apple μήλο

Ο πόλεμος των φορτιστών

Αρης Χατζηστεφάνου

Εφημερίδα των Συντακτών

Η απόφαση της Ε.Ε. να επιβάλει κοινό φορτιστή στις ηλεκτρονικές συσκευές μέχρι το 2024 έρχεται με καθυστέρηση μιας δεκαετίας να δώσει λύση σε ένα πρόβλημα που εξελίσσεται ταχύτερα από τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών. Ενα πρόβλημα που βρίσκεται στην καρδιά του καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης.


Υπάρχουν ορισμένες ειδήσεις το άκουσμα των οποίων σου δημιουργεί ένα κατακλυσμιαίο deja vu. Στον χώρο της τεχνολογίας μια τέτοια είδηση είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση θα επιβάλει στις εταιρείες κινητών τηλεφώνων να χρησιμοποιούν συμβατούς φορτιστές, γεγονός που σύμφωνα με την Κομισιόν θα περιορίσει τα ηλεκτρονικά σκουπίδια μας κατά χίλιους τόνους τον χρόνο.

Η σχετική συζήτηση έχει ιστορία δύο δεκαετιών, ενώ η συγκεκριμένη «είδηση» για την πρωτοβουλία της Ε.Ε. παρουσιάζεται στα ΜΜΕ με σχεδόν πανομοιότυπες διατυπώσεις εδώ και δέκα χρόνια. Στο διάστημα που μεσολάβησε, οι τύποι των φορτιστών από μερικές δεκάδες περιορίστηκαν σε τρεις (micro USB, USB-C και lighting), ενώ το καλώδιό τους αποσπάστηκε από την πρίζα, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία. Η πρωτοβουλία μάλιστα ίσως να είναι σύντομα κενή περιεχομένου όσο θα επεκτείνεται η ασύρματη φόρτιση (όπου για άλλη μία φορά οι εταιρείες προωθούν μη συμβατούς φορτιστές, παρά το γεγονός ότι εν πολλοίς στηρίζονται στην ίδια τεχνολογία).

Η δεκαετής καθυστέρηση της Ε.Ε. να επιβάλει μια τόσο απλή απόφαση είναι απόδειξη της ολοκληρωτικής αδυναμίας των Βρυξελλών να προστατεύσουν τους καταναλωτές, όταν αυτό απαιτεί να ενοχλήσουν έστω και κατ’ ελάχιστον τα λόμπι κάποιας βιομηχανίας – στη συγκεκριμένη περίπτωση των εταιρειών ηλεκτρονικών συσκευών. Παρ’ όλα αυτά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αν μη τι άλλο η Ε.Ε. για μία φορά στάθηκε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας και βρέθηκε αντιμέτωπη με κολοσσιαία συμφέροντα. Γιατί η «σύγκρουση των φορτιστών» είναι απλώς μια περιφερειακή μάχη στον πόλεμο που δίνουν οι εταιρείες ηλεκτρονικών συσκευών ώστε τα προϊόντα τους να είναι όσο το δυνατόν ασύμβατα μεταξύ τους, μη μεταπωλήσιμα, μη επιδιορθώσιμα και ενίοτε αυτοκαταστρεφόμενα – πιο απλά να αναγκάζουν τον καταναλωτή να αγοράζει το επόμενο μοντέλο σε όσο το δυνατόν μικρότερο χρονικό διάστημα.

Φυσικά πρωταθλητής αλλά και σύμβολο αυτής της προσπάθειας είναι εδώ και δεκαετίες η Apple. Ο όρος «μη συμβατό» ήταν πάντα το δεύτερό της όνομα, είτε αυτό αφορούσε τους υπολογιστές, το λογισμικό, τις εφαρμογές, τους φορτιστές, τα ακουστικά αλλά ακόμη και τις βίδες στα κινητά τηλέφωνα που επιτρέπουν μόνο σε εξειδικευμένους τεχνικούς να τα ανοίξουν. Η εταιρεία κατηγορείται εδώ και χρόνια ότι επιβάλλει στους καταναλωτές ανανεώσεις του λογισμικού (προκειμένου να συνεχίσουν να λειτουργούν όλες οι εφαρμογές) τις οποίες δεν υποστηρίζουν οι παλιές συσκευές, γεγονός που τις καθιστά άχρηστες.

Οι πρακτικές αυτές όχι μόνο δεν ανήκουν στο παρελθόν, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, αλλά διαρκώς κλιμακώνονται. Φέτος η Apple έχει ξοδέψει τα περισσότερα χρήματα στην ιστορία της (2,5 εκατ. δολάρια μόνο στο πρώτο τρίμηνο) για εκστρατείες λόμπι εναντίον αποφάσεων που απειλούν την ολιγοπωλιακή της θέση στην αγορά και θα μπορούσαν να προστατεύσουν τους καταναλωτές από τις συνεχείς αλλαγές συσκευών. Βασική επιδίωξη, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, είναι να ακυρώσει το λεγόμενο Right To Repair (δικαίωμα στην επισκευή), δηλαδή τις νομοθετικές ρυθμίσεις που προωθούνται σε αμερικανικές Πολιτείες ώστε οι καταναλωτές να έχουν το δικαίωμα να επισκευάζουν τις συσκευές τους χωρίς παρέμβαση της αντιπροσωπείας.

Οπως εξηγούσε πρόσφατα στην εφημερίδα Guardian η Ρέιτσελ Μπότσμαν, συγγραφέας και λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης που ειδικεύεται σε θέματα ηλεκτρονικών συσκευών, όλες οι πρακτικές των εταιρειών που περιορίζουν τη διάρκεια ζωής μιας συσκευής έχουν αποτέλεσμα «να μεταφέρεται στον καταναλωτή το ρίσκο που θα έπρεπε να επωμίζεται η εταιρεία». Παράλληλα μεταφράζονται σε τεράστια επιβάρυνση για το περιβάλλον, αφού πλέον μόνο το 12% των έξυπνων κινητών φτάνουν να μεταπωλούνται ως μεταχειρισμένα.

Η εξέλιξη της τεχνολογίας και η επικράτηση του cloud computing –κυρίως δηλαδή η απομακρυσμένη αποθήκευση δεδομένων έξω από τις συσκευές– θα μπορούσε θεωρητικά να λύσει αυτό το πρόβλημα. Ερευνητές, όπως ο Ντάστιν Μπέντον από το Green Alliance (ένα βρετανικό think tank που μόνο για σοσιαλιστικές καταβολές δεν μπορεί να κατηγορηθεί), έχουν προτείνει εναλλακτικά μοντέλα στα οποία ο καταναλωτής δεν αγοράζει αλλά νοικιάζει τη συσκευή και τις υπηρεσίες που του παρέχει.

Συγκεκριμένα ο Μπέντον περιγράφει ένα πακέτο που θα περιλαμβάνει τη συσκευή, το λογισμικό, διαρκή σύνδεση στο ίντερνετ, απομακρυσμένη αποθήκευση δεδομένων και εξασφαλισμένη διάρκεια ζωής της μπαταρίας και το οποίο θα αντικαθίσταται άμεσα μόλις παύσει να ικανοποιεί μια από τις παραπάνω προϋποθέσεις. Οι επιστρεφόμενες συσκευές θα μπορούν να επιδιορθωθούν και να μεταπωληθούν άμεσα σε άλλες αγορές.

Το βασικό πρόβλημα εδώ βέβαια είναι ιδεολογικό, καθώς μια τέτοια πρόταση απαιτεί να ξεπεράσουμε το αίσθημα της ατομικής ιδιοκτησίας – ένα απόλυτα τεχνητό «ένστικτο» που καλλιεργεί ο καπιταλισμός στους ανθρώπους εδώ και σχεδόν μισή χιλιετία. Μέχρι πρότινος αυτή η ανησυχία ήταν δικαιολογημένη καθώς οι συσκευές μας αποθήκευαν πολύτιμα προσωπικά δεδομένα. Με το cloud computing όμως αυτό το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Οι νέες αυτές προτάσεις δεν είναι από μόνες τους επαναστατικές ή δίκαιες. Οπως μας έδειξε η διαμοιραστική οικονομία, η απομάκρυνση από ορισμένες πτυχές της ιδιοκτησίας (από το Airbnb μέχρι το Uber) μπορούν να έχουν απρόβλεπτες επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, από τα εργασιακά δικαιώματα μέχρι τη λειτουργία μιας πόλης ή μιας κοινωνίας. Για άλλη μία φορά όμως οι «καινοτόμοι» της υψηλής τεχνολογίας δεν μας επιτρέπουν ούτε καν να φανταστούμε ένα διαφορετικό μέλλον. Μήπως βέβαια ζητάμε πολλά από ένα σύστημα (τον καπιταλισμό) το οποίο αρνείται να μας προσφέρει ακόμη και έναν κοινό φορτιστή για κινητά;