Καθώς το ελεύθερο κάμπινγκ μπαίνει στο στόχαστρο δημάρχων και αστυνομίας σε όλη την Ελλάδα (με ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως η Τήλος), εμείς θυμόμαστε τους κοινωνικούς και ταξικούς συμβολισμούς που κουβαλά από την εποχή της Βικτωριανής Αγγλίας μέχρι τις μέρες μας.

«Θέλω να κάνω μπάντζι τζάμπινγκ, Μήτσο μου».
«Γιατί δεν κάνεις τζάμπα κάμπινγκ, Ελενίτσα;»

Δέκα μικροί Μήτσοι

Aν και η χρήση αντίσκηνων χάνεται στα βάθη των αιώνων, ανάμεσα σε ιστορίες στρατιωτών, κυνηγών και χρυσοθήρων, το ελεύθερο κάμπινγκ αναψυχής φαίνεται να ξεκινά στα χρόνια της Βικτωριανής Αγγλίας. Ως «πατέρας» του εμφανίζεται ο Βρετανός ράφτης Τόμας Χίραμ Χόλντινγκ, ο οποίος μάλιστα το 1897 κατασκεύασε και την πρώτη πτυσσόμενη σκηνή, την οποία μπορούσε να κουβαλήσει με το ποδήλατό του. Σύντομα δεκάδες σκηνές άρχισαν να στήνονται στις όχθες του Τάμεση όπου οι Λονδρέζοι πραγματοποιούσαν σύντομες εξορμήσεις.

Σε αντίθεση πάντως με τους σημερινούς κάμπερ, οι οποίοι είναι συχνά νέοι και με χαμηλό εισόδημα, οι πρώτοι οπαδοί του ελεύθερου κάμπινγκ είχαν να σπαταλήσουν χρήμα και χρόνο. Άλλωστε και μόνο το γεγονός ότι μπορούσαν να πάνε διακοπές (προνόμιο που κέρδισαν τα μεσαία στρώματα μόνο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) τους τοποθετούσε σε διαφορετική κατηγορία.

Στις ΗΠΑ, αρκετοί πρόεδροι, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, έκλειναν σημαντικές συμφωνίες κατά τη διάρκεια εξορμήσεων ελεύθερου κάμπινγκ με πολιτικούς και βιομηχάνους. Ο Θίοντορ (Τέντι) Ρούσβελτ συνδύαζε μάλιστα το κάμπινγκ με το κυνήγι αρκούδας – γεγονός που εξηγεί γιατί τα λούτρινα αρκουδάκια στην Αμερική ονομάστηκαν Teddy Bears. Για τους ενοίκους του Λευκού Οίκου το ελεύθερο κάμπινγκ αποτελούσε ένα επικοινωνιακό τέχνασμα με το οποίο παρουσιάζονταν να δαμάζουν τα στοιχεία της φύσης (κάτι σαν τις εικόνες του «γυμνόστηθου Πούτιν» που ψαρεύει στα ποτάμια) αλλά και να επιστρέφουν σε έναν φυσικό τρόπο ζωής μακριά από τις πολύβουες μεγαλουπόλεις.

Ο πρόεδρος Ουόρεν Χάρντινγκ, παραδείγματος χάριν, προωθούσε φανατικά αυτή την εικόνα ακόμη και όταν προσκαλούσε για ελεύθερο κάμπινγκ βιομηχάνους όπως ο Χένρι Φορντ και ο Χάρβεϊ Φάιρστοουν, οι οποίοι μόνο για την αγάπη τους για το περιβάλλον δεν έμειναν στην ιστορία. Το ελεύθερο κάμπινγκ της εποχής, βέβαια, παρέπεμπε περισσότερο σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε glamping (glamorous camping), καθώς οι εύποροι λάτρεις της φύσης κουβαλούσαν μαζί τους από πολυτελή στρώματα και σκηνές μέχρι και μερικούς σεφ και υπηρέτες. Για την ιστορία, ως πρώτος glamper θεωρείται από ορισμένους ο βασιλιάς Ιάκωβος Ε’ της Σκοτίας, ο οποίος πήγαινε για «ελεύθερο κάμπινγκ» με τη μητέρα του κουβαλώντας και ένα μικρό τμήμα από το παλάτι του.

Ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες βέβαια, το ελεύθερο κάμπινγκ άρχισε να αποκαλύπτει ορισμένα από τα κακώς κείμενα των κοινωνιών που άφηναν πίσω τους οι κάμπερ. Το γεγονός, παραδείγματος χάριν, ότι οι άντρες έπρεπε να ασχολούνται με το πλύσιμο των πιάτων και «δουλειές του σπιτιού» έφερνε στο προσκήνιο τις καθημερινές εργασίες της γυναίκας, που συνήθως περνούσαν απαρατήρητες. Όπως εξηγούσε η καθηγήτρια Ιστορίας Φίμπι Κροπ, «αυτή η αναγνώριση δημιουργούσε το ερώτημα ποιος πραγματικά παράγει τις ανέσεις του σύγχρονου πολιτισμού» όταν απουσιάζει η υποτιθέμενη «παραγωγική εργασία».

Έκτοτε, και καθώς το ελεύθερο κάμπινγκ έφευγε από τις ελίτ και περνούσε στα μεσαία στρώματα, αρκετοί ερευνητές αντιμετώπισαν τη συγκεκριμένη μορφή διακοπών σαν έναν μικρόκοσμο που τους επέτρεπε να κατανοήσουν αλλά και να εξηγήσουν σύνθετες έννοιες σχετικά με την εργασία, τις κοινωνικές τάξεις, τον ρόλο των φύλων κ.ά.

Στο βιβλίο του «Γιατί όχι Σοσιαλισμός;» (εκδόσεις Εκκρεμές), ο Καναδός μαρξιστής φιλόσοφος Τζέραλντ-Αλαν Κόεν χρησιμοποιούσε το κάμπινγκ για να εξηγήσει ότι οι άνθρωποι θα προτιμούσαν μια σοσιαλιστική κοινωνία χωρίς ιδιωτική περιουσία και ιεραρχικές σχέσεις, εάν τους είχε δοθεί η ευκαιρία να βιώσουν τα προτερήματά της. Ο Κόεν εξηγούσε με παραδείγματα πόσο παράλογο θα ήταν να συμπεριφέρεται κανείς σε ένα (ελεύθερο) κάμπινγκ με όρους οικονομίας της αγοράς και ακολουθώντας φιλελεύθερες ιδέες για τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων. Φανταστείτε λέει ότι η Σίλβια επιστρέφει στο κάμπινγκ ύστερα από έναν μακρύ περίπατο και ανακοινώνει ότι βρήκε μια μεγάλη μηλιά από την οποία θα μπορούσαν να φτιάξουν μαρμελάδα ή κομπόστα.

Σαν αντάλλαγμα, όμως, για την ανακάλυψή της απαιτεί να της παραχωρήσουν περισσότερο χώρο στη σκηνή, να μειώσουν τη συμμετοχή της στα καθημερινά καθήκοντα και να αυξήσουν τη μερίδα της στο πρωινό. Αντίστοιχα η Λέσλι, η οποία ανακάλυψε μια καρυδιά, ζητά από τους φίλους της στο κάμπινγκ να την πληρώνουν γιατί είναι η μόνη που ξέρει πώς να σπάει τα καρύδια. Όσο για τον Μόργκαν, απαιτεί να του φέρνουν καλύτερο φαγητό γιατί στον χώρο που κάθονται, πριν από τριάντα χρόνια, έστηνε τη σκηνή του ο πατέρας του.

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα εντοπίσει στο κείμενο του Κόεν αρκετές από τις συνήθειες που θεωρούνται «φυσιολογικές» σε ένα καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής (ιδιωτική περιουσία, δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, ραντιέρηδες που αποσπούν πρόσοδο χωρίς να συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία), αλλά θα ήταν εξοργιστικές στο πλαίσιο του ελεύθερου κάμπινγκ.

Είναι φυσικά προφανές ότι ο Καναδός φιλόσοφος (που παρεμπιπτόντως δήλωνε ότι απεχθάνεται το κάμπινγκ) δεν είχε έρθει στην Ελλάδα για να γνωρίσει αυτούς που κρατάνε για «καβάτζα» τις θέσεις της σκηνής τους στην παραλία του Ρούκουνα στην Ανάφη και δεν έμαθε ποτέ ότι κάποιος θα επιχειρούσε να νοικιάσει μια σκιερή θέση της Γαύδου στο Airbnb. Αυτά όμως είναι προβλήματα που θα παταχθούν αυτομάτως σε μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Διαβάστε
«Γιατί όχι Σοσιαλισμός;» (εκδόσεις Εκκρεμές)
Ο Τζέραλντ-Αλαν Κόεν καταρρίπτει μεθοδικά τις βεβαιότητες φιλελεύθερων στοχαστών και οικονομολόγων για τα «προτερήματα» του καπιταλισμού και της οικονομίας της αγοράς.

Άρης Χατζηστεφάνου | Εφημερίδα των Συντακτών 18/07/2020