το μοναδικό χαρτί που τους έχει απομείνει για την επιβίωσή τους.

Οι δυνάμεις του SDF, ήταν οι μοναδικές πολυ-εθνοτικές δυνάμεις που έλαβαν μέρος στον χαοτικό Συριακό εμφύλιο, μαχόμενες υπό την καθοδήγηση του Κουρδικού YPG, κυρίως κατά του ISIS και άλλων Ισλαμιστικών ομάδων.

Μέχρι πρότινος υποστηρίζονταν με εξοπλισμό και εκπαίδευση από τις ΗΠΑ, σε άλλη μία αναγκαστική συμμαχία των Κούρδων που έληξε άδοξα στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας.

Από την εξέλιξη αυτή γεννώνται δύο βασικά ερωτήματα. Το πρώτο είναι καθαρά υποθετικό και αφορά το κατά πόσο θα μπορέσουν οι ενωμένες δυνάμεις του SDF και του Συριακού Στρατού να σταματήσουν την προέλαση των δυνάμεων του Ερντογάν.

Υπάρχει δεδομένη κόπωση και αποδυνάμωση στον Συριακό στρατό που μάχεται εδώ και 8 χρόνια, ενώ και οι δυνάμεις του SDF φαίνεται να είχαν πειστεί τους προηγούμενους μήνες από τις ΗΠΑ σε μερική χαλάρωση των αμυντικών τους θέσεων προς την Τουρκία.

Οι πέντε ημέρες τούρκικων βομβαρδισμών προκάλεσαν την απόδραση χιλιάδων κρατουμένων, μεταξύ των οποίων και τουλάχιστον 700 με κάποιον δεσμό με το ISIS – μαχητές, υποστηρικτές και οικογενειακά μέλη. Ο συνολικός αριθμός των κρατουμένων που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των δυνάμεων του SDF, υπολογίζεται σε 11.000.

Ήδη Ισλαμιστικές ομάδες δρουν στην πρώτη γραμμή μαζί με τον Τουρκικό στρατό, εκτελώντας μεταξύ άλλων και την Κούρδισσα ηγέτιδα του κόμματος «Μέλλον της Συρίας», Χεβρίν Χαλάφ.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά το ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της Ρωσίας. Η τελευταία αυτή εξέλιξη φέρνει ουσιαστικά αντιμέτωπους δύο συμμάχους της. Από τη μία πλευρά η Συριακή κυβέρνηση, την οποία η Ρωσία έχει στηρίξει από την αρχή αυτού του αιματηρού εμφυλίου. Και από την άλλη η κυβέρνηση του Ερντογάν, με τον οποίο ο Πούτιν έχει ολοένα και πιο στενές σχέσεις, παρά τα στιγμιότυπα εντάσεων όπως η κατάρριψη Ρωσικού μαχητικού από Τούρκικο F-16, τον Νοέμβριο του 2015.

Η Τουρκία επιθυμεί διακαώς την εξάλειψη των Κούρδων και την κατάκτηση εδάφους, όπου θα μπορεί να «παρκάρει» έναν μεγάλο αριθμό από τους πρόσφυγες που στοιβάζονται στη χώρα (ως αποτέλεσμα και της συμφωνίας Τουρκίας-ΕΕ).

Η Συρία φαίνεται να έχει συμφωνήσει με τους Κούρδους τον τερματισμό της μερικής αυτονομίας που απολαμβάνουν εδώ και μια πενταετία και δεν φαίνεται διατεθειμένη να παραδώσει έδαφος σε κανέναν, πόσω μάλλον σε ένα καθεστώς που συνεργάστηκε παρασκηνιακά με τους Ισλαμιστές, όπως αυτό του Ερντογάν.

Όλα αυτά την ώρα που το στρατιωτικό κατεστημένο στις ΗΠΑ έχει θορυβηθεί έντονα από την κίνηση Τραμπ να δώσει το πράσινο φως στον Ερντογάν για εισβολή, και την απόφασή του να αποσύρει την (πολύ μικρή) αμερικανική δύναμη που υποστήριζε τους Κούρδους. Είναι η πρώτη φορά που ο Ντόναλντ Τραμπ δέχεται πυρά και από προβεβλημένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών, που τον έχουν στηρίξει σε οποιαδήποτε άλλη δύσκολη στιγμή της προεδρίας του.

Ένας παράγοντας στην έκβαση των γεγονότων θα είναι και οι αντοχές της τουρκικής οικονομίας στις κυρώσεις της διεθνούς κοινότητας. Παρά το γεγονός ότι οι αντιδράσεις του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης έχουν υπάρξει άκρως υποκριτικές, η επιβολή κάποιων (έστω ισχνών) οικονομικών κυρώσεων στην Τουρκία είναι βέβαιη.

Ήδη κάποιες χώρες έχουν μπλοκάρει τις πωλήσεις νέου οπλισμού στην Τουρκία, ενώ νομοσχέδιο κυρώσεων ετοιμάζεται και στην αμερικανική βουλή, με στήριξη από αμφότερους τους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικάνους.

Το σίγουρο είναι ότι η  κατάσταση στη Συρία αναφλέγεται ξανά, έπειτα από μία σύντομη περίοδο σχετικής ηρεμίας. Η ουσιαστική ήττα του ISIS και η μείωση των προσπαθειών ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ, είχαν οδηγήσει πολλούς να ελπίζουν σε κάποιου είδους μόνιμη λήξη του πολέμου.

Τώρα θα υπάρξουν νέες εκατόμβες θυμάτων, χιλιάδες προσφύγων και πιθανή αναβίωση του Ισλαμικού κράτους, με τους προδομένους Κούρδους να επιλέγουν το μικρότερο κακό της απεμπόλησης της αυτονομίας τους, μπροστά στο απόλυτο της γενοκτονίας τους στα χέρια του Ερντογάν.

CLOSE
CLOSE