Είναι ένα από τα πρόσωπα που επανέρχονται σε τακτά διαστήματα, στην ελληνική επικαιρότητα, ως «υποστηρικτής της Ελλάδας (και της Κύπρου)» και «μεγάλος φιλέλληνας». Από το 1993 βρίσκεται στα νομοθετικά σώματα των ΗΠΑ, πρώτα στη Βουλή των Αντιπροσώπων και από το 2006 στη Γερουσία. Ταγμένος στο Δημοκρατικό Κόμμα και σταθερά στο πλευρό της οικογένειας Κλίντον, είχε αναλάβει εργολαβικά την υποστήριξη της Χίλαρι στην άγονη εκστρατεία του 2008 και προετοιμαζόταν, όπως ο ίδιος διαφήμιζε, να γίνει υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Πρόεδρος από το 2013 έως το 2015 της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας, δεν αφήνει εύκολα να πέσει τίποτα κάτω, από όσα αφορούν τις τρεις αγαπημένες του χώρες και περιοχές: την Κούβα, τόπο καταγωγής του, την Ελλάδα, και γενικά την Ανατολική Μεσόγειο και κυρίως το Ισραήλ, για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω.

Υπήρξε ο άνθρωπος που εκβίασε ουσιαστικά την κυβέρνηση του Εκουαδόρ, για να αρθεί το άσυλο στον Τζούλιαν Ασάνζ, τον οποίον θεωρεί «μέγιστο κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια και τη δημοκρατία» και ήταν ο αρχιτέκτονας της αντιπολίτευσης στον Τραμπ, στο θέμα της απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία και το Αφγανιστάν, κατηγορώντας τον για «υπονόμευση των εθνικών συμφερόντων των ΗΠΑ». Νωρίτερα είχε τορπιλίσει το σχέδιο ψηφίσματος για την καταδίκη της Σαουδικής Αραβίας στο ζήτημα της ανάμειξης της στον εμφύλιο πόλεμο στην Υεμένη, ψήφισμα που είχε προτείνει ο ομόσταβλος του πολιτικά, Μπέρνι Σάντερς. Μόλις πρόσφατα, το 2018, έπειτα από πέντε χρόνια δικαστικών ερευνών και πολύμηνης δίκης και αποκλειστικά «λόγω αμφιβολιών και έλλειψης επαρκών στοιχείων», απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες της διαφθοράς, απάτης, εκβίασης, διασποράς ψευδών ειδήσεων και φοροδιαφυγής που τον ενέπλεκε με «παλιούς και αδερφικούς φίλους» από την κουβανική κοινότητα της Φλόριντας, οι οποίοι προσπαθούσαν να πατήσουν «νοθευμένο» εμπορικό πόδι στο Πουέρτο Ρίκο και ταυτόχρονα ήταν και χορηγοί στις προεκλογικές του εκστρατείες.

Αυτός είναι με λίγα λόγια ο γερουσιαστής των Δημοκρατικών, Ρόμπερτ (Μπομπ) Μενέντεζ, ο οποίος απασχολεί από καιρού εις καιρόν την ελληνική επικαιρότητα με διάφορες «φιλελληνικές» δηλώσεις του, οι οποίες έχουν πυκνώσει από τη στιγμή κατά την οποία και διόλου τυχαία, διαμορφώθηκε η τετραμερής συμμαχία ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο και το Ισραήλ για τη διανομή των κοιτασμάτων και των ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ας δούμε λεπτομερέστερα τον γερουσιαστή, και τις ελάχιστα φωτισμένες πράξεις του, ακολουθώντας έναν άξονα που συνδέει τις χώρες για τις οποίες δείχνει το μεγαλύτερο διεθνές «ενδιαφέρον» του.

Κούβα: Ο Μενέντεζ κατάγεται από το νησί της Καραϊβικής και είναι φανατικός πολέμιος του κομμουνισμού, της κυβέρνησης της Αβάνας, της οικογένειας Κάστρο και της κληρονομιάς της. Αν και τα περιστατικά και τα γεγονότα που συνδέουν τον Δημοκρατικό γερουσιαστή από την έναρξη της πολιτικής τους καριέρας με την υπονόμευση της Αβάνας, σε κάθε ευκαιρία και με οποιαδήποτε αφορμή, είναι σχεδόν καθημερινά και χιλιάδες, αξίζει να τονίσουμε το πλέον πρόσφατο και συνάμα δηλωτικό του χαρακτήρα του. Στις αρχές του Μάη, συγκεκριμένα, και ενώ η πανδημία του κορονοϊού εξαπλωνόταν με ταχείς και φονικούς ρυθμούς σε ολόκληρη την υφήλιο και κυρίως την αμερικανική ήπειρο γενικά και τις ΗΠΑ ειδικότερα, ο Μενέντεζ έκρινε σκόπιμο να συγγράψει μια επιστολή διαμαρτυρίας προς τις πρεσβείες των ΗΠΑ, στις 53 χώρες στις οποίες δραστηριοποιούνται οι κουβανικές αποστολές περίπου 30.000 γιατρών και νοσηλευτών.

Ο γερουσιαστής απαιτούσε από τους Αμερικανούς διπλωμάτες να πληροφορήσουν άμεσα τις κυβερνήσεις των κρατών που είχαν Κουβανούς γιατρούς στο έδαφος τους «για τις απαράδεκτες συνθήκες εργασίας και καταπίεσης των απλών πολιτών, στην Κούβα» και ταυτόχρονα, ζητούσε την «όσο το δυνατό πιο σύντομη» εκδίωξη των Κουβανών επιστημόνων από τις χώρες στις οποίες παρείχαν τις ιατροφαρμακευτικές τους υπηρεσίες, προκειμένου και με αυτόν τον τρόπο «να καταδικαστεί το καθεστώς της Αβάνας στη συνείδηση όλων των πολιτών».

Την επιστολή Μενέντεζ, συνυπέγραφε ο «διόσκουρός» του, στη Γερουσία, Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Φλόριντα και επίσης κουβανικής καταγωγής, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος υπήρξε και υποψήφιος για το χρίσμα του κόμματός του στις προκριματικές εκλογές του 2016, με αντίπαλο τον Ντόναλντ Τραμπ.

Το τυφλό αντικαστρικό μένος των Μενέντεζ και Ρούμπιο ήταν τέτοιο, που ενώ η πρώτη επιστολή εστάλη στις 4 Μαΐου, επανήλθαν δέκα μέρες μετά, αξιολογώντας ότι είτε οι Αμερικανοί πρέσβεις είχαν αδρανήσει είτε ότι οι κυβερνήσεις στις οποίες απευθύνονταν με ύφος ανθύπατου οι δύο γερουσιαστές, είχαν αγνοήσει τις… διαταγές τους. Αποτέλεσμα της εμμονής των δύο γερουσιαστών και της πειθήνιας και δορυφορικής στάσης των συγκεκριμένων κυβερνήσεων, ήταν ότι οι Κουβανοί γιατροί απελάθηκαν από τη Βραζιλία και τη Βολιβία μερικές μέρες μετά.

Μόνο στη Βραζιλία, η πολυπληθής κουβανική ιατρική αποστολή των περίπου 1.200 μελών, παρείχε υπηρεσίες κυρίως πρωτοβάθμιας φροντίδας σε έναν πληθυσμό 28 εκατομμυρίων κατοίκων στις φαβέλες, τις υποβαθμισμένες πόλεις της περιφέρειας και σε απομονωμένα χωριά της Αμαζονίας, τα οποία έως το 2013, όταν και ξεκίνησε η παρουσία τους στη χώρα, επί κυβέρνησης Εργατικού Κόμματος και προεδρίας Ντίλμα Ρούσεφ, δεν είχαν δει γιατρό.

Επειδή ένα σημαντικό τμήμα αυτής της αποστολής, αποτελούταν από παιδίατρους και αφορούσε και φορτία με βασικά, παιδικά εμβόλια, το παράρτημα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στη Λατινική Αμερική, υποστηρίζει ότι «η επιλογή της κυβέρνησης Μπολσονάρο να απελάσει τους Κουβανούς γιατρούς έχει θέσει σήμερα, σε κίνδυνο, τη ζωή 37.000 παιδιών που παρακολουθούνταν για τις χρόνιες και σπάνιες ασθένειες τους».

Ο Αμερικανός καθηγητής Ιστορίας της Λατινικής Αμερικής στο πανεπιστήμιο Ντάλχαουζι του Καναδά, Τζον Κερκ σχολιάζοντας την επιστολή Μενέντεζ-Ρούμπιο και τη συμμόρφωση της κυβέρνησης Μπολσονάρο, υπογράμμισε εμφατικά : «Τόσο οι δύο γερουσιαστές, όσο και τα ακροδεξιά καθεστώτα του Τραμπ στις ΗΠΑ, του Μπολσονάρο στη Βραζιλία και της πραξικοπηματικής κυβέρνησης στη Βολιβία, θεωρούν ότι οι Κουβανοί γιατροί είναι η ενσαρκωμένη απειλή ενός απτού και πολύ καλού παραδείγματος για το πώς λειτουργεί η δημόσια υγεία – και αυτό θέλησαν να σταματήσουν». Και όλα αυτά, ενώ ο κορονοϊός καλπάζει και η πανδημία δεν έχει κορυφωθεί, με τα περισσότερα συστήματα υγείας ανά τον κόσμο να καταρρέουν και από την έλλειψη γιατρών και νοσηλευτών.

Στο ίδιο πλαίσιο, και έναν μήνα νωρίτερα, ο Μενέντεζ είχε χαιρετήσει από το βήμα της Γερουσίας, «την ισχυρή βούληση της κυβέρνησης να μην κάνει εκπτώσεις στο εμπάργκο», επειδή η κυβέρνηση Τραμπ έδωσε εντολή μέσω του υπουργού Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο να σταματήσει η πορεία δύο εμπορικών πλοίων, τα οποία μετέφεραν μάσκες, γάντια, αναπνευστήρες και άλλο ιατροφαρμακευτικό υλικό προς την Κούβα.

Ελλάδα (και Κύπρος): Ο Μενέντεζ (αυτο)προβάλλεται σε κάθε ευκαιρία, και από τον ελλαδικό ή ομογενειακό και ελληνοκυπριακό Τύπο, ως «μεγάλος φίλος της Ελλάδας και των Ελλήνων», ειδικά την τελευταία δεκαετία. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής συνηθίζει να τοποθετείται συχνά στα θέματα που απασχολούν την ελληνική κυβέρνηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό, πολύ περισσότερο μάλιστα μετά τη σύμπηξη της τετραμερούς συμμαχίας μεταξύ της Ελλάδας, της Κύπρου, της Αιγύπτου και κυρίως του Ισραήλ, για τον προσδιορισμό των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών και τη διανομή των οικοπέδων έρευνας και εκμετάλλευσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτή η επιλογή και η «στράτευση» δεν είναι τυχαίες και έχουν μακρόχρονες ρίζες στο παρελθόν. Ο Μενέντεζ, ήδη από την εποχή που ήταν δήμαρχος στη Γιούνιον Σίτι του Νιου Τζέρσι, βάσιζε τις εκλογικές του νίκες και την διαδοχική ανάδειξη του σε πολιτικά αξιώματα στην ψήφο των Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων ομογενών.

Καλύτερα από όλους για αυτήν τη διαχρονικά «άριστη σχέση» ανάμεσα στον Μενέντεζ και τους ομογενείς στο Νιου Τζέρσι, τα έχει διατυπώσει ο στενότερος Ελληνοκύπριος συνεργάτης του και σύμβουλος επιχειρήσεων, Τάσος Ζάμπας, στις 21 Οκτωβρίου 2018. Εκείνη τη μέρα, ο Ζάμπας οργάνωσε ένα πάρτι οικονομικής ενίσχυσης του Μενέντεζ, ο οποίος διεκδικούσε την επανεκλογή του στη Γερουσία στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και χρειαζόταν κεφάλαια για τη χρηματοδότηση της εκστρατείας του. Στον σύντομο χαιρετισμό τον οποίον εκφώνησε, ο καταγόμενος από την κατεχόμενη Μόρφου, Ζάμπας τόνισε καταρχάς τις προσωπικές σχέσεις που έχει με τον Μενέντεζ («Με συνόδευσε, το 1995, στο χωριό μου, πίσω στην Κύπρο. Περάσαμε μαζί την Πράσινη Γραμμή. Είχε βοηθήσει να γίνει το όνειρο μου, πραγματικότητα»). Είπε όμως και κάτι πιο «ζουμερό»: «Όταν αποσύρθηκε ο Πωλ Σαρμπάνις από την πολιτική, τον ρωτήσαμε ποιον θα είχαμε πλέον στη Γερουσία για να μιλά εκ μέρους μας. Ποιον θα ψηφίζαμε; Και ο Σαρμπάνις, μου είπε: ‘Τώρα θα βεβαιωθείτε πως θα εκλέγετε, θα ψηφίζετε και θα υποστηρίζετε τον Μπομπ Μενέντεζ. Αυτός θα είναι ο άνθρωπος σας’».

Με άλλα λόγια, η «φιλία» του Μενέντεζ προς την Ελλάδα και την Κύπρο δεν είναι άδολη και εξαρτάται και λειτουργεί ως συγκοινωνούντα δοχεία με τα εκλογικά και πελατειακά δίκτυα της ελληνικής ομογένειας στο Νιου Τζέρσι. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική καριέρα του Μενέντεζ τέμνεται ξανά με εκείνη του Μάρκο Ρούμπιο. Ο Ρούμπιο βασίζει και τη δική του εκλογική επικράτηση στην «πολιτεία της λιακάδας» στην υποστήριξη των Ελληνοαμερικανών, καθώς συμμαχεί με τον ελληνικής καταγωγής Ρεπουμπλικανό βουλευτή της πολιτείας, Γκας Μπιλιράκις, με τον οποίον είναι «αυτοκόλλητοι» από την περίοδο της συνυπηρέτησης τους, στην πολιτειακή Βουλή των Αντιπροσώπων, από το 2000 έως το 2008.

Στο ίδιο πλαίσιο, η «φιλία» του Μενέντεζ προς την Κύπρο, θα έλεγε κανείς ότι είναι ασφυκτική – σε βαθμό να θεωρεί εαυτόν τοποτηρητή των διεθνών κινήσεων και πρωτοβουλιών της εκάστοτε ελληνοκυπριακής κυβέρνησης.

Στο Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΑΚΕΛ) μπορεί να το θυμούνται καλά. Τον Σεπτέμβρη του 2009, όταν πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Δημήτρης Χριστόφιας, ο Μενέντεζ είχε στείλει μια οργισμένη, όσο και προσβλητική επιστολή με την οποία εγκαλούσε τον πρόεδρο για την επίσκεψη του στην Κούβα. Ο Χριστόφιας είχε βρεθεί στην Αβάνα, σε επίσημη επίσκεψη, για τα εγκαίνια της νέας πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο νησί της Καραϊβικής και στον χαιρετισμό του είχε ζητήσει τρεις φορές από τον τότε αμερικανό πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα, να άρει «επιτέλους» το αμερικανικό εμπάργκο στην Κούβα.

Η επίσκεψη και κυρίως ο χαιρετισμός του Χριστόφια εξόργισαν τον… πολυγραφότατο και παρεμβατικό Μενέντεζ: «Δεν έχετε το δικαίωμα να μιλάτε για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Τουρκία στην Κύπρο και να παραγνωρίζετε αυτές τις παραβιάσεις στην Κούβα. Δεύτερον, δεν έχετε το δικαίωμα να θυμάστε τις περιουσίες των Ελληνοκυπρίων και να ξεχνάτε τις ιδιοκτησίες των Κουβανών. Και τρίτον, δεν έχετε το δικαίωμα να αναφέρεστε στη στρατιωτικοποίηση της Βόρειας Κύπρου και να αγνοείτε το αστυνομικό κράτος, που καταπιέζει τους Κουβανούς πολίτες» έγραφε, μεταξύ άλλων, ο Μενέντεζ, απαιτώντας από τον Χριστόφια να επανορθώσει για τις δηλώσεις του.

Το εντυπωσιακό στοιχείο με αυτήν την επιστολή δεν είναι μόνο το ύφος και το περιεχόμενο της. Ακόμη και σήμερα, δεν είναι ξεκάθαρο πότε και σε ποιους απέστειλε πρώτα το γράμμα ο Μενέντεζ. Και αυτό γιατί ενώ το προεδρικό αεροσκάφος δεν είχε ακόμη επιστρέψει στη Λάρνακα, το γράμμα Μενέντεζ είχε κάνει τον γύρο του διαδικτύου στον αντιπολιτευόμενο, δεξιό Τύπο της Κύπρου και τον ομογενειακό Τύπο της Νέας Υόρκης, ενώ το επικαλούταν ο εκπρόσωπος Τύπου του Δημοκρατικού Συναγερμού, Χάρης Γεωργιάδης, ως δείγμα «της πολιτικής Χριστόφια που υπονομεύει τη διεθνή θέση της χώρας στα μάτια των φίλων της και την έχει φέρει σε κατάσταση Συμφώνου Βαρσοβίας». Άλλο ένα διπλωματικό και πολιτικό unfair μέσα στα πολλά για τον Δημοκρατικό γερουσιαστή.

Ισραήλ: Αν υπάρχει, πραγματικά, μία χώρα την οποία στηρίζει αναφανδόν ο Μενέντεζ σε κάθε θέμα που αφορά τη διεθνή θέση και την εσωτερική της κατάσταση, αυτή είναι το Ισραήλ. Ο κατάλογος είναι ατελείωτος, ήδη από το 1999, όταν ως αντιπρόσωπος στο Κογκρέσο, έγραφε ουσιαστικά τον πρώτο νόμο εκτεταμένων κυρώσεων εναντίον του Ιράν, ώστε να μην αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο. Αποκορύφωμα της αγαστής συνεργασίας Μενέντεζ και ισραηλινών κυβερνήσεων είναι η προσωπική επεξεργασία και επιμονή του, στην ψήφιση του Νόμου ενάντια στο Μποϋκοτάζ του Ισραήλ στις 17 Μαρτίου του 2017. Ο Μενέντεζ έγραψε ουσιαστικά τον νόμο, ο οποίος τιμωρεί με ποινές φυλάκισης έως 20 ετών, κάθε Αμερικανό πολίτη ο οποίος «είτε ενθαρρύνει είτε συμμετέχει σε πράξεις μποϋκοτάζ ενάντια στο κράτος του Ισραήλ και τους ισραηλινούς οικισμούς» στις κατεχόμενες παλαιστινιακές περιοχές και έπειτα από σχετική καταγγελία οποιασδήποτε ισραηλινής αρχής, είτε σε μεσανατολικό είτε σε αμερικανικό έδαφος.

Η φλογερή σχέση του Μενέντεζ με το Ισραήλ, και για την ακρίβεια με τα δεξιά και ακροδεξιά κόμματα στη χώρα αυτή, συναγωνίζεται μόνο εκείνη που έχει σφυρηλατήσει (ποιος άλλος;) ο «διόσκουρός» του, Μάρκο Ρούμπιο. Αλλά μόνο ο Μενέντεζ έχει τιμηθεί με το Ειδικό Μετάλλιο Πολιτικού Θάρρους, το οποίο έχει καθιερώσει η Αμερικανική Επιτροπή Υποστήριξης του κόμματος Λικούντ και στη διάρκεια αυτής της τελετής, που είχε λάβει χώρα, στις 9 Μαΐου 2014, ο Μενέντεζ τόνιζε ότι «η επανασύσταση του κράτους του Ισραήλ στην εποχή μας, είναι μια πολιτική πραγματικότητα με βαθιές ρίζες πίσω, στην εποχή του Αβραάμ και της Σάρας».

Σύμφωνα με τον ιστότοπο OpenSecrets, ο οποίος παρακολουθεί και δημοσιεύει τις ιδιωτικές δωρεές και χορηγίες προς τους Αμερικανούς πολιτικούς, ο Μενέντεζ χρηματοδοτείται τακτικά από τη NorPac, τη διακομματική επιτροπή, η οποία ιδρύθηκε το 1982 στο Νιού Τζέρσι και η οποία προωθεί με μεθόδους λόμπι τους σταθερούς δεσμούς ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ. Σύμφωνα με τα OpenSecrets, η NorPac το διάστημα 2015-2020 έχει χρηματοδοτήσει τον Μενέντεζ με 248.889 δολάρια.

Αποκορύφωμα της «καλής συναστρίας ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ», όπως το έχει θέσει με τα δικά του λόγια ο Μενέντεζ, ήταν η υπερψήφιση του λεγόμενου EastMed Act, εντός του 2019, από το Κογκρέσο με ψήφους 71 έναντι 23. Ο νόμος αυτός, ο οποίος επικυρώθηκε σε ένα ευρύτερο «πακέτο» νομοθεσίας από τον Ντόναλντ Τραμπ, στις 21 Δεκεμβρίου, και αποτελεί ξανά συγγραφικό και νομοπαρασκευαστικό έργο του Μενέντεζ και του Ρούμπιο, προβλέπει:

  • Τη ρητή δέσμευση των ΗΠΑ για την εμπέδωση του νέου, ενεργειακού τριγώνου Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο και την ενθάρρυνση της Ουάσιγκτον προς την Κυπριακή Δημοκρατία για έρευνες φυσικού αερίου στην αποκλειστική οικονομική ζώνη.
  • Την άρση του εμπάργκο πώλησης όπλων στην Κύπρο.
  • Τη θέσπιση ειδικού ταμείου για τη διεθνή, στρατιωτική εκπαίδευση και τη διεθνή στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Κύπρο, με αμερικανικά κεφάλαια.
  • Το πάγωμα της παράδοσης των πολεμικών αεροσκαφών F35 νέας γενιάς προς την Τουρκία, μέχρι να εκδοθεί ειδική έκθεση του Κογκρέσου, με την οποία θα αποδεικνύεται ότι η Τουρκία αποκαθίσταται ως «reliable ally» των ΗΠΑ στην περιοχή.
  • Την έκδοση έκθεσης πεπραγμένων από τα υπουργεία Εξωτερικών, Άμυνας και Ενέργειας των ΗΠΑ, με την οποία θα καταγράφονται οι τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, την κυπριακή ΑΟΖ και τον ελληνικό, εναέριο χώρο.

Για να μην υπάρχουν, όμως, αυταπάτες, οι πρώτοι που έσπευσαν να χαιρετίσουν την υιοθέτηση του EastMedAct ήταν οι εκπρόσωποι του Ισραήλ επί αμερικανικού εδάφους. Έτσι, ο διευθύνων σύμβουλος της Επιτροπής Αμερικανο-ισραηλινών Σχέσεων, Ντέιβιντ Χάρις, τόνιζε στις 21 Δεκεμβρίου ότι «είναι μια ιστορική, πραγματικά σπουδαία κίνηση που μετασχηματίζει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή. Και οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί αναγνωρίζουν ότι δεν μπορούν να βασίζονται στην Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην πρώτη γραμμή για τη διασφάλιση των αμερικανικών συμφερόντων σε αυτή την στρατηγική και οικονομικά ζωτικής σημασίας περιοχή, βρίσκεται ο συντονισμός του Ισραήλ με την Κύπρο και την Ελλάδα, όπως και με ορισμένες αραβικές χώρες, όπως είναι η Αίγυπτος και η Ιορδανία».

Ο ίδιος Μενέντεζ έχει δώσει και μια άλλη διάσταση στον EastMedAct. Θεωρεί και το υποστηρίζει δημόσια ότι ο νόμος αποτελεί «μια καλή αφορμή», προκειμένου η Κύπρος να «εξυγιάνει την οικονομία της», υπονοώντας τον εξοβελισμό εταιρειών και παραγόντων, που εκπροσωπούν «τη Ρωσία και ρωσικά συμφέροντα» στο νησί. Και δεν έχει κρυφτεί πίσω από το δάχτυλο του, διακηρύσσοντας ότι ο EastMedAct είναι το νομοθέτημα που κατοχυρώνει το εθνικό συμφέρον και τη διεθνή ασφάλεια των ΗΠΑ, με τη δυναμική εμπλοκή τους στην περιοχή και απέναντι πρώτα στη Ρωσία και μετά την Τουρκία.  

Γιάννης Νικολόπουλος

Πηγή: ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ