Ο γερανός κατέβαινε αργά στον κεντρικό πυροσβεστικό σταθμό του Δουβλίνου. Μερικοί πυροσβέστες ήρθαν να δουν τον απρόσκλητο επισκέπτη που διέκοπτε την άσκησή τους. Και όταν άκουσαν ότι ένας Έλληνας δημοσιογράφος ρωτούσε για την οικονομική κρίση συγκεντρώθηκαν γύρω μου.

«Σε έστειλαν να διαφημίσεις τις περικοπές μισθών;» με ρώτησε γελώντας ο Ρόμπερτ και συνέχισε πριν προλάβω να ψελλίσω μια απάντηση: «Λοιπόν άκου πως θα γίνει. Στην αρχή τα ΜΜΕ θα σας λένε ότι αντιμετωπίζετε τρομακτική κρίση και πως για όλα φταίει ο δημόσιος τομέας. Ύστερα θα σας απειλήσουν ότι θα έρθει το ΔΝΤ και θα σας κόψει τους μισθούς κατά 30%. Τελικά τους μισθούς θα τους κόψει η δική σας κυβέρνηση και θα είστε και ευχαριστημένοι».

Οι άνθρωποι που στέκονταν μπροστά μου, όπως και οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι της Ιρλανδίας, είδαν τους μισθούς τους να συρρικνώνονται συνολικά από 8% έως 15% μέσα σε λίγους μήνες. Μαζί ψαλιδίστηκαν και όλα τα όνειρα με τα οποία εισήλθε στην αγορά εργασίας η γενιά των σημερινών τριαντάρηδων: ένα ή και δυο ιδιόκτητα σπίτια, ένα καινούργιο αυτοκίνητο και μια πιστωτική κάρτα για να αγοράζεις ότι τραβάει η ψυχή σου από το Brown Thomas – το υπερπολυτελές εμπορικό κέντρο του Δουβλίνου.

Ακόμη και ο τελευταίος εργάτης της χώρας πίστεψε στο όνειρο του λεγόμενου Κέλτικου Τίγρη καθώς το ζεστό, δανεικό, χρήμα (γερμανικής, ως επί το πλείστον, προελεύσεως) έρεε στα ταμεία. «Τώρα μας έμειναν τα άδεια κτίρια και τα φουσκωμένα με σιλικόνη στήθη ορισμένων γυναικών» έγραφε προ ημερών ο Ιρλανδικός Independent, εκφράζοντας με το δικό του τρόπο την αποτυχία ενός ολόκληρου μοντέλου.

Η συζήτηση με τους πυροσβέστες συνεχιζόταν και μπορούσα πλέον να διακρίνω την οργή στα πρόσωπά τους –αίσθημα που επαναλαμβανόταν με όλους τους δημόσιους υπαλλήλους που συνάντησα στο Δουβλίνο. Με σχεδόν απαράλλακτη φρασεολογία κατηγορούσαν την κυβέρνηση για την εικόνα της οικονομίας, τις περικοπές δαπανών αλλά και την στήριξη που παρείχε στις τράπεζες. «Και γιατί δεν απεργείτε, όπως θα έκαναν στη Γαλλία» ρώτησα τους ένστολους συνομιλητές μου. «Δεν είναι εύκολο» απάντησε ένας άλλος πυροσβέστης. «Μας λένε ότι οι απεργίες μας είναι παράνομες και στέλνουν το στρατό να μας αντικαταστήσει». Ελαφρώς πιο επιθετικός ο Τζέρεμι μου είπε πως για τις απεργίες να πάω να ρωτήσω τα συνδικάτα τους. Είχε μάλιστα έτοιμες και τις ερωτήσεις: «Να τους πεις, πώς θέλουν να μας λένε τι θα κάνουμε όταν οι πρόεδροί τους τσεπώνουν 150 χιλιάρικα το χρόνο».

Και αυτό ακριβώς έκανα. Το ίδιο απόγευμα θα συναντούσα τον Τζακ Ο’ Κόνορ, πρόεδρο της ιρλανδικής ΓΣΕΕ, που έχει υπό την εποπτεία του ολόκληρο το δημόσιο τομέα της χώρας.

Καταραμένη ξενιτιά

Ο Ο’Κόνορ θα με περίμενε στο γραφείο του στις όχθες του ποταμού Λίφει, που διασχίζει το Δουβλίνο. Παλαιότερα από εδώ ξεκινούσαν ορισμένα από τα πλοία που μετέφεραν τους Ιρλανδούς μετανάστες σε κάθε γωνιά του πλανήτη: ΗΠΑ, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία, Αυστραλία. Ο προ-προπάππους του Νίξον και του ντε Νίρο, του Τσε Γκεβάρα αλλά και του Μπαράκ Ομπάμα ίσως να περίμενε και αυτός σε μια ουρά για το πρώτο πλοίο με κατεύθυνση τη δική του «κοντινή Αμερική».

Σήμερα, στην ίδια περιοχή, συναντάς ταξιδιωτικά γραφεία που υπόσχονται βίζα εργασίας στους απόκληρους του σύγχρονου ιρλανδικού ονείρου. «Πριν από μερικούς μήνες σχημάτιζαν ουρές» μου εξηγεί η Μέρι, που εργάζεται σε ένα από αυτά τα πρακτορεία. Η οικονομική κρίση δημιούργησε ένα διόλου αμελητέο μεταναστευτικό ρεύμα Ιρλανδών που αναζητούσαν δουλειά στο εξωτερικό. Μαζί τους έφευγαν κατά χιλιάδες και οι ξένοι οικονομικοί μετανάστες από την ανατολική Ευρώπη και την Ασία. Οι «Πολωνοί υδραυλικοί» επέστρεφαν στα πάτρια εδάφη θεωρώντας ότι η δική τους φτώχεια είναι καλύτερη από το ιρλανδικό μοντέλο του χάρτινου τίγρη.

«Είναι λοιπόν τα πράγματα τόσο άσχημα, ώστε να δικαιολογούν τη νέα μετανάστευση και τις μειώσεις μισθών» είναι η πρώτη μου ερώτηση προς τον Ιρλανδό αρχισυνδικαλιστή. Ο Τζακ Ο’ Κόνορ μου μιλά για τον «ακραίο νεοφιλελευθερισμό» της κυβέρνησης και το «άνοιγμα της αγοράς στην κερδοσκοπία». Για τον ίδιο οι μειώσεις μισθών στο δημόσιο δεν είναι παρά «η συνέχιση της ίδιας πολιτικής που μεταφέρει το βάρος της ευθύνης στους φορολογούμενους και ειδικά στους δημόσιους υπαλλήλους».

Στην ερώτηση όμως γιατί τα συνδικάτα δεν αντέδρασαν έχει μια μάλλον περίεργη απάντηση. «Εμείς δεν έχουμε την ελληνική παράδοση της αντίστασης. Έχουμε μια ενδοτική και εξαιρετικά συντηρητική κοινωνία που είχε επενδύσει στο μύθο του κέλτικου Τίγρη».

Αν ο βασικός συνδικαλιστής έχει απογοητευθεί από την «ενδοτικότητα» της κοινωνίας τα πράγματα είναι μάλλον σοβαρά, σκέφτομαι καθώς ο Ο’Κόνορ με ξεναγεί τώρα στο κτίριο του συνδικάτου. Από την ταράτσα, μού δείχνει ένα γιγαντιαίο μεταλλικό στύλο που ορθώνεται στο κέντρο της πόλης. Είναι ο περίφημος «κώνος της χιλιετίας», μια εικαστική παρέμβαση ύψους 120 μέτρων η κορυφή της οποίας συνήθως χάνεται μέσα στην πρωινή και απογευματινή ομίχλη. «Αυτό το έκτρωμα συμβολίζει για εμένα το πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού του Κέλτικου Τίγρη» μου λέει. Το δικό μου βλέμμα όμως στρέφεται προς την αντίθετη πλευρά της πόλης, στο σημείο όπου ο ποταμός Λίφει φιλοξενεί μια από τις, εύκολα αναγνωρίσιμες σε κάθε Έλληνα, γέφυρες του Καλατράβα.

Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τους συνειρμούς για το ελληνικό «οικονομικό θαύμα» ο Ο’ Κόνορ διακόπτει τη σκέψη μου. «Μην κοιτάτε τη γέφυρα, κοιτάξτε από πίσω» μου λέει και δείχνει μια τεράστια εγκαταλελειμμένη οικοδομή. Το ανολοκλήρωτο κτίριο θα στέγαζε το στρατηγείο της διαβόητης Anglo Irish Bank που κατέρρευσε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα αφού πρώτα δάνεισε 72 δισεκατομμύρια ευρώ σε στεγαστικά και άλλα δάνεια με ελάχιστες εγγυήσεις. Σήμερα το κουφάρι του κτιρίου θεωρείται το απόλυτο σύμβολο της φούσκας στον κατασκευαστικό τομέα πάνω στην οποίο ισορροπούσε για αρκετά χρόνια η κέλτικη τίγρης. Τίγρης ισορροπίστρια. Τίγρης για τσίρκο.

Όνειρα χειμερινής νυκτός

Επιστρέφοντας στο κέντρο της πόλης περνάω από το ιστορικό πανεπιστήμιο του Τρίνιτι, από όπου κάποτε αποφοιτούσε, ατρόμητη, η νέα γενιά επαγγελματιών. Σήμερα κάθε φοιτητής έχει να σου διηγηθεί τη δική του ιστορία ανασφάλειας. Όπως η Κέιτ που δούλευε στο πανεπιστήμιο με καθεστώς μερικής απασχόλησης και έζησε με το δικό της τρόπο τις περικοπές μισθών στο δημόσιο τομέα. «Πρώτα μου έκοψαν το μισθό κατά 5% και τελικά μου πρόσφεραν μόνο τρείς μέρες δουλειάς το μήνα. Ο φίλος μου, με τον οποίο συγκατοικούμε δούλευε σε τράπεζα και τώρα τρέχει στο ταμείο ανεργίας οπότε ίσως αναγκαστούμε να αφήσουμε το σπίτι και να γυρίσω στους δικούς μου». Σαν να μην έφτανε αυτό αρκετοί φίλοι της έφυγαν ήδη για τον Καναδά. Θεωρητικά το λένε «μεγάλες διακοπές». Πρακτικά ψάχνουν για δουλειά και θα μείνουν εκεί αν τα καταφέρουν. Ήδη έχουν εγκαταλείψει τη χώρα 30.000 άτομα και μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια ο αριθμός αναμένεται να ξεπεράσει τους 100.000.

Παρόμοιες ιστορίες απογοήτευσης θα μου διηγηθεί και ο οδηγός του ταξί που με μεταφέρει στον τελικό προορισμό για την ημέρα. Είχε και αυτός μια από τις χιλιάδες άδειες αυτοκινητιστή που μοίραζε αφειδώς η κυβέρνηση και τώρα κυνηγάει τους πελάτες. Στα χρόνια της εκρηκτικής «ανάπτυξης» το Δουβλίνο απέκτησε μια από τις μεγαλύτερες αναλογίες ταξί ανά κάτοικο στον πλανήτη. Σήμερα όμως οι περισσότεροι προτιμούν να το κόβουν με τα πόδια.

Η βραδιά τελειώνει σε μια από τις ιστορικότητες παμπ του Δουβλίνου, εκεί όπου οι Ιρλανδοί λύνουν όλα τους τα προβλήματα – ή τουλάχιστον τα πνίγουν κάτω από ποταμούς μαύρης μπύρας. «Τελικά η Ιρλανδία έχει κάποια σχέση με την Ελλάδα;» ρώτησα έναν ευρωπαίο διπλωμάτη που δέχθηκε να με συνοδεύσει στη βραδινή μπυροκατάνιξη. «Καμία» μου απαντάει. «Αυτοί έζησαν για λίγο το όνειρο και τώρα πρέπει να το πληρώσουν. Εσείς προσπεράσατε το όνειρο και πήγατε κατευθείαν στην κρίση».

Ντέιβιντ ΜακΓουίλιαμς – Ο οικονομολόγος σταρ

Κάποιος χτυπούσε επίμονα την πόρτα στο σπίτι του Ντέιβιντ Μακ Γουίλιαμς. Ο 45χρονος οικονομολόγος – σταρ της Ιρλανδίας ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο και ο τελευταίος άνθρωπος τον οποίο θα περίμενε να βρει έξω από την πόρτα του ήταν ο υπουργός οικονομικών της Ιρλανδίας Μπράιν Λένιχαν. Ήταν 17 Σεπτεμβρίου του 2008. Μια μάλλον «ζόρικη» νύχτα. Στις ΗΠΑ, μεγαθήρια του χρηματοπιστωτικού συστήματος όπως η Lehman Brothers, η Merril Lynch και η AIG, κατέρρεαν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα. Και η κρίση χτυπούσε τώρα την Ιρλανδία. Ο υπουργός, αλαφιασμένος και με μαύρους κύκλους στα μάτια, πέρασε στο σαλόνι. Το είχε σκάσει, κυριολεκτικά, από το υπουργικό συμβούλιο και τους συμβούλους του και δεν έκρυβε την αγωνία του μήπως αυτή η συνάντηση διέρρεε στον Τύπο. Αφού μασούλισε μερικές σκελίδες σκόρδο (όπως συνηθίζει σε κάθε μεγάλη κρίση) εκμυστηρεύτηκε στον Μακ Γουίλιαμς ότι το τραπεζικό σύστημα της Ιρλανδίας είχε, στην καλύτερη περίπτωση, μερικές εβδομάδες ζωής. Στη χειρότερη θα κατέρρεε στα επόμενα 24ωρα.

Ύστερα από αρκετές ώρες τεϊοποσίας ο Μακ Γουίλιαμς έδωσε μια λύση: Η κυβέρνηση θα έπρεπε να εγγυηθεί τις καταθέσεις, αποτρέποντας την άμεση κατάρρευση. Έτσι θα έκανε ένα είδος επανεκκίνησης στο τραπεζικό σύστημα και ύστερα θα άφηνε τις μη υγιείς τράπεζες να καταρρεύσουν. Το πρώτο σκέλος της συμβουλής ακολουθήθηκε με θρησκευτική ευλάβεια από αρκετούς ακόμη υπουργούς οικονομικών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το δεύτερο, που προέβλεπε την εγκατάλειψη των τραπεζών στην τύχη τους, παραπέμφθηκε στις… ιρλανδικές καλένδες.

Τώρα όμως είχε έρθει η δική μου σειρά να θέσω μερικές ερωτήσεις στους πρωταγωνιστές εκείνης της βραδιάς. Και ξεκίνησα με τον Ντέιβιντ ΜακΓουίλιαμ

Στην Ελλάδα ορισμένοι βλέπουν τις αποφάσεις της ιρλανδικής κυβέρνησης σαν μοντέλο…

Μ****ίες.

Παρακαλώ;

Η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα είναι τόσο περισσότερο αναπτυγμένη που εμείς πρέπει να διδασκόμαστε από εσάς. Εσείς καταλαβαίνετε τις αδυναμίες της ΕΕ.

Τα πράγματα είναι απλά. Αυτή τη στιγμή οι Γερμανοί αποταμιεύουν πολλά και εμείς λίγα. Πρέπει λοιπόν να δημιουργήσουμε μια συμμαχία ανάμεσα στην Ιρλανδία, την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία – δηλαδή τις χώρες που χρειάζεται να εισάγουν κεφάλαια για να αναπτυχθούν. Αντίθετα η Γερμανία χρειάζεται να εξάγει κεφάλαια για να αναπτυχθεί. Γιατί αυτή είναι γριά και χοντρή ενώ εμείς είμαστε νέοι. Για να λειτουργήσει η ΕΕ, ο [πρόεδρος της ΕΚΤ] Ζαν-Κλοντ Τρισέ δεν πρέπει να λέει μόνο σε εμάς να κάνουμε οικονομία αλλά και στους Γερμανούς να ξοδεύουν. Μόνο αν δημιουργήσουμε ένα τέτοιο μπλοκ η Ευρώπη θα γίνει λιγότερο ασύμμετρη και περισσότερο δημοκρατική […]

Η ελληνική κυβέρνηση, ακριβώς επειδή χρωστάει πολλά, έχει και διαπραγματευτική δύναμη. Αυτό το γνωρίζουν όλοι τα εμπορικά έθνη, όπως οι Έλληνες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να έρθει σε συμφωνία μαζί σας. Δεν μπορεί απλώς να στέλνει τους γραφειοκράτες της. Τελικά όμως η ΕΕ θα σας βοηθήσει οικονομικά. Και εγώ το γνωρίζω και εσείς το γνωρίζετε και όλοι το γνωρίζουν.

Πρόσφατα προτείνατε στους ιρλανδούς να εγκαταλείψουν το ευρώ

Οι βασικοί εμπορικοί μας εταίροι είναι οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Η πραγματική συναλλαγματική μας ισοτιμία αυξήθηκε κατά 30% σε σχέση με το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο την τελευταία δεκαετία. Για να γίνουμε ανταγωνιστικοί θα έπρεπε να υποτιμήσουμε το νόμισμά μας. Αφού δεν μπορούμε να το υποτιμήσουμε πρέπει να το αλλάξουμε. Θα μου πείτε έχουμε δεσμεύσεις προς την ΕΕ. Τι να κάνεις; Γίνονται και λάθη.

Λέτε δηλαδή ότι το λεγόμενο ιρλανδικό μοντέλο της σφιχτής δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν πρέπει να υπάρχει;

Το μοντέλο δεν υπάρχει, όπως δεν υπήρχε και το μοντέλο της ανάπτυξης που προβάλλανε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Είμαστε μια χώρα που πιστεύει τη δική της προπαγάνδα.

Αυτό που κάνει τώρα η ιρλανδική κυβέρνηση είναι να ξελασπώνει τους τραπεζίτες και τους μεγαλοεργολάβους και να στέλνει τον λογαριασμό στους απλούς πολίτες. Εάν ήμασταν αληθινοί καπιταλιστές θα έπρεπε να αφήσουμε τις τράπεζες να κλείσουν.

H εγκυκλοπαίδεια Wikipedia σας παρουσιάζει σαν τον άνθρωπο που προέβλεψε την κατάρρευση του κέλτικου Τίγρη. Πως το καταφέρατε;

Μα, ήταν αυτονόητο. Είχαμε μια τρομακτική εισροή ζεστού (κερδοσκοπικού) κεφαλαίου. Οι τιμές αυξάνονταν και όλοι νόμιζαν ότι είχαμε ανάπτυξη ενώ ζούσαμε με ξένα χρήματα. Δημιουργούσαμε μια φούσκα.

Τι πιστεύετε για το σχέδιο της ιρλανδικής κυβέρνησης να δημιουργήσει τη NAMA, δηλαδή μια δημόσια τράπεζα που θα αγοράσει τα τοξικά στοιχεία των ιδιωτικών τραπεζών για να τις εξυγιάνει.

Είναι ίσως το μεγαλύτερο οικονομικό έγκλημα που έχει διαπραχθεί στην ανθρώπινη ιστορία σε καιρό ειρήνης. Αναδιανέμουν τον πλούτο από τους φτωχούς στους πολύ πλούσιος.

Στην Ισλανδία οι πολίτες είπαν ότι δεν θα πληρώσουν για τις τράπεζες. Είναι λογικό αυτό;

Οι Ισλανδοί λένε κάτι πολύ απλό: Πως όταν εγώ σου δανείζω χρήματα δημιουργούνται δυο είδη ευθύνης. Η δική μου ευθύνη που σου δανείζω και η δική σου που δανείζεσαι. Αυτοί που μας δάνεισαν λοιπόν έχουν ένα μερίδιο ευθύνης. Εάν τα πράγματα πάνε άσχημα δεν μπορείς να περιμένεις ότι θα πάρεις πάντα τα χρήματά σου πίσω.

Μπράιν Λένιχαν, υπουργός Οικονομικών

Μπορούν χώρες όπως η Ελλάδα να ακολουθήσουν το Ιρλανδικό μοντέλο αντιμετώπισης της κρίσης;

Δεν είναι δική μας δουλειά να προτείνουμε οικονομική πολιτική για άλλες κυβερνήσεις. Φυσικά η συνεργασία είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων, κάθε χώρα όμως αποφασίζει πως θα αντιμετωπίσει τα δικά της συγκεκριμένα προβλήματα.

Στην Ιρλανδία αντιμετωπίσαμε σειρά προβλημάτων. Είχαμε εσωτερικές πιέσεις, κυρίως λόγω της διόρθωσης στον κατασκευαστικό τομέα, η οποία σχετίζεται με τη διεθνή οικονομική κατάσταση. Παράλληλα υπήρξε έντονη υποτίμηση στα νομίσματα των δυο μεγαλύτερων εμπορικών μας εταίρων γεγονός που δημιουργεί προβλήματα στους εξαγωγείς μας. Εμφανίστηκε επίσης μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα καθώς τα φορολογικά έσοδα μειώθηκαν λόγω του περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας και της αύξησης τη ανεργίας. Επίσης οι δυσκολίες στις χρηματοπιστωτικές αγορές επηρέασαν δραματικά τις ιρλανδικές τράπεζες. Ως εκ τούτου η κυβέρνηση έπρεπε να λάβει δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις για να σταθεροποιήσει την κατάσταση. Αναγκάστηκα να παρουσιάσω τρείς προϋπολογισμούς και να πραγματοποιήσω δυο ρυθμίσεις δαπανών.

Είμαι σίγουρος ότι η Ελλάδα μπορεί να ανταπεξέλθει στις οικονομικές δυσκολίες και να φέρει τα δημοσιονομικά μεγέθη σε σταθερότερο έδαφος στα επόμενα χρόνια.

Θα μπορούσε όμως η Ιρλανδία και η Ελλάδα να ακολουθήσουν το παράδειγμα των Ισλανδών πολιτών που αρνήθηκαν, σε πρώτη φάση, να πληρώσουν για τα προβλήματα των τραπεζών;

Είναι κατανοητό οι Ιρλανδοί πολίτες να εξοργίζονται από την κατάσταση των τραπεζών. Απογοητεύθηκαν από την αποτυχία των ελεγκτικών μηχανισμών και εκνευρίστηκαν από τη συμπεριφορά ορισμένων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και κυρίως στο τομέα των ακινήτων. Μας ρωτάνε γιατί δίνουμε λεφτά στις τράπεζες ενώ αυτοί επωμίζονται τις δύσκολες αποφάσεις του προϋπολογισμού.

Ο κόσμος όμως γνωρίζει επίσης ότι οι τράπεζες πρέπει να λειτουργούν. Ότι δεν μπορούμε να έχουμε ανάκαμψη εάν δεν διορθώσουμε το τραπεζικό σύστημα. Πρέπει να εξασφαλίσουμε πιστώσεις για να προστατεύσουμε και να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας.

Ορισμένοι οικονομολόγοι προτείνουν ακόμη και έξοδο από την Ευρωζώνη

Η Ιρλανδία είναι αφοσιωμένο μέλος της ΕΕ. Το εθνικό μας συμφέρον επιβάλλει να μείνουμε στην καρδιά της ΕΕ και οι οικονομικές εξελίξεις των τελευταίων 18 μηνών το επιβεβαίωσαν. Χάρη στην προστασία μιας μεγάλης νομισματικής ένωσης το νόμισμα της Ιρλανδίας δεν εκτέθηκε σε κερδοσκοπικές επιθέσεις, όπως στη δεκαετία του ’90. Παράλληλα τα οικονομικά ιδρύματα της χώρας είχα πρόσβαση σε σημαντική ρευστότητα από την ΕΚΤ.

Υπάρχουν ορισμένοι που προτείνουν έξοδο από την ευρωζώνη. Όπως έχω ξαναπεί όμως «είναι σα να λες ότι το Τέξας θα εγκαταλείψει το δολάριο»

Σας κατηγορούν ότι με τη δημιουργία της ΝΑΜΑ κάνετε αναδιανομή προς τις τράπεζες

Η επίλυση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες εμπεριέχει κινδύνους αλλά ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να μην κάνουμε τίποτα. Αν δεν απελευθερώσουμε τις τράπεζες από τα δάνεια υψηλού κινδύνου δεν θα μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε την οικονομική ανάκαμψη που διαφαίνεται στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Νοέμβριος 2010

Σχετικά θέματα:
Οι «άθλιοι» του δημοσίου
Τσακραμπόρτι: Ακολουθήστε το δρόμο των Βίκινγκς

CLOSE
CLOSE