λιγνάδης

Ο «μέτριος» κύριος Λιγνάδης που έγινε ιερό τέρας

Επιμέλεια: Αρης Χατζηστεφάνου

Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, που εξαπέλυσε ο κατηγορούμενος για παιδεραστία, Δημήτρης Λιγνάδης, εναντίον του προέδρου του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, Σπύρου Μπιμπίλα, προκάλεσαν δικαίως οργή.

Ακόμη όμως και όσοι επιτέθηκαν στον Λιγνάδη, γιατί χαρακτήρισε τον Μπιμπίλα «μέτριο», δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν το «ταλέντο» του παραιτηθέντα διευθυντή του εθνικού θεάτρου. Πολλοί κατέληξαν στο επιχείρημα ότι ακόμη και αν ο Μπιμpίλας ειναι «μέτριος», είναι καλύτερος άνθρωπος. Το ιερό τέρας όμως παρέμεινε ιερό τέρας.

Καταρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι κάθε άλλο παρά μέτριο θεωρούμε τον Σπύρο Μπιμπίλα.

Έχει όμως σημασία όλη αυτή η συζήτηση, θα αναρωτηθεί κάποιος; Ίδια δεν πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στις κατηγορίες περί βιασμού είτε ο Λιγνάδης ήταν καλός ηθοποιός και σκηνοθέτης είτε όχι; Φυσικά και πρέπει να είναι η ίδια. Με τον ίδιο τρόπο που μπορούμε να θαυμάζουμε το έργο του Νταλί αν και γνωρίζουμε ότι ήταν φασίστας, έτσι θα μπορούσαμε και να θαυμάζουμε τις ικανότητες ενός παιδεραστή ακόμη και αν καταλήξει στη φυλακή.

Το πως δημιουργείται όμως ένα «ιερό τέρας» έχει τη δική του αυτοτελή σημασία. Πολύ συχνά είναι μια απόφαση καθαρά πολιτική και κυρίως οικονομική. Είναι δηλαδή η απόφαση κυκλωμάτων που ελέγχουν ολόκληρους τομείς του πολιτισμού και διαχειρίζονται τεράστια κονδύλια.

Εμείς κριτικοί θεάτρου δεν είμαστε για αυτό αναδημοσιεύουμε απόσπασμα ενός πολύ ενδιαφέροντος άρθρου του Δημήτρη Καλαντζή από το postmodern.gr για το πως δημιουργούνται μερικές φορές τα ιερά τέρατα – ακόμη και όταν κάποιοι γελάνε μαζί τους.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ «ΤΕΡΑΤΟΣ»

Σε αυτή την καταιγίδα πολλοί στέκονται αμήχανα. Η συνείδησή τους δεν επέτρεπε να εναντιωθούν στα θύματα αλλά… πώς να στραφούν κατά του Λιγνάδη; Πως να αποδεχτούν ότι κάτω από τη μύτη τους, το «ιερό τέρας», που κι εκείνοι είχαν συμβάλει να γίνει τέτοιο, ενδεχομένως να έκρυβε μία ερεβώδη πλευρά;

Αυτοί οι κάποιοι ήταν πολλοί.
Ήμασταν πολλοί.

Κι ας είχαμε φάει τα μούτρα μας όταν παραδίδαμε κείμενο για τις Βάκχες με τον Ρουβά / βάτραχο, το οποίο «δεν μπορούσε να δημοσιευτεί έτσι. Πρέπει να το… λειάνεις. Είναι ο Λιγνάδης!».

Κι ας δαγκωνόμασταν για να μην πούμε ότι ο Οιδίποδας του Λιγνάδη ήταν κατώτερος και από τον Οιδίποδα του Μαρκουλάκη…

Κι ας μη γράψαμε ποτέ ότι οι Πέρσες ήταν μία απογοητευτική μετριότητα…

Και ο Ριχάρδος Γ’ έπειθε μόνο στις σκηνές της τρέλας…

Ο Δημήτρης Λιγνάδης περιβαλλόταν πάντα από μία ορατή και αόρατη ασπίδα προστασίας. Όφειλες να του συμπεριφερθείς με το γάντι. Ακόμα και όταν δεν σε υποχρέωναν, αισθανόσουν ότι το «όφειλες» για είσαι μέσα στο σύστημα.

Γιατί όμως το όφειλες;

Ναι, είναι χαρισματικός άνθρωπος. Γοητευτικός όταν τον γνωρίζεις, καθώς αντί για τον «βαρύ» άνθρωπο της «κουλτούρας» που περιμένεις, βρίσκεσαι μπροστά σε έναν εξωστρεφή άνδρα σε παρατεταμένη εφηβεία που έχει περισσότερη διάθεση να σε κερδίσει με τον (χειριστικό) αυθορμητισμό του παρά να συντηρήσει τον όποιο μύθο του…

ΤΟ ΒΑΡΥ ΟΝΟΜΑ

Ο Δημήτρης Λιγνάδης είναι γιος ενός από τους σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου, του Τάσου Λιγνάδη, φιλόλογου, συγγραφέα, λογοτέχνη, μελετητητή του αρχαίου δράματος και κριτικού θεάτρου σε μεγάλες εφημερίδες που επέδρασε στην πορεία του Εθνικού Θεάτρου ως διδάσκων και στέλεχός του επί δεκαετίες, ενώ για μεγάλα διαστήματα κατείχε και σημαντικές θέσεις στην Κρατική Τηλεόραση. Το επώνυμο «Λιγνάδης» είχε τέτοια δύναμη τις δεκαετίες του ‘60, ’70 και ’80 που άνοιγε και έκλεινε «πόρτες».

Ο γιος του, Δημήτρης, περιγράφει ως εξής την απόφασή του να γίνει ηθοποιός:

«Μπήκα στην Φιλοσοφική θεωρώντας ότι θα γίνω φιλόλογος. Μου άρεσε άλλωστε. Κι ενώ είχα περάσει στο Πανεπιστήμιο, εκείνον τον Σεπτέμβριο, όπως περνούσα έξω από την Δραματική Σχολή του Εθνικού, λέω του πατέρα μου «να δώσω εξετάσεις;». «Κάνε ό,τι θες», μου είπε αλλά «δεν προλαβαίνεις». Έδωσα έναν μονόλογο που είχα διαβάσει σε μια εκδήλωση στο σχολείο και άλλον έναν του Ντύρενματ, που είχα παίξει στο σχολείο, συμπτωματικά. Φαντάζομαι ότι ήμουν αξιοπρεπής και ότι θα με περνούσαν λόγω του πατέρα μου –δίδασκε στην σχολή. Θα έπρεπε να ήμουν πολύ μεγάλο αγγούρι για να μην με περάσουν. Η επωνυμία, για να λέμε την αλήθεια, ανοίγει πιο εύκολα τις πόρτες, αλλά το θέμα είναι πόσο θα παραμείνεις μέσα στο δωμάτιο. Δεν είχα ποτέ σκεφτεί να γίνω ηθοποιός. Μπαίνοντας στην σχολή το είχα σαν χόμπι. Ως αριστούχο με πήρε μετά το Εθνικό κι έπαιξα εκεί δέκα χρόνια, πολλούς ρόλους κομπάρσου, και καλούς…».

Παράλληλα με την εξασφάλιση δεκαετούς συνεργασίας με το Εθνικό Θέατρο «σε ρόλους κομπάρσου και καλούς», ο Δημήτρης Λιγνάδης εξασφαλίζει, μόλις στα 20 χρόνια του, δεκαετή συνεργασία με την Κρατική Τηλεόραση, στην οποία, όπως γράψαμε, στέλεχος ήταν ο πατέρας του. Η «γκάμα» της εργασίας του στην ΕΡΤ είναι ευρύτατη: γίνεται η φωνή του «Μελένιου» στα «Στρουμφάκια», αφηγείται ντοκιμαντέρ και αναλαμβάνει μικρότερους ή μεγαλύτερους ρόλους σε σειρές.

ΤΟ ΜΕΤΡΙΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Δημήτρης Λιγνάδης μέχρι τα 30 χρόνια του δείχνει ότι δεν «χτίζει» μία σημαντική πορεία στην υποκριτική ή τη σκηνοθεσία, αλλά συνεχίζει να αντιμετωπίζει τη «δουλειά του μπαμπά» ως χόμπι. Ο θάνατος του Τάσου Λιγνάδη όμως το 1989 αλλάζει τα πάντα. Ο Δημήτρης γίνεται ο αποκλειστικός φορέας του επωνύμου και μπαίνει με «μαγικό τρόπο» στα παπούτσια ενός «ιερού τέρατος».

Παρά το μέτριο έως ασήμαντο προσωπικό έργο του (θεωρητικό και παραστατικό) γίνεται διδάσκων στη σχολή του Εθνικού, αναλαμβάνει με άνεση τον ρόλο του σκηνοθέτη και αντιμετωπίζεται από τον «χώρο» ως μία σημαντική καλλιτεχνική προσωπικότητα. Παρά τα μετριότατα αποτελέσματα που σημειώνει, συνεχίζουν να ανοίγουν οι πόρτες του Εθνικού Θεάτρου ως να επρόκειτο για κάποιο εξαιρετικό ταλέντο.

Η περίπτωση του Δημήτρη Λιγνάδη θα μπορούσε να είναι ένα από τα κορυφαία παραδείγματα νεποτισμού στον «θεσμικό» καλλιτεχνικό χώρο της Ελλάδας.

ΒΑΤΡΑ-Χ: ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΙΑΣΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ

Το 2008 ο Δημήτρης Λιγνάδης χρηματοδοτείται αδρά από το Εθνικό θέατρο για να παρουσιάσει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου τους «Βάτραχους» του Αριστοφάνη ως… frog opera. H παράσταση προσβάλει τον εμβληματικό χώρο του αρχαίου δράματος και για οποιονδήποτε άλλον θα ήταν η αιτία για να μην ξαναπάει στο θέατρο ούτε ως θεατής. Η παράσταση περιέργως πως δεν βρίσκεται στο αναλυτικό ηλεκτρονικό αρχείο του Εθνικού Θεάτρου ούτε ως αναφορά (δεν μπήκε ποτέ ή αφαιρέθηκε προσφάτως;). Υπάρχουν όμως στο διαδίκτυο κάποιες από τις (συνθλιπτικές) κριτικές που γράφτηκαν τότε, οι οποίες δεν αμφισβητούν απλώς το αποτέλεσμα της δουλειάς του Δημήτρη Λιγνάδη, αλλά την επάρκειά του σε γνώσεις και αντίληψη για το αρχαίο δράμα.

ΤΟ ΒΗΜΑ, Κοσμάς Βίδος. «Φτύσε τον βάτραχό σου!»

«…Δεν διαφωνώ με τις «πειραγμένες» παραστάσεις κλασικών έργων, έχω απλώς το βίτσιο να ζητάω εκτός από πειραγμένες να είναι και ουσιαστικές: να καταθέτουν μια νέα πρόταση, να προβληματίζουν, να επαναπροσδιορίζουν…, κάτι να κάνουν. Οι «Βάτρα-Χ» ήταν μόνο «πειραγμένοι». Χωρίς ουσιαστικό λόγο και χωρίς αποτέλεσμα. Η τηλεοπτικής αντι-αισθητικής παράσταση που έστησε ο πολυπαινεμένος εσχάτως καλλιτέχνης παρέπεμπε σε κακοστημένο και κακοπαιγμένο ριάλιτι. Με μηδενική αίσθηση του χιούμορ – εκτός και αν το να μιλάει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης στα ελληνικά και να του απαντάει ξεκούδουνα ο Λιγνάδης στα αγγλικά θεωρείται αστείο. Με κακή αισθητική -, εμφανή από την ώρα που έμπαινες στο θέατρο και αντίκριζες το άτεχνο σκηνικό, κάτι ανάμεσα σε γήπεδο και σε… περίπου βάλτο. Με άστοχες δήθεν σατιρικές αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα από τα οποία θα είχαν πολλά να μάθουν οι Λιγνάδηδες του σύγχρονου θεάτρου, αν δεν είχαν φτάσει(;) τόσο γρήγορα στην κορυφή…» [9]

ΤΑ ΝΕΑ, Κώστας Γεωργουσόπουλος. «Η φτερού στην Επίδαυρο»

«Ποια ήταν η «ζωντάνια» που έφερε στην Επίδαυρο ο ορκοπάτης φιλόλογος (σ.σ Λιγνάδης); Έφερε τον θλιβερό συγγραφέα εαυτό του, ως θεατρικό λαμόγιο παραπλάνησε το κοινό και μάλιστα το ανίδεο, το παραπλανημένο ήδη από την Αννίτα Πάνια, το απαίδευτο, το έρμαιο στην τηλεοπτική σαλαμούρα ότι θα δει Αριστοφάνη και του πλασάρισε το δικό του ανέμπνευστο, σαχλό, της πλάκας σενάριο που μόνο στις σχολικές παραστάσεις των αριστοκρατικών κολεγίων στις χριστουγεννιάτικες γιορτές συναντάς, διανθισμένο με γκέι ιδιόλεκτα των παρόδων της Ομόνοιας και της Κουμουνδούρου. Έφερε στην Επίδαυρο τον χαρισματικό σόουμαν Μαρίνο, τον έπεισε πως η αρχαία ορχήστρα είναι πίστα και τον εξέθεσε ανεπανόρθωτα, βάζοντάς τον να ανοιγοκλείνει το στόμα του, γιατί τα στιχάκια ήταν πλέι μπακ και το μηχάνημα τον πρόδωσε, αφήνοντάς τον να κάνει σαν χάχας το χρυσόψαρο στη γυάλα… Ο χαβαλές της Επιδαύρου, εξόδοις σου, δεν έχει να κάνει ούτε με τη θεατρική ιστορία, την παράδοση της αριστοφανικής ερμηνείας, με την αισθητική και τα ρέστα. Είναι μια ηθελημένη προβοκατόρικη υπονόμευση του όποιου δημόσιου ήθους και της πολιτικής του πολιτισμού. Σε μια εποχή εξαχρείωσης του δημόσιου βίου, απαξίωσης της πολιτικής και διάλυσης του κοινωνικού ιστού, θα περίμενε κανείς το θέατρο μέσω του μεγαλοφυούς Αριστοφάνη να αποτελεί εστία Αντίστασης. Δυστυχώς έγινε κερκόπορτα για να αλωθεί ό,τι απέμεινε, από την καφρίλα, τον χουλιγκανισμό και την ξετσιπωσιά…» [10]

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, «Μια αποτυχημένη εγχείρηση»

«Προσωπικά δεν συμφωνώ ακριβώς με τον Κ. Γεωργουσόπουλο, ο οποίος με δύο λόγια χαρακτήρισε αυτούς τους Βατράχους ως μια ακραία ξεφτίλα τόσο για τον χώρο της Επιδαύρου όσο και για τον φιλόγελο Αριστοφάνη. Οχι! Η παράσταση ήταν ακόμα χειρότερη: ήταν κακότεχνη, χοντροκομμένη και τελικά παρ’ όλη την «ντεμέκ» σπιρτάδα της, κατέληγε στο χειρότερο απ’ όλα – ήταν ανυπόφορα και μπερδευτικά βαρετή. Οποιος λοιπόν έφυγε πριν από το τέλος ακολουθώντας τη σοφή συμβουλή του Σενέκα, κέρδισε πολύτιμο χρόνο. Από τη ζωή του. Δυστυχώς εγώ έμεινα μέχρι το τέλος βλέποντας μια κακή παράσταση ενός παραμορφωμένου αριστοφανικού έργου. Ανούσια εκσυγχρονισμένα «αστεία» εκεί όπου στο πρωτότυπο ο «οξύλαλος» (λέξη που σημαίνει «γλώσσα σπαθί» και την οποία χρησιμοποιεί στην κωμωδία αυτή ο συγγραφέας αναφερόμενος στον Αισχύλο) Αριστοφάνης κυριολεκτικά κεντάει το κείμενο με λεπτότητα, ο διασκευαστής -δηλαδή ο Δημήτρης Λιγνάδης- έκανε ανούσιο πνεύμα λες και αυτοσχεδιάζει κάποια χοντροκομμένα σκετσάκια σε σχολική εκδρομή…» [11]

[…]

Γιατί επελέγη τελικά ο Δημήτρης Λιγνάδης ως επικεφαλής του Εθνικού Θεάτρου;

Είχε τόση άγνοια ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τον χώρο του θεάτρου που προσπέρασε πραγματικούς «δασκάλους» της τέχνης όπως ο Μαρμαρινός – για να μην αναφέρουμε τον κορυφαίο Τερζόπουλο;

Έπεσε θύμα του κατασκευασμένου «μύθου» ή απλώς επικράτησε το πολιτικό κριτήριο των «δικών μας παιδιών», κι επειδή ο Μαρκουλάκης είχε «εκτεθεί» με δηλώσεις του υπέρ του Μητσοτάκη προεκλογικά, πήγε στην «δεύτερη κοντινότερη επιλογή»;

‘Οπως και να έχει, η διαδικασία της κάθαρσης δια της δικαιοσύνης, δείχνει να έχει μπει σε τροχιά.

Πάντα υπάρχει ο φόβος της παλινόρθωσης του κατεστημένου και των «εξωδικαστικών» διευθετήσεων.

Αλλά πλέον ίσως γίναμε πιο υποψιασμένοι.

Και λιγότερο ευάλωτοι σε μύθους με «τέρατα».