Ο δικός μας αυταρχισμός είναι ο καλύτερος. Κάπως έτσι θα μπορούσαν να συνοψιστούν τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί το τελευταίο διάστημα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να συσπειρώσει την βάση του κόμματος του πριν από το δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου.

«Η Ευρώπη δεν είναι πλέον το κέντρο της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ελευθεριών, αλλά αυτό της καταπίεσης, της βίας και του ναζισμού» δήλωνε ο Τούρκος πρόεδρος καθώς συνεχιζόταν, μέχρι και σήμερα Κυριακή, η ψηφοφορία των Τούρκων που ζουν στην Ευρώπη. «Δεν με νοιάζει τι λένε ο Χανς ή η Χέλγκα» συμπλήρωσε ο ίδιος σε προεκλογική συγκέντρωση στη Μαύρη Θάλασσα καλώντας τους οπαδούς του να αψηφήσουν τα «εγγόνια του ναζισμού» και να στηρίξουν την αναθεώρηση του συντάγματος και τις υπερεξουσίες που αυτό θα προσφέρει στον ίδιο και στο στενό περιβάλλον του.

Την ίδια στιγμή κλιμακώνει τη φραστική (προς το παρόν) επίθεση απέναντι στο ΡΚΚ, υποσχόμενος νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Βόρειο Ιράκ, για αμέσως μετά το δημοψήφισμα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στη Συρία για να ξαναμπεί στο παιχνίδι της ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ.

Με όλα τα διεθνή μέτωπα ανοιχτά ο Ερντογάν επιχειρεί να ξεσηκώσει ένα κύμα εθνικιστικού παροξυσμού με το οποίο θα κρύψει τις εσωτερικές, πολιτικές συγκρούσεις αλλά και την ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο στην οποία εισέρχεται η τουρκική οικονομία.

Προς το παρόν η συγκεκριμένη προεκλογική πρακτική φαίνεται να αποδίδει ορισμένους καρπούς. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, όπως τουλάχιστον παρουσιάζονται από εφημερίδες όπως η Χουριέτ, δίνουν σαφές προβάδισμα στο «Ναι» που ζητά ο Ερντογάν με 53-54% έναντι 45-46 που συγκεντρώνει το «Όχι». Ο Τούρκος πρόεδρος όμως γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν μπορεί να στηρίζεται σε αυτά τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού αναποφάσιστων αλλά και της αστάθειας των δικών του πολιτικών δυνάμεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το φιλοφασιστικό Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης του Ντεβλέτ Μπαχτσελί έχει διχαστεί καθώς η ηγεσία του κόμματος στηρίζει το «ναι» αλλά σημαντικές ομάδες υψηλόβαθμων στελεχών καλούν ανοιχτά πλέον τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν «Όχι» μαζί με την υπόλοιπη αντιπολίτευση.

Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα του Ερντογάν είναι ότι το δημοψήφισμα, διεξάγεται με φόντο την οικονομική κρίση και την ραγδαία πτώση της τουρκικής λίρας που αυξάνει δραματικά τις τιμές αρκετών εισαγόμενων προϊόντων. Ο τουριστικός τομέας, που αντιστοιχεί στο 5% του ΑΕΠ, παρουσιάζει πτώση κατά 36% λόγω της διαρκούς πολιτικής αστάθειας.

Ο πληθωρισμός έφτασε στο 12% ενώ στο ίδιο ποσοστό βρίσκεται πλέον και η ανεργία ενώ στους νέους 15-24 φτάνει το 25%. Σημαντικότατο τμήμα του πληθυσμού δαπανά πλέον πάνω από το μισό εισόδημά του σε τρόφιμα και φαγητό – δείγμα μιας νέας φτώχιας που χτυπά τα μεσαία στρώματα. Και αν όλοι αυτοί οι δείκτες φαντάζουν «ειδυλλιακοί» για μια αποικία χρέους σαν την Ελλάδα, δεν παύουν να αποτελούν ισχυρό σοκ για την τουρκική κοινωνία, η οποία την τελευταία δεκαετία πίστεψε ότι θα άφηνε οριστικά πίσω της την φτώχια των προηγούμενων δεκαετιών. Χωρίς όμως την εκρηκτική ανάπτυξη, με την οποία ο Ερντογάν κατόρθωνε να δημιουργεί ένα στοιχειώδες κοινωνικό συμβόλαιο με τα πιο πληβειακά και συντηρητικά στρώματα της χώρας, ο Τούρκος πρόεδρος θα στηρίζεται όλο και περισσότερο στον αυταρχισμό για να επιβάλλει την εξουσία του. Υπό αυτή την έννοια το δημοψήφισμα αποτελεί ένας είδος χωροχρονικού αχταρμά: ο Ερντογάν προβάλλει στους ψηφοφόρους μια εικόνα από το πρόσφατο παρελθόν της ανάπτυξης για να τους πείσει να του δώσουν τις εξουσίες με τις οποίες θα εξασφαλίσει το πολιτικό του μέλλον.

Αν ο Ερντογάν κερδίσει το δημοψήφισμα η Τουρκία θα μετατραπεί ολοκληρωτικά σε ένα δικτατορικό καθεστώς στο οποίο ο πρόεδρος θα ασκεί ασφυκτικό έλεγχο στη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία επιβάλλοντας προεδρικά διατάγματα και καθορίζοντας και τις τελευταίες λεπτομέρειες του κρατικού προϋπολογισμού. Η μεγάλη τουρκική εθνοσυνέλευση θα φτάσει να έχει πιο διακοσμητικό χαρακτήρα ακόμη και από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.

Η προεκλογική εκστρατεία για το δημοψήφισμα διεξάγεται υπό το διαρκές καθεστώς έκτακτης ανάγκης που ακολούθησε την αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής του Ερντογάν. Περίπου 170 μικρά και μεγάλα μέσα ενημέρωσης παραμένουν κλειστά με δεκάδες δημοσιογράφους τους στη φυλακή ενώ τα υπόλοιπα λειτουργούν υπό τη διαρκή απειλή κλεισίματος. Περίπου 45.000 άτομα έχουν οδηγηθεί στη φυλακή, μεταξύ των οποίων βουλευτές και αρχηγοί κομμάτων όπως ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς, ο οποίος συμπροεδρεύει στο τρίτο μεγαλύτερο πολιτικό σχηματισμό της χώρας. Την ίδια περίοδο των διώξεων περίπου 130.000 δημόσιοι υπάλληλοι έχουν χάσει τη δουλειά τους.

Λόγω του ασφυκτικού ελέγχου των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης, τα οποία σύμφωνα με ξένους παρατηρητές αφιερώνουν μόλις το 10% του χώρου και του χρόνου τους στην προβολή των θέσεων του «Όχι», μεγάλο τμήμα της καμπάνιας εναντίον του Ερντογάν στράφηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ακόμη και εκεί όμως τους περίμενε το μακρύ χέρι του νόμου: Τους τελευταίους έξι μήνες τουλάχιστον 2.500 άτομα κατηγορήθηκαν για προσβολή του προέδρου στο διαδίκτυο και εκατοντάδες από αυτούς κατέληξαν στη φυλακή όπου περιμένουν για μήνες να οριστεί δικάσιμος. «Πιθανότατα ύστερα από αυτό θα με συλλάβουν» έλεγε ένας νεαρός Τούρκος που ανέβασε στο ίντερνετ ένα βίντεο με επιχειρήματα υπέρ του «όχι» στο δημοψήφισμα. Λίγες ημέρες αργότερα περνούσε τις πύλες των τουρκικών φυλακών – όχι για το βίντεο, υποστήριξαν οι κατήγοροί του – αλλά για ένα επικριτικό μήνυμα που είχε γράψει εναντίον του Ερντογάν πριν από δυο χρόνια στο τουίτερ.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΠΡΙΝ