Μακρόν Χαφτάρ Λιβύη

O «ανθρωπισμός» ως ευκαιρία για business: Το παράδειγμα της Λιβύης

της Δήμητρας Μπέη
Η Ευθύνη για Προστασία, γνωστή ως R2P, είναι ένας διεθνής κανόνας που επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η διεθνής κοινότητα δεν θα αποτύχει ποτέ ξανά να σταματήσει τα μαζικά εγκλήματα γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου, εθνοκάθαρσης και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Η ευθύνη για την προστασία εγκρίθηκε ομόφωνα το 2005 στην παγκόσμια διάσκεψη κορυφής του ΟΗΕ.

Ο Φερνάντο Τέσον είναι ακαδημαϊκός υποστηρικτής του φιλελεύθερου παρεμβατισμού. Υποστηρίζει ότι «εάν μια κατάσταση είναι ηθικά αποτρόπαια, τότε ούτε η ιερότητα των εθνικών συνόρων ούτε η γενική απαγόρευση κατά του πολέμου δεν πρέπει από μόνα τους να αποκλείουν την ανθρωπιστική παρέμβαση».

Αυτή η θέση αν συνδυαστεί με εκείνη του νεοφιλελευθερισμού σχετικά με την φιλελεύθερη οικονομία και τον καπιταλισμό του ελεύθερου εμπορίου δικαιολογεί απόλυτα την μαρξιστική θεωρία αναφορικά με τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό. Οι καπιταλιστικές δημοκρατίες χρησιμοποιούν τις στρατιωτικές και οικονομικές τους ικανότητες για να καταλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη και πόρους. Στόχος τους είναι η αύξηση των ευκαιριών επιτυχούς συσσώρευσης κεφαλαίου από τους εγχώριους καπιταλιστές. Γι’ αυτό και η συζήτηση που είχε προκύψει τότε στου κόλπους του ΟΗΕ σχετικά με το κατά πόσον τα ανθρώπινα δικαιώματα υπερισχύουν της κυριαρχίας ενός κράτους αποτελούσε τον μανδύα του πραγματικού διακυβεύματος: τη θεσμοθέτηση της στρατιωτικής επιβολής σε οικονομικά ενδιαφέρουσες χώρες.

Ο «ευγενής σκοπός» δεν αρκεί. Ο πόλεμος έχει οικονομικό κόστος και πρέπει να δικαιολογηθεί στους πολίτες. Δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση επομένως που οι «ανθρωπιστικές παρεμβάσεις» παραμένουν εξαιρετικά επιλεκτικές. Η μη στρατιωτική παρέμβαση το 2017 στη Μιανμάρ για την γενοκτονία των Ροχίνγκια αποτελεί ένα παράδειγμα επιλεκτικής αποχής. Μπορεί να εξηγηθεί από την ικανοποίηση των δυτικών κρατών και της Κίνας με την τότε κυβέρνηση της Μιανμάρ. Αντίθετα η επέμβαση στη Λιβύη καθοδηγείται από νεο-αυτοκρατορικούς και νεοφιλελεύθερους στόχους της Δύσης. Η διεθνής κοινότητα και ιδιαίτερα η Δύση έχει συμφέρον να παρέμβει για την προστασία των αμάχων, μόνο εάν η παρέμβαση αυτή αντιστοιχεί στη στρατηγική εξωτερική πολιτική της. Παρόλα αυτά, στην περίπτωση της Λιβύης δεν στέκει ούτε καν αυτό το επιφανειακό επιχείρημα αν αναλογιστεί κανείς τις δολοφονίες αμάχων που τελέστηκαν εξίσου και από το ΝΑΤΟ κατά την επέμβασή του το 2011.

Η κατάρα της Λιβύης είναι ότι βρίσκεται πάνω από τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού πετρελαίου στην Αφρική. Ο Τσόμσκι υποστηρίζει ότι σε ένα πλούσιο σε πετρέλαιο κράτος, «ένας αξιόπιστος δικτάτορας κατέχει μια εικονική εξουσία». Μια κυβέρνηση με δυτικότερη κλίση, πάντα διευκολύνει την εκμετάλλευση πόρων. Η παραπάνω θέση αποδεικνύεται και από το e-mail του Σίντνεϊ Μπλούμενθαλ στη Χίλαρι Κλίντον πρώην υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ που διέρρευσε από το Wikileaks. Το e-mail θέτει μια περίληψη των στρατηγικών συμφερόντων της Γαλλίας στη Λιβύη. Τα κύρια συμφέροντα, σύμφωνα με τον Μπλούμενθαλ ήταν, μεταξύ άλλων, «η επιθυμία να αποκτήσει μεγαλύτερο μερίδιο της παραγωγής πετρελαίου της Λιβύης», και «[αύξηση] της γαλλικής επιρροής στη Βόρεια Αφρική».

Ο Καντάφι ωστόσο δεν ήταν ένας «αξιόπιστος δικτάτορας». Από το 2009, ο Καντάφι ήταν ο εκλεγμένος πρόεδρος της Αφρικανικής Ένωσης. Από τη θέση του αυτή προώθησε το έργο των «Ηνωμένων Πολιτειών της Αφρικής». Στόχος του ήταν να εναρμονίσει τον στρατό της Αφρικής, να καθιερώσει την ελεύθερη κυκλοφορία και να δημιουργήσει ένα κοινό νόμισμα για να αποκτήσει μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Στο email του Μπλούμενθαλ στην Κλίντον αναφέρεται επίσης: «Αυτός ο χρυσός συσσωρεύτηκε πριν από την τρέχουσα εξέγερση και προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία ενός παναφρικανικού νομίσματος με βάση το χρυσό Δηνάριο της Λιβύης […]. […] ήταν ένας από τους παράγοντες που επηρέασαν την απόφαση του Προέδρου Νικολά Σαρκοζί να δεσμεύσει τη Γαλλία στην επίθεση στη Λιβύη».

Με τον θάνατο του Καντάφι, άνοιξε ένα τεράστιο πολιτικό κενό στη Λιβύη. Μετά από λίγα χρόνια, δύο κύριες πολιτικές φατρίες εμφανίστηκαν ως αντίπαλες κυβερνήσεις. Η πρώτη με έδρα τη δυτική πόλη της Τρίπολης, έχει την ευλογία της ΕΕ, του ΟΗΕ και των ΗΠΑ, και ονομάζεται Κυβέρνηση της Εθνικής Συμφωνίας (GNA). Η άλλη που εδρεύει στα ανατολικά στην πόλη του Τομπρούκ, ονομάζεται Λιβυκός Εθνικός Στρατός (LNA) και βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Χαφτάρ. Από τότε διεξάγεται ένας νέος κύκλος επεμβάσεων των δυτικών δυνάμεων με τα οικονομικά συμφέροντα να συνεχίζουν να πρωτοστατούν.

Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι Τουρκία και Γαλλία. Και οι δύο επικαλούνται ανθρωπιστικούς λόγους για τη συμμετοχή τους στη λιβυκή διένεξη. O Ερντογάν μάλιστα να μιλάει για τη σωτηρία των μουσουλμάνων αδερφών στη Λιβύη. Ωστόσο, κάθε τέτοιο υποκριτικό επιχείρημα είναι έτοιμο να διαψευσθεί από την πρακτική που το ακολουθεί.

Η Τουρκία αρχικά συντάσσεται με την ευρωπαϊκή γραμμή υποστήριξης της κυβέρνησης GNA. Το κύριο κίνητρό της είναι να αποτρέψει τη Λιβύη από το να πέσει στον έλεγχο της Αιγύπτου και των ΗΑΕ. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πλήγμα για την Τουρκία. Τόσο γεωστρατηγικά όσο και οικονομικά, για τα συμφέροντα της Άγκυρας όχι μόνο στη Λιβύη αλλά και στην Ανατολική Μεσόγειο. Τον περασμένο Νοέμβριο, η Τουρκία υπέγραψε συμφωνία με την GNA. Αυτή περιελάμβανε την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο και για τα δικαιώματα γεώτρησης στην περιοχή. Συνάπτοντας συμφωνία με μια κυβέρνηση που χαίρει της αποδοχής της διεθνούς κοινότητας, ο Ερντογάν προκάλεσε πονοκέφαλο στην Ελλάδα και την Αίγυπτο που αποτελούν τους κύριους ανταγωνιστές του στην περιοχή.

Επιπλέον, η εξασφάλιση ευκαιριών για τις τουρκικές εταιρείες στη λιβυκή αγορά είναι ένα ακόμη κίνητρο πίσω από την παρέμβαση της Άγκυρας στη Λιβύη. Oι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν εμπλακεί στη Λιβύη εδώ και δεκαετίες, ιδιαίτερα στον κατασκευαστικό τομέα. Πριν από την πτώση του Καντάφι, σύμφωνα με πληροφορίες, περίπου 100 τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες υπέγραψαν συμβόλαια στη Λιβύη. Ωστόσο, λόγω της Αραβικής Άνοιξης του 2011, έπρεπε να αφήσουν τα έργα τους ατελή με απώλεια 19 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι αξιωματούχοι στην Άγκυρα ελπίζουν ότι ο θρίαμβος του GNA έναντι του Χαφτάρ θα μπορούσε να δημιουργήσει μια κυβέρνηση στην Τρίπολη ιδεολογικά συντηρητική και ευθυγραμμισμένη με το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης της Άγκυρας.

Ο στρατός του Χαφτάρ αντίθετα έχει λάβει οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη από την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ. Και ενώ θα ήταν αναμενόμενη και η υποστήριξη από την Τουρκία, εντούτοις κρυφός υποστηρικτής αποδεικνύεται η Γαλλία. Ως μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αυτή η υποστήριξη είναι κάπως αμφιλεγόμενη. Κι αυτό γιατί η επίσημη θέση της Γαλλίας υποστηρίζει το GNA που υποστηρίζεται από τον ΟΗΕ. Ωστόσο, η διοίκηση του Μακρόν πουλάει όπλα στην Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ που φυσικά δεν θέλει να χάσει από πελάτες.

Ταυτόχρονα ο Μακρόν βασίζεται και στις εισαγωγές πετρελαίου από τις περιοχές που ελέγχει ο Χαφτάρ. Όταν ο Καντάφι ήταν στην εξουσία, η Λιβύη παρήγαγε περίπου 1,6 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Αυτά εξάγονταν κυρίως στην Ιταλία και τη Γαλλία. Ταυτόχρονα, όπως και στην περίπτωση της Τουρκίας, γαλλικές κατασκευαστικές και πετρελαϊκές επιχειρήσεις έχουν σημαντικά εμπορικά οφέλη στη χώρα τα οποία δεν είναι διατεθειμένες να χάσουν. Το Παρίσι πιστεύει ότι μόνο μια προσωποκεντριική κυβέρνηση σαν του Χαφτάρ θα ήταν η καλύτερη εγγύηση για τα τρέχοντα και μελλοντικά οικονομικά συμφέροντά της στη Λιβύη.

Ωστόσο σύμφωνα με το Wikileaks υποβόσκει και ένας άλλος ενδοευρωπαϊκός πολιτικός λόγος για αυτή την αποστασία της Γαλλίας . Μετά την οικονομική κρίση του 2009, η Γερμανία αναδείχθηκε σε ρυθμιστής των ευρωπαϊκών θεσμών. Η Γερμανία προσπάθησε να κρατήσει τη Γαλλία ενήμερη για τις μεταρρυθμίσεις σε κάθε βήμα. Η Άγκελα Μέρκελ συνεννοούνταν με τον Σαρκοζί πριν από κάθε σημαντική απόφαση. Ωστόσο η Γαλλία αναγκάστηκε να δεχτεί τα αυστηρά μέτρα λιτότητας. Αυτό το γεγονός όμως προκάλεσε εκτεταμένες ταραχές στη χώρα και δημιούργησε την κοινή πεποίθηση μεταξύ των Γάλλων ότι η χώρα τους αποτελεί το ανδρείκελο της Γερμανίας.

Από τότε η εξωτερική πολιτική των γαλλικών κυβερνήσεων επικεντρώθηκε στο να καταστήσει την χώρα ισχυρή στρατιωτικά. Η Γαλλία θέλει να περάσει ένα ισχυρό μήνυμα. Αν η Ευρώπη σκοπεύει να ληφθεί σοβαρά σαν παγκόσμια δύναμη, πρέπει να βασιστεί στη γαλλική στρατιωτική δύναμη. Και φαίνεται να το έχει καταφέρει. Όταν μετά την επίθεση πέρυσι του Χαφτάρ στην Τρίπολη, η ΕΕ θέλησε να καταδικάσει την επίθεση, η Γαλλία εναντιώθηκε ανοιχτά. Η Ευρώπη παρακολουθεί παγωμένη ένα θέατρο του παραλόγου. Το «καλό παιδί» της υπόθεσης που διαφυλάττει τα ευρωπαϊκά ιδεώδη φαίνεται να αποδεικνύεται η Τουρκία και όχι μια από τις χώρες που τα γέννησαν.

Σίγουρα δεν είναι η πρώτη φορά που τα «ταπεινά πλην τίμια αισθήματα» των δυτικών δυνάμεων προκαλούν ανθρώπινες τραγωδίες. Το αξιοθαύμαστο όμως, δεν είναι το πώς ένα τόσο ευτελές και γελοίο επιχείρημα, το οποίο καταρρίπτεται διαρκώς, έχει καταφέρει να αποτελεί την πεπατημένη πολιτική αιτιολογία πίσω από κάθε στρατιωτική θηριωδία. Οι πολιτικές ηγεσίες θράσος έχουν, ό,τι θέλουν ισχυρίζονται. Το πραγματικά αξιοθαύμαστο είναι το πώς οι διεθνείς ανθρωπιστικοί οργανισμοί ακόμα αρνούνται να το αναιρέσουν και να ασκήσουν πιέσεις. Φυσικά είναι πιο ασφαλές να κοιτάς τη δουλειά σου παρά να ασκείς πολιτική κριτική στη χώρα που εδράζεσαι. Πόσο μάλλον αν η ουδετερότητα σώζει ζωές… ή και όχι.